Τετάρτη, 18 Απριλίου 2018

Αντώνης Μπουντούρης: ΔΕ ΘΕΛΕΙ ΚΑΙ ΠΟΛΥ

                                                       

ΔΕ ΘΕΛΕΙ ΚΑΙ ΠΟΛΥ


Μετά τη νάρκωση

(πολλών ετών)

η ψυχή

τι νομίζεις οτι θέλει...


Ενα ελαφρύ σπρώξιμο  

                      θέλει

για να πέσει.



Οκνηροί ,κατατονικοί και νάρκισσοι

δεν αξίζουμε μήτε

                     τη λύπηση των εχθρών μας.




Αντώνης Μπουντούρης

Δευτέρα, 16 Απριλίου 2018

Από τις επιστολές του Ναπολέοντα Σουκατζίδη στη Χαρά Λιουδάκη , στην Ελένη Λιουδάκη και στον πατέρα του (Athens Review of books,12/2017, τ.90). Ο φλογερός και άδολος πατριωτισμός ενός νεώτερου μάρτυρα.





Στη Χαρά Λιουδάκη
29.10.1940
…Με αίτησή μας που την υπογράψανε δύο εκπρόσωποί μας, ζητήσαμε σήμερα από το Μεταξά να πάρουμε τη θέση μας κάτω από τις διαταγές του στην πρώτη γραμμή της φωτιάς για την υπεράσπιση της γλυκιάς πατρίδας, στην περίπτωση βέβαια που η κυβέρνηση του θα κάνει ό,τι επιβάλει το υπέρτατο συμφέρον της πατρίδας μας. Το βασικό να ζητήσει την ενίσχυση και την προστασία της μόνης δυνατής χώρας, που μπορεί σήμερα να μας δώσει. Γιατί όσο ηρωική κι αν είναι η αντίστασή μας, δεν θα μπορέσουμε μόνοι ν’ αντιμετωπίσουμε αποτελεσματικά έναν εχθρό τόσο πιο ισχυρό από μας. Όλοι, μα όλοι μας, ψυχούλα, είμαστε έτοιμοι να πεθάνουμε για την τιμή και για την ελευθερία της γλυκιάς πατρίδας! Θα’ ρθεις, αγαπούλα, και συ μαζί μου; Θα παλέψεις και συ για τα ιδανικά εκείνα που χωρίζουν τον άνθρωπο από το κτήνος; Τι θα μπορέσεις να προσφέρεις και συ στον υπέρ όλων αγώνα;
9.12.1940
Χαρμόσυνα, ψυχούλα, χτυπούσαν ψες αργά οι καμπάνες τ’ Αναπλιού. Δε μάθαμε ακόμα τίποτε, πιστεύουμε όμως να ‘ πεσε το Αργυρόκαστρο- ένα ακόμα κάστρο του φασισμού. Γιορτάζουμε μ’ όλη μας την ψυχή τις νίκες του στρατού μας και λυπούμαστε μ’ όλη μας την καρδιά που δε βρισκόμαστε και μεις εκεί ψηλά με το τουφέκι στο χέρι μαζί με τ’ άλλα παλικάρια μας.
16.1.1941
…Και γω, πες τους, κι οι φίλοι μου όλοι λυπούμαστε κατάκαρδα που δε μας άφησαν να βρεθούμε και μεις πλάι τους με το τουφέκι στο χέρι, που δε μας άφησαν και μας να πάρουμε μέρος στον ιερό αυτό πόλεμο, τον πόλεμο που διεξάγει ο λαός μας για την ελευθερία του, για την τιμή του.
Στην Ελένη Λιουδάκη
4.3.1941
…Για να δούμε τώρα που καινούργιοι κίνδυνοι παρουσιάζονται για την ελευθερία μας και την εθνική μας ανεξαρτησία, κίνδυνοι που πρέπει να βρουν ενωμένους όλους τους Έλληνες, με παραμέριση και της παραμικρότερης διαφοράς που υπήρχε ανάμεσά τους. Τίποτα, μ’ απολύτως τίποτα δεν πρέπει και δε μπορεί να χωρίζει σήμερα τους Έλληνες μεταξύ τους. Μα δυστυχώς υπάρχουν άνθρωποι που λέγονται Έλληνες και που αντιδρούν σ’ αυτή την ενότητα…Τι προσφέρεις εσύ, αδελφούλα, για την πατρίδα μας; Τι κάνεις αυτού; Πλέκετε’ Γράφετε στα παλικάρια που πολεμάνε; Είδα και τον ήρωα τον Καμαράτο που τίμησε τη Νεάπολη. Σκοτώθηκαν κι άλλα λεβεντόπαιδα; Να μου πείς. Ακούς; Δόξα και τιμή στα σπιτικά τους και στους δικούς τους!
Προς τον πατέρα του
25.3.1941
«Απ’ τα κόκκαλα βγαλμένη
Των Ελλήνων τα ιερά…»
Μαζί με τους πανέλληνες, πατερούλη, γιορτάζουμε κι εμείς τη μεγάλη σημερινή μέρα με την ακλόνητη πίστη στην καρδιά πως ένας λαός που έχει τέτοιες μέρες στην Ιστορία του δε μπορεί να πεθάνει. Μόνο που θα θέλαμε κι εμείς, όλοι εμείς που είμαστε κλεισμένοι εδώ μέσα, να βρισκόμασταν μαζί με τα ηρωϊκά μας εκείνα παλικάρια που με το ντουφέκι στο χέρι γράφουν με το αίμα τους την καινούργια ένδοξη εποποιΐα του ελληνικού λαού. Και ζητήσαμε και ξαναζητήσαμε από τους αρμόδιους και τους υπεύθυνους να σταλούμε στην πρώτη γραμμή της φωτιάς.
Προς την Χαρά
25.3.1941
«Καλύτερα μιας ώρας ελεύθερη ζωή»
Γιορτάζουμε, αγαπούλα, κι εμείς σήμερα εδώ τη μεγάλη μέρα με την πίστη πως ένας λαός που έχει τέτοιες μέρες στην Ιστορία του δε μπορεί να πεθάνει. Κι εσύ, αγαπούλα, δεν πιστεύεις απόλυτα σ’ αυτό το πράμα; Δεν πιστεύεις κι εσύ, αγαπούλα, πως δεν μπορούνε να πάνε χαμένα τόσοι και τόσοι αγώνες του ελληνικού λαού, τόσες και τόσες θυσίες του, μαζί κι οι εκατόμβες που προσφέρει σήμερα στο βωμό της ελευθερίας; Δεν πιστεύεις κι εσύ, αγαπούλα, πως πάντα περήφανοι για το πως είμαστε Έλληνες, θα βρεθούμε σύντομα κι εμείς λεύτεροι κι ευτυχισμένοι στο ειρηνικό και τίμιο σπιτικό μας μαζί-μαζί με τους αγαπημένους δικούς μας; Μόνο που τώρα, αγαπούλα, δεν ήθελα, δεν έπρεπε να’ μια δω. Ήθελα κι έπρεπε να’ μια κι εγώ μαζί με το Γιαννιό μας, μαζί μ’ όλα τα ηρωικά μας παλικαρόπουλα που με το αίμα τους βάφουν τις χιονισμένες βουνοκορφές της Αλβανίας, γράφοντας έτσι τόσο λαμπρά, τόσο ένδοξα την καινούργια εποποιία του Ελληνικού λαού. Κι αυτό το ζητήσαμε και το ζητάμε όλα μα όλα τα παιδιά που βρισκόμαστε δω, το ζητήσαμε και τα ξαναζητήσαμε και το ξαναζητάμε.
6.4.1941
Αγαπούλα,
Ζήτω ο στρατός μας! Ζήτω ο λαός μας! Ζήτω η Ελλάδα μας! Κάτι μάθαμε, αγαπούλα, για τον καινούργιο εχτρό που απειλεί την πατρίδα μας, την ελευθερία μας. Πιστεύουμε απόλυτα στη νίκη μας, γιατί ο στρατός μας, γιατί ο λαός μας θα πολεμήσει μ’ όλη του την ψυχή, μ’ όλη του την ορμή. Ζητήσαμε αμέσως να’ ρθούμε σ’ επαφή με την Κυβέρνηση, αυτό όμως δεν έγινε δεχτό. Ωστόσο όμως εμείς μέσω του Διοικητού του Στρατοπέδου μηνύσαμε και πάλι στους κυβερνώντες πως είμαστε έτοιμοι να τραβήξουμε για την πρώτη γραμμή της φωτιάς για να προτάξουμε κι εμείς τα στήθια μας στους εχτρούς της πατρίδας. Α, να ιδούμε. Εσύ, αγαπούλα, κοίταξε να κάνεις ό,τι μπορείς για την πατρίδα , για την Ελλάδα μας.

