Σάββατο, 29 Ιουλίου 2017

Νέος Λόγιος Ερμής, τεύχος 15, καλοκαίρι 2017

Το αφιέρωμα τχ. 15 του νΛΕ αφορά στην ελληνική Ιστορία και την αποδομητική ιστοριογραφία, με αφετηρία τις πρόσφατες προτάσεις της επιτροπής του «Ινστιτούτου Εκπαιδευτικής Πολιτικής» για τη διδασκαλία της Ιστορίας.
Στην 
Ανακοίνωση της «Ελληνικής Γλωσσικής Κληρονομιάς», που υπογράφεται από τον Β. Φίλια και την Α. Σιδέρη-Τόλια, τονίζεται πως η πολιτική του Υπουργείου Παιδείας υποβαθμίζει τη διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας, χρησιμοποιεί το ιδεολόγημα της πολυπολιτισμικής παιδείας, αμφισβητεί την ίδια την ιδέα του έθνους, με στόχο τη διαμόρφωση μιας ταυτότητας προσαρμοσμένης στη Νέα Τάξη και στην παγκοσμιοποίηση.
Το κείμενο του 
Κυριάκου Κατσιμάνη, «Πίσω από τις λέξεις κρύβονται οι προθέσεις – Οι υποβόσκουσες ιδεολογικές “σταθερές” του σχεδίου προγραμμάτων του ΙΕΠ για την ιστορία», επικεντρώνεται στο θεωρητικό πλαίσιο του Σχεδίου και εξετάζει λεπτομερώς τις προτάσεις του. Διαβάζουμε μερικούς τίτλους των κεφαλαίων του: Ιστορία και «Πολιτική Παιδεία»· Εξυπηρέτηση σκοπιμοτήτων, σχετικοποίηση της ιστορικής αλήθειας· Η υποβάθμιση του σχολικού εγχειριδίου· Ιστορική αμνησία και ιστοριογραφικός αναθεωρητισμός· Εθνική ταυτότητα «πλουραλιστική» ή μήπως ενοχική; Αποσιώπηση εθνικής συνείδησης και αμφισβήτηση ιστορικής συνέχειας κ.λπ.
Ακολουθούν τρία εκτενή κείμενα του 
Γιώργου Καραμπελιά («Από τον Φαλμεράυερ στον Χομπσμπάουμ, Η γένεση της αποδομητικής ιστοριογραφίας»), του Άγγελου Γουνόπουλου («Ο Eric Hobsbawm και η επινόηση της “επινοημένης παράδοσης”», Α΄) και του Γιώργου Κοντογιώργη («Ο Eric Hobsbawm και ο ελληνισμός ως έθνος-κοσμοσύστημα»), που εξετάζουν τη γένεση της αποδομητικής ιστορικής σχολής στην Ευρώπη, με πρόσφατο εκπρόσωπο τον Χομπσμπάουμ, και την εδραίωσή της στην Ελλάδα. Για να πραγματοποιηθεί η μετάβαση από το ελληνικό έθνος-κράτος σε μια απλή επαρχία –οιονεί αποικία– μιας παγκοσμιοποιημένης Ευρώπης, θα πρέπει, μέσα σε λίγα χρόνια, να αποδομηθεί η εθνική ταυτότητα ενός πανάρχαιου έθνους. Και εάν ο ηλεκτρονικός Τύπος αποτελεί τον κυριότερο μηχανισμό αυτού του πολιτισμικού εξανδραποδισμού, ωστόσο είναι απαραίτητη και η συνδρομή της «υψηλής κουλτούρας».
Όπως υπογραμμίζει ο 
Γ. Καραμπελιάς, η νεώτερη εθνοαποδομητική ιστοριογραφία κυριάρχησε από τα μέσα της δεκαετίας του 1980, και προπαντός κατά τα τελευταία είκοσι χρόνια, μεταφέροντας στην Ελλάδα όλες τις ιδεοληψίες και τα «πορίσματα» μιας αγγλοσαξονικής ιστορικής Σχολής, η οποία, ήδη με τον Τόυνμπη, αναπαράγει τα βασικά στερεότυπα του Φαλμεράυερ ενώ, εσχάτως, αναζωπυρώθηκε με αφετηρία Άγγλους και Αμερικανούς ακαδημαϊκούς, κατ’ εξοχήν τον Ρόμιλυ Τζένκινς, τον Σύριλ Μάνγκο και τον Έρικ Χομπσμπάουμ.
Ο Άγγελος Γουνόπουλος εγκύπτει στη σύνολη θεωρητική αντίληψη του
 Eric Hobsbawm, ο οποίος χαρακτηρίζει επινοημένες όλες τις «παραδόσεις» και υποστηρίζει πως ενώ έχουν εμφανιστεί πολύ πρόσφατα –στα πλαίσια της νεωτερικότητας, εξαιτίας των απαιτήσεων της συγκρότησης των εθνικών κρατών–, τους αποδίδουμε ένα ιστορικό βάθος που δεν έχουν! Έτσι, μπορεί να «κατασκευαστεί» θεωρητικά η έννοια του έθνους ως κατασκευής – μέσω επινοημένων παραδόσεων.
Τέλος, ο
 Γ. Κοντογιώργης ανασκευάζει συστηματικά τις απόψεις του Χομπσμπάουμ για το ελληνικό έθνος («Όλα τα έθνη είναι σχετικά πρόσφατα και σχετικά τεχνητά δημιουργήματα. Αυτό ισχύει και για το ελληνικό έθνος που δεν υπήρχε πριν από τον 19ο αιώνα»), καταδεικνύοντας τη συνέχειά του: «Η ελληνική ταυτότητα αποτελεί μία σταθερά που συγκροτείται ήδη κατά τους κρητομυκηναϊκούς χρόνους και εξελίσσεται μεταλλασσόμενη αδιάκοπα έως τη σύγχρονη εποχή».
Για το ζήτημα της εθνολογικής σύστασης των Ελλήνων, παραθέτουμε δύο κείμενα. Στο πρώτο, «Οι εθνολογικές εξελίξεις του ελληνικού λαού», ο 
Νίκος Σβορώνος υποστηρίζει πως, παρά τις σλαβικές επιδρομές, «μπορούμε να πούμε ότι ο ελληνισμός που έμεινε επί τόπου ήταν αρκετός σε όγκο και σε συνοχή, ώστε να μπορέσει να ξαναρχίσει σύντομα την ανάκτηση των χαμένων εδαφών και να αφομοιώσει με τον καιρό τα ξένα αυτά