Κι αν όμως, μωρό, μάθουμε τελικά πως είναι οριστικό γεγονός ο ηρωικός χαμός του Γιαννιού μας και πάλι θα στενοχωρεθούμε τρομερά και πάλι θα τον κλάψουμε θερμά, ας μην ξεχνούμε όμως, γυναικούλα, αυτό που σου ‘ γραφα και προχτές, ας μην ξεχνούμε για ποιον μεγάλο και ιερό σκοπό έδωσε θυσία τη ζωή του ο αγαπημένος μας Γιάννης, ας μην ξεχνούμε για ποια ιδανικά πολεμώντας ηρωικά σκοτώθηκε το παλικάρι μας, ας μην ξεχνάμε την τιμή και την περηφάνια που μπορεί και που πρέπει να νιώθει το σπιτικό μας γι’ αυτή του την προσφορά στον υπέρ όλων αγώνα που διεξάγει η λατρευτή μας πατρίδα. Κι η σκέψη αυτή ας καταπραΰνει κι ας γλυκαίνει το μεγάλο μας πόνο.

...................

Ενδιαφέρον  σχετικό άρθρο του Νάσου Βαγενά : Ρέκβιεμ για έναν ήρωα  http://www.tovima.gr/opinions/article/?aid=965542  

Σάββατο, 14 Απριλίου 2018

Το περιοδικό "Λεβιάθαν" και ο διάλογος του Π.Κονδύλη με τον Θόδωρο Γεωργίου και στον Στέλιο Βιρβιδάκη





Το σπουδαίο περιοδικό "Λεβιάθαν" , που έβγαζε ο Γιώργος Μερτίκας ανάμεσα στα έτη 1988 και 1996, είχε ανάμεσα στην Διεθνή Συμβουλευτική Επιτροπή τον Κορνήλιο Καστοριάδη και την Agnes Heller. Όσο δύσκολο είναι να βρεθεί σε έντυπη μορφή τόσο εύκολο είναι να το διαβάσουμε σε ηλεκτρονική μορφή. Στο τεύχος 15/1994 πραγματοποίησε το πρώτο αφιέρωμα στον Παναγιώτη Κονδύλη, σε μια εποχή που ήταν δραστήριος, αναγνωρισμένος στοχαστής στην Γερμανία, αλλά όχι τόσο γνωστός στην Ελλάδα. Σε ένα απόσπασμα της "Γένεσης της Διαλεκτικής" που ακόμη δεν έχει εκδοθεί σε ολοκληρωμένη μορφή στην χώρα μας γράφει : " όλα τα βασικά μοτίβα της κριτικής του (καπιταλιστικού ) πολιτισμού, η οποία και σήμερα ακόμα συγκινεί τα πνεύματα κάτω από διαφορετικές μορφές, υπάρχουν ήδη στον J.Moser και ακολούθως στους Novalis, Α.Μuller και Fr. Baader (για να αναφέρουμε μόνον Γερμανούς) και αρχικά αποτελούν μιαν ιδεολογική εξιδανίκευση των αξιώσεων κοινωνικής ισχύος του πατριαρχικού μεγαλογαιοκτήμονα που η ύπαρξή του η ίδια απειλείται καθώς την πατροπαράδοτη γεωργική societas civilis την αποσυνθέτουν αφ' ενός το σύγχρονο κράτος και αφ' ετέρου η σύγχρονη βιομηχανία"(σελ.75).
Πιο σημαντικός είναι ο διάλογος ανάμεσα στον Π.Κονδύλη , τον Θ.Γεωργίου και τον Σ.Βιρβιδάκη. Οι δύο τελευταίοι διατυπώνουν την βασική επιχειρηματολογία κατά του έργου του Π.Κονδύλη, που έκτοτε έχει επαναληφθεί από πολλές πλευρές. Όμως ο Θ.Γεωργίου, τουλάχιστον, μετά τον θάνατο του Κονδύλη θα επαναλάβει σε αρκετές περιπτώσεις τον θαυμασμό που έτρεφε γι' αυτόν. Στις απαντήσεις του Π.Κονδύλη, με τον τίτλο "Οφειλόμενες απαντήσεις" διαφαίνεται η βαθιά φιλοσοφική παιδεία που διέθετε αλλά και η άριστη γνώση της ελληνικής γλώσσας. Το ύφος του σαφές και κάποτε σαρκαστικώς ευφυές. Για παράδειγμα γράφει στον Θ.Γεωργίου "Ομολογώ ότι αισθάνομαι αμηχανία όταν η διαύγεια του κειμένου μου επαινείται ακριβώς από κάποιον που το παρανόησε σε ουσιώδη σημεία"(σελ.104). Θα διευκρινίσει ότι στο έργο του Ισχύς και Απόφαση "τονίζει συχνά-πυκνά και εμφατικότατα ότι στο κοινωνικό πεδίο κυριαρχούσαν και θα κυριαρχούν πάντοτε οι ηθικιστικές-κανονιστικές θεωρίες κι ότι μόνον αυτές μπορούν να ικανοποιήσουν την ανθρώπινη ανάγκη πρακτικού προσανατολισμού, εφ' όσον η αξίωση ισχύος μέσα στις συνθήκες του πολιτισμού συναρθρώνεται πάντοτε μ' ένα Δέον. Επισημαίνει μάλιστα ότι προυπόθεση της αξιολογικής ελευθερίας στο επίπεδο της περιγραφικής θεωρίας είναι η αναγνώριση της απόλυτης υπεροχής της ηθικιστικής-κανονιστικής θεώρησης, αδιάφορο με ποιά μορφή, στο επίπεδο της κοινωνικής πράξης(σελ.107). Επίσης διακρίνει σε δύο διαφορετικά επίπεδα την γνώση του πραγματικού η οποία υπό προϋποθέσεις μπορεί να είναι ασφαλής με τον σχετικισμό των αξιών. Πιο συγκεκριμένα γράφει: "όταν λέμε ότι ο κόσμος και ο άνθρωπος δεν έχουν αντικειμενική αξία και αντικειμενικό νόημα, εννοούμε ότι όση αξία και όσο νόημα έχουν το παίρνουν από ενεργήματα συγκεκριμένων υποκειμένων (σελ.107). Σε ένα άλλο σημείο θα τονίσει ότι ως "μηδενισμό" της περιγραφικής θεωρίας της απόφασης εννοεί "ότι ο κόσμος και ο άνθρωπος εξ αντικειμένου δεν έχουν νόημα, τη θέση αυτή θα τη θεωρώ αληθινή έως ότου κάποιος μου αποδείξει εμπειρικά ότι κάτι πέρα από τον άνθρωπο και πέρα από κάθε ανθρώπινη προοπτική προσδίδει αξία σ' αυτόν και στα πράγματα, αξία διαπιστώσιμη όπως λ.χ. το μήκος και το βάρος ενός σώματος"(σελ.117).
Σημαντικές είναι οι επισημάνσεις του Π.Κονδύλη όσον αφορά τον ορθολογισμό, τον ανορθολογισμό και τις διαδικασίες εκλογίκευσης: "τον ρόλο, τον οποίο παίζει στη συγκρότηση της ταυτότητας ορισμένων υποκειμένων ο "ορθολογισμός", σε άλλα υποκείμενα τον παίζει η θρησκευτική πίστη ή διάφορες μορφές "ανορθολογισμού"(ενορατισμός, εξύμνηση του "βιώματος"κτλ). Ως εξαντικειμενικεύσεις της απόφασης, με βάση την οποία συγκροτείται η ταυτότητα, όλα αυτά συνιστούν εξ ίσου εκλογικεύσεις. Άρα η εκλογίκευση είναι ευρύτερη έννοια από τον ορθολογισμό και, αφού εκλογίκευση και ορθολογισμός δεν συμπίπτουν, είναι δυνατή η χρήση των τυπικών εργαλείων της λογικής εναντίον του ορθολογισμού. Ακριβώς επειδή η χρήση αυτή είναι γενική, όπως γενική είναι και η χρήση της γλώσσας, οι μη "ορθολογιστές" δεν αισθάνονται να υστερούν έναντι των "ορθολογιστών", είναι μάλιστα εμπειρικά γνωστό ότι συχνότατα οι οπαδοί μιας θρησκείας έχουν ταυτότητα πιο αδρή και εδραιωμένη από πολλούς "ορθολογιστές", διαθέτουν δηλ.λυσιτελέστερες εκλογικεύσεις"(σελ.111). 
Η συνύφανση Όντος και Δέοντος οδηγεί κατευθείαν στον πλατωνικό ιδεαλισμό. Κατ' αυτόν τρόπο μπορούμε να έχουμε διάφορα ευτράπελα κατά τον Κονδύλη: "Θα ήταν όμως δυνατόν να εφαρμόσουμε την αρχή αυτή παντού και να πούμε λ.χ.ότι όποιος αγαπά περισσότερο τους συνανθρώπους του θα γίνει και καλύτερος γιατρός ή ότι όποιος αισθάνεται περισσότερη ηθική ανάταση στη θέαση του σύμπαντος θα είναι και ο οξυδερκέστερος αστρονόμος ή φυσικός; Η ερώτηση ίσως φαίνεται αστεία σήμερα ή και κακόβουλη από μέρους μου, όμως την εννοώ στην κυριολεξία της. Γιατί για έναν συνεπή εκπρόσωπο της συνύφανσης Όντος και Δέοντος, όπως ο Πλάτων, η μαθηματική και κοσμολογική έρευνα πράγματι συνδεόταν βαθύτατα με την προσπάθεια πρόσβασης προς την ιδέα του Αγαθού.(σελ.121).
Σημαντικές είναι οι παρατηρήσεις του Π.Κονδύλη ως προς τον χαρακτήρα του ανθρώπου που τον θέτει πέραν της αισιόδοξης και απαισιόδοξης ανθρωπολογίας: " ο άνθρωπος ούτε είναι αναγκαστικά "κακός" όατν σκοτώνει ούτε είναι αναγκαστικά "καλός" όταν αγαπά. Είναι ον ανοιχτό και ρευστό, κι αν διψά τόσο πολύ για μια ταυτότητα, αν γατζώνεται από ό,τι του δίνει προσανατολισμό (λ.χ. την ηθική), το κάνει ακριβώς από φόβο μπροστά στο ενδεχόμενο να μείνει ό,τι είναι, δηλ. ανοιχτός και ρευστός, αβέβαιος και ανερμάτιστος. Έτσι, όλα τα ενδεχόμενα είναι συνεχώς πιθανά και όλες οι καταστάσεις επίκεινται αδιάκοπα. Οι ανθρώπινες κοινωνίες δεν μπορούν να ζήσουν ούτε σε εμπόλεμη κατάσταση δίχως ανάπαυλα ούτε σε κατάσταση αδιατάρακτης ειρήνης. Φιλία και έχθρα δεν διαδέχονται απλώς η μια την άλλη, αλλά συνυπάρχουν και αλληλοδιαποτίζονται, εφ' όσον η φιλία κατά κανόνα συμβαδίζει, άμεσα ή έμμεσα με την κοινή τοποθέτηση εναντίον ενός κοινού εχθρού (πράγμα που στην πιο ανώδυνη μορφή του λέγεται "'εχουμε κοινά ενδιαφέροντα") και δεν υπάρχει φιλία που να μην μπορεί να μεταπέσει σε έχθρα, όπως και το αντίστροφο. Οι αδιάκοπες αυτές μεταβολές και κυμάνσεις είναι συνάρτηση συγκεκριμένων συγκυριών και συνομαδώσεων, δεν συντελούνται δηλ. επειδή ο (ίδιος) άνθρωπος τη μια ώρα είναι "καλό" και την άλλη στιγμή γίνεται "κακός"(σελ.123).
Βεβαίως ο Κονδύλης καταλήγει ότι με την περιγραφική θεωρία δεν μπορεί να συγκροτηθεί και να επιβιώσει μια κοινωνία , κάτι τέτοιο το αναλαμβάνει η κανονιστική σκέψη(σελ.125).
Ο Π.Κονδύλης τελειώνει τις "Οφειλόμενες απαντήσεις" με την παρατήρηση: "γιατί όσοι βάλλουν εναντίον του ανθρωποκεντρισμού είναι κι αυτοί άνθρωποι, όπως άνθρωποι ήσαν και όσοι εκθρόνισαν τον θεοκεντρισμό για να βάλουν στη θέση του τον ανθρωποκεντρισμό(βλ. εκτενέστερες παρατηρήσεις στο βιβλίο μου Η παρακμή του αστικού πολιτισμού, κεφ. "Προοπτικές"). Η υπέρβαση του ανθρωποκεντρισμού επιχειρείται , με άλλα λόγια, και πάλι από ανθρώπους με συγκεκριμένες πολεμικές βλέψεις (εναντίον διαφορετικών θεωριών) και με συγκεκριμένους δικούς τους (ηθικούς και άλλους) σκοπούς, των οποίων θέλουν να εκπροσωπούν τη γνήσια διατύπωση και ερμηνεία(σελ.130).
Με πικρό χιούμορ θα σημειώσει για καθηγητές των ελληνικών πανεπιστημίων, πως η υψηλή επίδοση τους σε κατασκευή κοινωνικών θεωριών με τις οποίες στην φαντασία τους γίνονται αυτόματα κοσμοπλάστες τους παρηγορεί "για την γενική κοινωνική τους ασημαντότητα ή ιδιαίτερα για το γεγονός ότι είναι μισθωτοί υπάλληλοι αναγκασμένοι να παλεύουν νυχθημερόν με τις μηχανορραφίες των συναδέλφων τους και τις ανορθογραφίες των φοιτητών τους"(σελ.130).

Γιώργου Ρακκά: Σύγχρονες Βαβέλ

από την Ρήξη φ. 142


Πρόκειται για τη διδακτορική διατριβή του Γ. Ρακκά για ένα σύγχρονο και τόσο φλέγον θέμα, τη μετανάστευση, που είναι εξαιρετικά κρίσιμο να το αντικρίσει κάποιος με την ψυχραιμία και την απόσταση που απαιτεί η επιστημονική προσέγγιση. Παρότι ο συγγραφέας τελικά θα διατυπώσει τη δική του, την προσωπική του άποψη, αυτό δεν τον εμποδίζει να την τεκμηριώσει με το αναγκαίο εννοιολογικό πλαίσιο, αλλά και το απαραίτητο εμπειρικό υλικό. Η απουσία του δευτέρου θα είχε ως συνέπεια να κτίσει πάνω στο κενό, ενώ η απουσία του πρώτου θα καθιστούσε αδύνατη την κατανόηση της πραγματικότητας.
Κατ’ αυτό τον τρόπο, ο συγγραφέας θα ερευνήσει τις σύγχρονες, αλλά και τις παλαιότερες διαστάσεις της μετανάστευσης, θα αναζητήσει τους λόγους που μεγάλα ανθρώπινα σύνολα εγκαταλείπουν τη γενέθλια γη τους για να επιχειρήσουν να βρουν την τύχη τους σε άλλα μέρη. Τα αποτελέσματα και οι συνέπειες είναι πολλαπλά. Για παράδειγμα, η χρήση της χαμηλά αμειβόμενης εργασίας αποτρέπει την τεχνολογική καινοτομία και τις επενδύσεις εντάσεως κεφαλαίου. Η μετανάστευση υποκαθιστά θέσεις εργασίας που δεν είναι ελκυστικές για τον εγχώριο πληθυσμό, καλύπτοντας πραγματικά κενά, ή, σε άλλες περιπτώσεις, χρησιμοποιείται για τη συμπίεση των μισθών; Ο συγγραφέας αναφέρεται στην έρευνα του καθηγητή του Χάρβαντ Ρ. Πάτμαν όπου, «όσο μεγαλύτερος είναι ο βαθμός πολυπολιτισμικής οργάνωσης μιας κοινωνίας, τόσο μικρότερη κοινωνική εμπιστοσύνη υπάρχει όχι μόνον μεταξύ των διαφορετικών κοινοτήτων, αλλά και εντός τους» (σελ. 77).
Το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι η μετακίνηση προς την Ευρώπη μεγάλων μουσουλμανικών πληθυσμών, που δεν έχουν διάθεση να ενσωματωθούν στις δυτικές κοινωνίες και, αντίθετα, ασπάζονται τις πιο ριζοσπαστικές εκδοχές του ισλάμ. Έτσι, δημιουργούν αποκλειστικούς κοινωνικούς χώρους μεγάλης ανομίας, που πιέζουν τα εγχώρια λαϊκά στρώματα. Τα τελευταία ενισχύουν άλλοτε τις ηπιότερες και άλλοτε τις πιο σκληρές μορφές ακροδεξιάς. Από τη χώρα μας το διάστημα 1955-1974 έφυγαν περίπου 1.083.706 άτομα, ορισμένες μάλιστα χρονιές ο πληθυσμός μειωνόταν, αφού οι μεταναστεύσεις υπερέβαιναν τις γεννήσεις. Όμως η μετανάστευση των Ελλήνων μετά το 2009 αφορά κυρίως ανθρώπους υψηλού συνήθως μορφωτικού επιπέδου, δημιουργώντας μια συσσωρευμένη ζημιά 15,5 δισ. ευρώ.
Το μεγαλύτερο μέρος της ελληνικής αριστεράς επέδειξε μια εξαιρετική τυφλότητα όσο και εμμονή σε ιδεολογικές προκαταλήψεις, που την εμπόδισαν να δει την πραγματικότητα, με αποτέλεσμα να ωφεληθεί η Χρυσή Αυγή, ένα κόμμα που πριν την κρίση δεν ξεπερνούσε το 0,25%, ενώ πλέον σε ορισμένες συνοικίες κινείται σε διψήφια νούμερα. Ο λόγος είναι ότι η νομιμότητα καταργήθηκε και το κράτος υποκαταστάθηκε από διάφορες συμμορίες.
Συγκλονιστικές είναι εν προκειμένω οι μαρτυρίες που χρησιμοποιεί ο συγγραφέας, που δείχνουν ότι ένας ντόπιος πληθυσμός, χαμηλού εισοδήματος (που σε κάποιες περιπτώσεις περιλάμβανε και μετανάστες πρώτης γενιάς) δέχτηκε τα ανεξέλεγκτα κύματα μεταναστών που εκμηδένισαν κάθε ίχνος ασφάλειας και αυτοσεβασμού τους. Στις περιοχές όπως ο Άγιος Παντελεήμονας, δεν υπήρχε καθαριότητα, δεν υπήρχε ασφάλεια, ενώ συχνότατες ήταν οι επιθέσεις σε γυναίκες (βλέπε τις συγκλονιστικές μαρτυρίες σελ.180-190). Όλα αυτά τα γεγονότα συσκοτίστηκαν από ένα ρεύμα εθνοαποδόμησης-εθνομηδενισμού που στεγάζει ακραίους νεοφιλελεύθερους έως κομμάτια της λεγόμενης ριζοσπαστικής αριστεράς και του αντιεξουσιαστικού χώρου, που ομνύουν σε μια λογική αποκλειστικά ατομικών δικαιωμάτων. Ο συγγραφέας καταλήγει ότι η Ευρώπη –και η χώρα μας ειδικότερα– θα πρέπει να απορρίψει τα δύο αντιθετικά παραδείγματα την ήπειρο-φρούριο και την ήπειρο-Βαβέλ και να οδηγηθεί σε περισσότερο ισορροπημένες λύσεις όντας ανοιχτή κυρίως σε πληθυσμούς πολιτιστικά συμβατούς με αυτήν και μπορούν να οδηγήσουν στην «ουσιαστική βελτίωση της βιωσιμότητάς της» (σελ. 18).

Τετάρτη, 11 Απριλίου 2018

Συνέντευξη του Σωτήρη Σόρογκα


ΠΗΓΗ:http://ardin-rixi.gr/archives/207710

Αναδημοσίευση από το liberal.gr 
«Καθίστε», είπε, δείχνοντας την καρέκλα που θα καθόμουν. Και μετά είπε: «Αυτό είναι ένα μικρο κάτι για εσάς» αφήνοντας μια σοκολάτα με ολόκληρα αμύγδαλα στο τραπέζι δίπλα μου. Γυρνώντας την πλάτη, βηματίζοντας προς το δικό του κάθισμα, ο ζωγράφος Σωτήρης Σόρογκας πήρε αυτή τη συνέντευξη στα χέρια του λέγοντας «Ξέρετε, νομίζω πως δεν υπάρχει τίποτα καινούργιο να πω. Τα έχω πει όλα αρκετές φορές. Δηλαδή για το πώς μεγάλωσα και ποιες δυσκολίες αντιμετώπισα». Πολύ καλά. Το εννοώ πολύ καλά. Πλέον μπορώ να απλώσω το σώμα μου στην καρέκλα που πρόσφερε πιο ήρεμος. Το «Δεν υπάρχει τίποτα καινούργιο να πω για μένα. Τα έχω πει όλα» είναι από μόνο του, ολόκληρη, συνέντευξη. Ο Σόρογκας είναι ένας άνθρωπος με χαμογελαστό βλέμμα και ευγένεια στον ήχο της φωνής του. Όταν μιλά για την τέχνη, την πολιτική, τη μαγεία του έρωτα, η ευεξία που προκαλεί ο «σταθερός ενεστώτας» αυτού του σπάνιου ανθρώπου είναι ισόποσα σημαντικός ίσως με τις ρίζες, το σώμα, την εξέλιξη του καλλιτεχνικού του έργου.
Επέστρεψε πριν λίγες μέρες από τη Θεσσαλονίκη. Είναι ενθουσιασμένος από εκείνο το ταξίδι. Θεωρεί τον τρόπο που οργανώθηκε αναδρομική έκθεση με έργα του πραγματικά υπέροχο. Λέει, επίσης, πως αισθάνεται κουρασμένος από τις υποχρεώσεις που προέκυψαν γύρω από αυτή την έκθεση. Κοιτώ την ξαπλωμένη σοκολάτα που μου προσέφερε. Θα πάρω ένα κομμάτι αργότερα, σκέφτομαι, την ώρα που ρωτώ να μάθω περισσότερα γύρω από το «Δεν υπάρχει κάτι καινούργιο να πω για μένα» του. Το ότι δεν υπάρχει κάτι καινούργιο να πείτε για εσάς είναι καινούργιο για εμάς. Ας ξεκινήσουμε από αυτό παρακαλώ.
Συνέντευξη στον Γιάννη Παναγόπουλο
– Είστε σίγουρος πως ό,τι ήταν να πείτε για εσάς και το έργο, σας έχει ήδη λεχθεί;
Πιστεύω πως ναι. Έχω είδη πει πάρα πολλά. Γιατί ο ζωγράφος οφείλει να σιωπά για την προσωπική του ζωή και κυρίως για το έργο του. Τι επιδιώκει να ζωγραφίσει, ποιο το νοηματικό ή συναισθηματικό περιεχόμενο των έργων του ή τι επιθυμούσε να μεταδώσει. Ο Μπρακ ήταν πολύ αυστηρός επ’ αυτού. Έλεγε ότι ο ζωγράφος πρέπει να κόβει τη γλώσσα του. Όλοι έχουμε ακούσει αστείες ιστορίες με ύφος φιλοσοφίζον και βαρύγδουπο για το τι θέλει να πει ο ίδιος με τα έργα του. Όμως σχεδόν πάντοτε τις προθέσεις των περισσοτέρων μας της παίρνει ο αέρας και χάνονται, ενώ σπανίως μορφοποιούνται σε κιβωτό που τις περιέχει. Το έργο – κιβωτός πρέπει άλλωστε να βρει και τον τρόπο να εξακτινώνεται στους ανθρώπους και στις εποχές. Δηλαδή πρέπει να έχει και διάρκεια. Αυτό όμως είναι δύσκολες κουβέντες που δεν είναι του παρόντος.
– Το παρόν, αυτό που σύντομα θ’ αποκτήσει ιστορική διάσταση δεν έχει το δικό του αυτόνομο ενδιαφέρον;
Το παρόν το εντάσσω ως ένα επί μέρους στα όσα ήδη σας είπα. Αυτά μέλλεται να καταγραφούν. Εδώ δεν πρόκειται περί αυτού. Αναφερόμαστε σε μια αφήγηση. Σε μια μορφή μνήμης αν θέλετε παλαιών χρόνων που ανάλογα με τη διάθεση άλλοτε λάμπει και άλλοτε γίνεται απελπισμένη.
– Αυτή τη στιγμή πώς θα περιγράφατε τη διάθεση σας;
Εις τα δυσμάς του βίου τους οι άνθρωποι συνήθως πάσχουν από κάτι. Ο αείμνηστος φίλος μου Δημήτρης Μυταράς έπασχε από τα μάτια του. Και καταλαβαίνετε τι σημαίνει αυτό για έναν ζωγράφο. Είναι για μένα ένα ορόσημο η αγάπη που είχε για τη δουλειά του που τον κρατούσε ζωντανό αφηγούμενος στη γραμματέα του τις χρωματικές λειτουργίες και τα χαρακτηριστικά των πινάκων. Όταν του τηλεφωνούσα για να του κάνω συντροφιά την έβαζε να μου διαβάζει εδάφια του βιβλίου του. Τώρα που τα σκέφτηκα θυμάμαι πόσο τρυφερός ήταν και πόσο αγαπούσε τα παιδιά. Στα βαφτίσια της κόρης μου. Της έφερε δώρο ένα υπέροχο ζωγραφισμένο πουλί με χρώματα παστέλ.
– Ποια σχέση διατηρείτε με τα έργα σας; Πότε λέτε πως ένα έργο σας έχει ολοκληρωθεί;
Όταν αρχίζει κάποιος να ζωγραφίζει κάτι έχει στο νου του. Το βλέπει ο ίδιος πριν γίνει. Και κατά τη διάρκεια της κατασκευής του και όσο πλησιάζει στην ολοκλήρωσή του. Στην ταύτιση δηλαδή αυτού που ξεκίνησε να κάνει με αυτό που έκανε. Βέβαια απόλυτη ταύτιση νομίζω πως δεν υπάρχει. Και ούτε νομίζω πως ποτέ θα υπάρξει. Θυμάμαι τον Μόραλη, τον υπέροχο δάσκαλο μου. Όταν μας έβαζε να ζωγραφίζουμε νεκρές φύσεις ή κάποιο μοντέλο εμείς περιμέναμε να μας πλησιάσει κάνοντας μια κριτική ή ένα σχόλιο αναφορικά με αυτό που είχαμε φτιάξει. Μου ’λεγε «Σόρογκα σε αυτό το κομμάτι του έργου σου, δείχνοντας μια μικρή συγκεκριμένη περιοχή του πίνακα όχι ολόκληρο το έργο έχεις την αίσθηση πως δεν μπορείς ν’ αλλάξεις κάτι. Έχεις κατασταλάξει.
Είναι φανερό αφού η παραμικρότερη μετάλλαξη ή μετακίνησή του θα το αποδομήσει. Αυτό που συμβαίνει στο συγκεκριμένο σημείο του έργου δεν υπάρχει στο σύνολο. Στο σημείο ή στα σημεία αυτά είχαν γίνει από ένστικτο ή τύχη. Δεν υπάρχει λοιπόν ένας μεθοδικός έλεγχος ο οποίος χτίζει μια επιφάνεια με ένα σοφό τρόπο στο υπόλοιπό έργο. Έπρεπε λοιπόν να συγκροτούμε την επιφάνειά μας με αυτή τη γνώση. Γνωρίζοντας πως τίποτε τελικά δεν μπορεί να μετακινηθεί. Ή να τροποποιηθεί. Του λέγαμε «δάσκαλε αυτό που ζητάς είναι αδύνατο». Εκείνος το έθετε ως όριο ως ζητούμενο. Ήταν ένα μέγιστο μάθημα για μένα. Το να μη μένω στην ευκολία. Το να ακολουθώ το όραμα που έχω και να κοιτώ αντικειμενικά τη συγκρότησή του.
– Στο παρελθόν έχετε μιλήσει για τις αριστερές καταβολές της οικογένειάς σας.
Ο συγχωρεμένος ο πατέρας μου ήταν αρτεργάτης. Ένας απλός άνθρωπος που τον οικειοποιήθηκε η αριστερά με στοιχεία αγιοσύνης που τον οδήγησαν στην τότε αριστερά με καθοδηγητή τον Πλουμπίδη έγινε και Γενικός Γραμματέας του σωματείου των Αρτεργατών. Μου έλεγε: Πλουτοκρατία, στρατοκρατία, παπαδοκρατία οι τρεις πυλώνες συγκρότησης του αστικού καθεστώτος που εκμεταλλεύεται τον εργάτη και συντηρεί την αδικία του κόσμου. Την βεβαιότητα αυτή μέχρι που πέθανε το 1982, δεν μπόρεσε να την αποβάλει.
– Υπήρξε περίοδος που η αριστερά έμοιαζε να γνωρίζει τα πάντα. Πως είχε μια απάντηση για κάθε ερώτηση. Δεν είχε σημασία ποια μπορεί να ήταν αυτή. Η άποψή της ήταν κάτι σαν πιστοποίηση ποιότητας της σκέψης.
Βίωσα αυτό το ιδεολόγημα με τη λογική πως οι αριστεροί είμαστε οι προνομιούχοι του πνεύματος. Πως γνωρίζαμε πολύ περισσότερα από άλλους που λόγω αλλοτριώσεως ή από έλλειψης γνώσεως δεν μπορούν ν’ αντιληφθούν. Αυτό είχε συμβεί και σε μένα μέχρι περίπου τα μέσα της δεκαετίας του 1980, όπου ο κλονισμός αυτής της βεβαιότητος είχε συντελεστεί.
– Τι συνέβη τότε;
Αυτές οι αλλαγές δεν συντελούνται τόσο εύκολα. Έρχονται αργά. Μετά από μια άλλη οπτική του κόσμου, αλλά διαβάσματα, άλλες εικόνες, άλλη φίλοι.
Με τον Στέλιο τον Ράμφο μεγάλο γνώστη των πατερικών κειμένων και της ηλιόλουστης ορθοδοξίας, όπως την έλεγε ο ποιητής Νίκος Καρούζος, επισκέφτηκα για πρώτη φορά το Άγιον Όρος. Μόνο με τις τοιχογραφίες του Πανσέληνου στο Πρωτάτο ή του Θεοφάνη στη Μονή Σταυρονικήτα, διαπίστωσα πόσο θαυμαστά πράγματα είχα στερηθεί από έναν ηλίθιο δογματισμό. Υπάρχει ακόμα βορείως των Πρεσπών αλλά εντός της FYROM ένα μικρο μουσείο απίστευτης ομορφιάς και σπουδαιότητας. Τέσσερις ή πέντε αμφίπλευρες εικόνες συγκροτούν κάτι εξόχως μοναδικό και ανεπανάληπτο που μένει για πάντα κάτι ξεχωριστό.
– Της Μακεδονίας…
Απορώ με αυτούς τους ανθρώπους για την έλλειψη αξιοπρέπειας που τους διακατέχει. Πώς μπορούν αφού είναι Σλάβοι ν’ αποποιούνται την ιερότητα της καταγωγής τους και να θέλουν να λέγονται Μακεδόνες;
– O Σύριζα πρόδωσε τους ψηφοφόρους του;
Είναι προφανές.
– Πώς σας ακούστηκε η φράση: «Aριστερόστροφος ο πιο επικίνδυνος φασισμός» που είπε ο Μίκης Θεοδωράκης στο συλλαλητήριο για τη Μακεδονία στην Αθήνα;
Μιλάτε για γεγονός που έδωσα και εγώ το «παρών». Η φράση του Μίκη Θεοδωράκη ήταν εύστοχη. Γιατί ο αριστερόστροφος φασισμός είναι επενδεδυμένος με μια αγαθή πρόθεση. Για μένα ο Θεοδωράκης στο συλλαλητήριο ήταν συγκινητικός και αληθινός. Είναι προς τιμήν του τόλμησε να πει «Όχι» σε μια βεβαιότητα που βίωσε έντονα, που πρωτοστάτησε, που πρωταγωνίστησε. Αγαπώ και τον Γιώργο Καραμπελιά, καθώς και τη γυναίκα του Χριστίνα που χρόνια ατελείωτα αγωνίστηκαν για ιδανικά αξιοσύνης και αξιοπρέπειας όμοια με τον Θεοδωράκη και τόσων άλλων. Βοηθάω και εγώ όσο μπορώ τον Καραμπελιά για την έκδοση ενός πολύ καλού περιοδικού του «Νέου Λόγιου Ερμή», που δημοσιεύει κάθε τρεις μήνες επί τρία τώρα χρόνια υπέροχα κείμενα για μια ανανεωμένη Ελληνική παράδοση. Το πνευματικό κέντρο στην οδό Ξενοφώντος 4 λειτουργεί αρκετά χρόνια απρόσκοπτα χάρη στη γενναιοδωρία κυρίως και την ασταμάτητη εργασία του.
– Στην τέχνη είναι νέα η λογική που λέει πως το πλαίσιο που εκτίθεται ένα καλλιτεχνικό έργο μπορεί να είναι ίσης σημασίας με εκείνο;
Αυτό είναι βέβαια παλιό. Είχαν προηγηθεί οι Ντανταϊστές οι οποίοι διακωμωδούσαν την τέχνη ως προϊόν μιας κουλτούρας της αστικής συνθήκης, η οποία παραλλήλως έφερνε και τους καταστροφικούς πολέμους. Ο Μαρσελ Ντυσάν, ο Πικαμπιά και άλλοι, τοποθετούσαν στις εκθέσεις τους έργα με κολλημένα σπιρτόξυλα, εισιτήρια λεωφορείων, έβαζαν μουστάκι στη Τζοκόντα ή τοποθετούσαν ανάποδα ένα ουρητήριο. Ωστόσο αυτά τα έργα – διαμαρτυρίας το σύστημα τα τοποθετούσε ξανά στα μουσεία που υποτίθεται ότι τα πολεμούσαν. Έκτοτε εδώ και εκατό τόσα χρόνια εξακολουθεί αυτή η τέχνη να είναι ή να παραστάνει την πρωτοπορία και το καινούργιο στην τέχνη.
– Τα Ντοκουμέντα της Αθήνας ήταν ένα παράδειγμα;
Κατά τη γνώμη μου ήταν ένα σύγχρονο κατάντημα της τέχνης. Παρακολουθώ τα Ντοκουμέντα του Κάσσελ πριν γεννηθείτε. Πήγαινα κάθε τέσσερα χρόνια για να βλέπω τι συμβαίνει με όλα αυτά μήπως και μείνω απληροφόρητος. Τα Ντοκουμέντα λειτούργησαν υπονομευτικά για την ίδια την τέχνη. Περιθωριοποίησαν τη ζωγραφική. Αντίθετα με τη ζωγραφική πιστεύω πως η ποίηση έχει ψηλά ακόμα το κεφάλι και διατηρεί απόλυτα την πνευματικότητα της.
– Γιατί η ζωγραφική ήταν ευκολότερη από την ποίηση στην υπονόμευσή της;
Γιατί εμπορευματοποιήθηκε. Ανοίχτηκε στις πύλες της ευκολίας. Έγινε μια τέχνης δίχως κριτήρια το κύρος της το αποκτούσε από το που εξετίθετο. Κάποτε οι ιστορικοί της τέχνης, οι διευθυντές των μουσείων έψαχναν να βρουν τα ταλέντα. Τώρα τα δημιουργούν οι ίδιοι. Τους λένε και τι να κάνουν. Έχει καταντήσει η όλη κατάσταση μια επιχείρηση όσων την διαπραγματεύονται ή τη διακινούν.
– Σε τι ελπίζετε;
Στο αίσθημα της αυτοσυντήρησης του λαού μας. Οι δύο μεγάλες πρόσφατες διαδηλώσεις νομίζω πως αντανακλούν ένα ανυποχώρητο αίσθημα αγάπης για την πατρίδα, την ορθοδοξία και την Ελληνική ιδιαιτερότητα, η οποία συνεχώς και μεθοδικά υπονομεύεται από τις δήθεν προοδευτικές δυνάμεις, τους Εθνομηδενιστές ή τους διεθνιστές, θλιβερά κατάλοιπα άλλων καιρών. Θα χρειαστούμε πιστεύω μια κυβέρνηση να αγαπάει τον τόπο και την τριχιλιετή πνευματική της παράδοση, την αναβάθμιση της παιδιάς, την προστασία της γλώσσας και την Εθνική μας ιδιαιτερότητα.
* Αναδημοσίευση από τον Φιλελεύθερο, αρ. φύλλου 85.

Τρίτη, 10 Απριλίου 2018

Νώντας Τσίγκας: Η επανεύρεση της "πρώτης" μνήμης


 Πηγή:http://fractalart.gr/aurelia/
Λίλα Τρουλινού «Αουρέλια, Η πρώτη μνήμη» – Νουβέλα, Εκδόσεις Περισπωμένη, Δεκέμβριος 2017, σελ. 120

«Tον χτύπησαν με τρόπο ύπουλο», λέει και κοιτάζει γύρω της ανήσυχη. Το χτύπημα ήταν μελετημένο και κράτησε χρόνια πολλά. Πρώτα έφτιαξαν έναν ωραίο μύθο που να πουλάει, ο γραφικός, ο ανέστιος, ο ανατολίτης, μετά έκαναν βιτριολική κριτική στα έργα του, ύστερα είπαν όπως στράγγισε το ταλέντο του κι έπειτα τον κατηγόρησαν για λακέ της αστικής τάξης. Στο τέλος τον είπαν προδότη, φασίστα και συνεργάτη της Σιγουράντζα, που ήταν η μυστική αστυνομία της Ρουμανίας. «Μετά από λίγο αρρώστησε ξανά. Και πέθανε. Όμως εγώ ξέρω την αιτία» […]

Το βιβλίο της Λίλας Τρουλινού βασίζεται σε μια αλλόκοτη ωστόσο διόλου ανεδαφική ιδέα: Ο άνθρωπος που βυθίζεται σταδιακά στην άνοια ενώ χάνει την δυνατότητα της άμεσης μνημονικής ανάκλησης (δηλαδή παρουσιάζει ελλείμματα στην «πρόσφατή» του μνήμη), διασώζει –για μεγάλο διάστημα ̶  μονάχα την «απώτερη» μνήμη (την «πρώτη»- όπως αναφέρεται και στον δευτερότιτλο του βιβλίου της Τρουλινού). Απωθεί λοιπόν, προσπερνά, διαγράφει, μα κυρίως διαστρέφει το παρόν, δημιουργώντας «μυθοπλαστικά» κάποιο καινούργιο ολοδικό του παρόν ̶ εν πολλοίς ανύπαρκτο, ακατανόητο, ΑΠΡΟΣΠΕΛΑΣΤΟ και σκοτεινό για τους άλλους.  Εδώ, ο συχνά παραληρηματικός  ̶ μα, κυρίως, βαθύτατα ποιητικός ̶   λόγος της Αουρέλια σωσμένος από τη λαλιά  και την πένα της Ραλούκα της θυγατέρας  της [και μητέρας της συγγραφέως του βιβλίου] μας μεταφέρει στον γενέθλιο τόπο των Ρουμανόβλαχων/Κουτσόβλαχων των οποίων οι απόγονοι (τα κύρια πρόσωπα της νουβέλας  ̶ τρεις γενιές: η γιαγιά, η μητέρα, η εγγονή) καταφθάνουν κάποτε στη Θεσσαλονίκη από την Αβδέλα των Γρεβενών.
Μνήμη του  αδικοχαμένου αδερφού Κορνέλιου-μικρό συναξάρι:
«Λάτρης της πατρίδας του», μου λέει και το πρόσωπό της σκοτεινιάζει, «κι όμως υποφέρει σ’ αυτήν και βασανίζεται. Γιός ιερέα χωρίς καμιά ακράδαντη πίστη. Κοντά στους ομοίους του, χωρίς καμιά ουσιαστική εγγύτητα. Ψάχνει μια βεβαιότητα για να πορευθεί στον κόσμο. Μια πίστη για να κρατηθεί. Εγώ την αφουγκράζομαι. Κοιτάζω τα χείλη της που κινούνται. Μαντεύω τις λέξεις. Ξέρω για ποιό πράγμα μιλάει. «Ψάχνει τον αρχηγό. Αυτόν που θα τον αγαπήσει με δύναμη και θα θελήσει να κάνει και τους άλλους να τον αγαπήσουν. […] όμως δεν είναι στη φύση του ο φανατισμός» […] Τότε παλιά στο Βουκουρέστι. Τότε που νόμιζε πως τον ήξερε καλύτερα [η Αουρέλια τον αδερφό της] από ότι ο ίδιος τον εαυτό του.
[…] Γυρίζω και βλέπω τον αδελφό μου. Το πρόσωπό του γεμίζει ρωγμές. Σταγόνες ιδρώτα κυλάνε. Οι ρωγμές διακλαδίζονται, ρυάκια αίμα ξεπηδάνε. Το πρόσωπό του θρυμματίζεται. Σωριάζεται καταγής. Ο λευκοντυμένος άνδρας κατεβαίνει απ’ τ’ άλογό του και μπαίνει στην εκκλησία. «Ο απεσταλμένος του Αρχαγγέλου Μιχαήλ» ψιθυρίζει μια γυναίκα. «Ήρθε από τον ουρανό για να μας σώσει».
Έτσι, επανεμφανίζεται -νεκρανασταίνεται και η παρέα του Ιστράτι με τα μέλη, που προσωρινά ή μόνιμα προσχωρούν στην τρομερή φασιστική Λεγεώνα του Αρχαγγέλου. Ο ίδιος Παναΐτ Ιστράτι, ο Αλεξάντρου Τάλεξ, ο Μιχάι Στελέσκου, ο Αχίλλης Μανάκης πίνουν μαζί στη λαϊκή μπρασερί. Πίνουν κρασί  ή τσούικα (αντί για ρακή από δαμάσκηνα). Και «η ορχήστρα παίζει ρουμάνικα παραδοσιακά τραγούδια»:
[…] Όλοι ακούνε το γδάρσιμο του ανέμου στα κοφτερά σπαθιά, τις πέτρες που κατρακυλούν και συσπειρώνονται σαν μάτι του κυκλώνα, την άγρια φλογέρα από αφροξυλιά […]



Παιδεμένη-αριστουργηματική γραφή, με στόφα και όρους «υψηλής» λογοτεχνίας. Άφθονα τα συμβολικά, τα μαγικορεαλιστικά -σουρεαλιστικά στοιχεία και οι λυρικές εξάρσεις  ̶ κάποτε παροξυσμικές σαν φωταψίες.
[…] τ’ αρυτίδωτα πρόσωπα των φιλντισένιων κρίνων.
[…] »Το χιόνι έμπαινε από τα ορθάνοιχτα παράθυρα και γέμιζε με λευκά και γκρίζα ξέφτια η σάλα. Το χιόνι έπεφτε στην όχθη, στη στέπα πιο πέρα, έπεφτε λευκό στα σφαγεία που σφάδαζαν στο αίμα, καυτό αίμα στα χαντάκια κυλούσε αθώων προβάτων, και μες στα χαντάκια γλείφαν το αίμα τραχιές γλώσσες άγριων ζώων.
Γραφή που σχετίζεται με τον τρόπο ενός Τόμας Μαν, ενός Ιστράτι (αυτό το άμοιρο ψάρι που κολυμπά αντίθετα στο ρεύμα, ο οξύρρυγχος που θα προφέρει θυσιαστικά το μαύρο του χαβιάρι στον κόσμο,  ένας διαποτισμένος με το να γράφει καθ’ έξιν για κείνους «που δεν ανήκουν πουθενά» γιατί «ζήτω ο άνθρωπος που δεν ανήκει πουθενά» γραμμένο και στα ελληνικά και στα ρουμάνικα…), μα και άλλων όπως του Ρεμπρεάνου που τάχθηκε με τους «άλλους»… Κι ήρθαν συχνά στο νου μου  τα αυτοβιογραφικά του Ελίας Κανέτι μα και του Ιάνη Ξενάκη. Από κοντά ήταν σαν να άκουγα κάποτε μουσική του βυζαντινού Ντιμίτρι Καντεμίρη ή του Γκεόργκε Ενέσκου. Και ο μηδενιστής στοχαστής Εμίλ Σιοράν δεν ήταν μακριά μου… Η Βράιλα-οι θλιβεροί βαλτότοποι, η Τρανσυλβανία, ο φασισμός / το μίσος που ευνοούνται από την ανέχεια, την εξαθλίωση, την ηθική πτώση, το ποδοπάτημα της περηφάνιας και της αξιοπρέπειας των απλών ανθρώπων. Σπαρακτικές οι περιγραφές της ζωής  των ταπεινών , των εξαθλιωμένων ψαράδων [σαν να μοιράστηκα μαζί τους ψωμί από ιχθυάλευρο από παστό ψάρι…], η πολύχρωμη παρέα των γύφτων και των ανδραπόδων τους. Ο Τριστάν και η αρκούδα ο Ντόρου πρωταγωνιστές σ’  αυτό το γοητευτικό ποιητικό -χορευτικό καραβάνι της ανομίας και αναρχίας.
Και η αντίστιξη αυτών όλων με την άθλια Ελλάδα του σήμερα. Της χρεοκοπίας… Ημιτελή έργα παντού στην συμπρωτεύουσα Θεσσαλονίκη-σαν ζωή που σταμάτησε. Σωροί από χώματα. Λάκκοι έτοιμοι να σε κάνουν να σκοντάψεις και να πέσεις μέσα. Εκσκαφές-εκχωματώσεις, επιχωματώσεις. Σήραγγες του μετρό-  που σκάπτονται υπογείως και ορύγματα που υψώνονται στο παραλιακό μέτωπο με τις ξεχαρβαλωμένες πλάκες εκεί που λάβαιναν χώρα άλλοτε τα καλοκαιρινά Θούρια και οι εκδηλώσεις της ΚΝΕ…
Τα πάρκα είναι έρημα, η παραλία παντού σκαμμένη. «Πώς θα περά-σουμε απέναντι;» Δεν υπάρχουν λαμπρά έργα αλλά μονάχα ποντίκια, φίδια, πένητες, άθλιοι, άστεγοι κρυμμένοι μέσα σε λαμαρίνες σπαράγματα αυτοκινήτων. «Τα πάρκα περιφραγμένα με συρματοπλέγματα, λόφοι με χώματα, παντού χαρακώματα». Άφιλη κι  άξενη πόλη και για τους αυτόχθονες ακόμα. Η συγγραφέας ηθελημένα αδιαφορεί /αγνοεί τα λαμπρά «Μέγαρα». Βλέπει τη λαμπρή καταισχύνη του πολιτισμού.
[…] «Τίποτα δεν αξίζει σ’ αυτόν τον τόπο» λέει, και σέρνεται αδιάκοπα μες στα βαλτόνερα, γιατί η ιδέα της ματαιότητας δεν εξελίσσεται ούτε οδηγεί πουθενά, πάντα βρίσκεσαι κολλημένος στην ίδια βρώμικη λάσπη, εκεί όπου αναμασάς της ανθρώπινης εξαθλίωσης την αδυσώπητη γνώση.


Όπως και στο Δέλτα του Δούναβη στον τόπο των εξορίστων, των βασανισμένων, των ξεχασμένων από ανθρώπους και απ’ τον Θεό. Η Θεσσαλονίκη, μια πόλη που έχει απωλέσει  τη μνήμη της, σε μια διαρκή ανασκαφική δραστηριότητα- λες και προσπαθεί να θυμηθεί-να ανασκάψει «την άλλη» της μνήμη. Όστρακα λογής ξεκολλούν ακόμα και από τον ουρανό της πόλης. Έτσι μοιάζει να συμβαίνει και στο μπαλκόνι του τρίτου ορόφου (όπου και το ιατρείο του νευρολόγου της Πλ. Ναυαρίνου) που «βλέπει» προς το μυθικό ανάκτορο του Γαλερίου. Και από τον νευρολόγο πάλι η οδηγία για το σκεύασμα  Σέλ-ιους του οποίου η ξενική ρίζα συνηχεί με το κύτταρο (cell) , το όστρακο-χτένι (shell) και το ρήμα  πουλώ (sell) …]. Ένα αντικαταθλιπτικό που στέκεται χρήσιμο για την αντιμετώπιση της οδυνηρής σύγκρουσης με την πραγματικότητα και όχι σαν ένα φάρμακο που θα επαναφέρει την ήδη απωλεσθείσα μνήμη. Η διαδικασία της ανασκαφής και της έρευνας συντελείται αλλού: στα βαθειά  ̶ στα πλάτη και τα μάκρη ̶  τις πρώτες «εγγραφές».  Τέλος αποδείχνεται πως μια φράση, όλη κι όλη, είναι αυτή που παλεύει… μονάχη αφού όλοι οι πολιτικοί, ποιητικοί και φιλοσοφικοί μαίανδροι που διατρέχουν το βιβλίο οδηγούν σ’ αυτήν την σπαρακτική τελευταία φράση:
«Όλο το μελάνι του κόσμου δεν φτάνει για να ξεπλύνει την ντροπή μου»…
Αυτή είναι που ορίζει και το αληθινό χρέος της μνήμης: Να μην επιτρέψει ν’ αποστραφεί ποτέ η ματιά του ανθρώπου από τη γένεση του κακού στον κόσμο μέσα στους αιώνες (σε όσους παρήλθαν, τους τωρινούς και τους ερχόμενους.).
»Και κάθε άνοιξη η συνέχεια είναι εκεί πάντα φρικτή και πάντα η ίδια: Γράφεται ξανά από την αρχή το έπος της μεγάλης Πλημμύρας, που δεν είναι σαν το αρνητικό μιας παλιάς μισοκαμένης φωτογραφίας που αποτυπώνει αμυδρά μια θολή ανάμνηση της ανθρωπότητας, αλλά μια ζοφερή αναβίωση του ίδιου συμβάντος, που ωστόσο διαφοροποιείται κι εκσυγχρονίζεται, ως ατομική και συλλογική μοίρα, καθώς εμπλουτίζεται με νέες πληγές, νέες ερμηνείες, νέες αρρώστιες, νέες φρικτές εμπειρίες.



Μικρά υστερόγραφα:
-Θεωρώ πως το λαμπρό αυτό κείμενο θα άξιζε να διασκευαστεί κάποτε σε θεατρική παράσταση [μονόλογος]. Ίσως και γι’ αυτό το σκοπό μονάχα να γράφτηκε…
-Συγχαρητήρια αξίζουν στους συντελεστές της «Περισπωμένης» για το άψογο εκδοτικό αποτέλεσμα. Σωτήριοι οι σχολιασμοί και οι επεξηγήσεις της συγγραφέως στις πίσω σελίδες του βιβλίου.
-Το βιβλίο του Παναΐτ Ιστράτι που εκδόθηκε από τον «Φαρφουλά» το 2014 με τον τίτλο «Τα γαϊδουράγκαθα του Μπαραγκάν» προοιωνίζεται ίσως και τον τίτλο του προηγούμενου, και σχετικά πρόσφατου, βιβλίου με διηγήματα της Λίλας Τρουλινού  «Στον κάμπο στροβιλίζονται τ’ αγκάθια». [Εκδόσεις Περισπωμένη, Νοέμβριος 2016]. Η ίδια πάντως παραδέχεται πως η επίδραση του συγκεκριμένου βιβλίου στάθηκε σημαντική στην οργάνωση του υλικού τουλάχιστον αυτής εδώ της νουβέλας.

ΣΥΝΤΟΜΑ ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΑ ΣΗΜΕΙΩΜΑΤΑ
Λίλα Τρουλινού γεννήθηκε το 1961. Κατάγεται από τη Θεσσαλονίκη. Σπούδασε Φιλολογία, φιλοσοφία και θέατρο. Από το 1995 ζει και εργάζεται στην Κρήτη. Βιβλία: «Αουρέλια – η πρώτη μνήμη», νουβέλα- εκδόσεις Περισπωμένη (2017), «Στον κάμπο στροβιλίζονται τ’ αγκάθια», εκδόσεις Περισπωμένη (2016). Μεταφράσεις: Foucault, Michel, «Η μικροφυσική της εξουσίας», Ύψιλον, Nietzsche, Friedrich Wilhelm, «Η χαρούμενη γνώση», Εξάντας, «Ξενοφών ο Αθηναίος, Ιέρων ή τυραννικός», Εξάντας, Lefebvre, Henri, «Μηδενισμός και αμφισβήτηση», Ύψιλον, Lefebvre, Henri, «Η εποχή της περιφρόνησης», Ύψιλον, Grimm, Jakob Ludwig, «Η Χιονάτη και οι επτά νάνοι και άλλα παραμύθια», Ύψιλον, Nietzsche, Friedrich Wilhelm, «Συμβολή στη γενεαλογία της ηθικής», Εκδοτική Θεσσαλονίκης
***Ο Νώντας Τσίγκας, γεννήθηκε στην Αθήνα το 1959 και έζησε στο Βογατσικό  της Δυτικής Μακεδονίας. Σπούδασε Ιατρική στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης και ειδικεύτηκε στη Νευρολογία. Έχει κατά καιρούς δημοσιεύσει διηγήματα, ποιήματα και  κείμενά του σε λογοτεχνικά περιοδικά. Ασχολείται με την δημοσιοποίηση  ̶ με τον σκοπό της  έκδοσης ̶  των αδημοσίευτων ημερολογίων του Ίωνα Δραγούμη  (της περιόδου 1903-1908). Βιβλία του: «Ου απάν’ κι ου κάτ’ ου κόσμους» (2009). Το «Μαύρο χιόνι» με σχέδια του Μόδη Γούναρη- εκδόσεις ΔιάπυροΝ (2010), «Εποχιακός διανομέας» – διηγήματα, εκδόσεις Πανοπτικόν (2013), «Μαθήματα Πατριδογνωσίας Ι» – Εκδόσεις της Αυλής της Κλεοπάτρας [«αυτοέκδοση»]. Ζει και εργάζεται στη Θεσσαλονίκη.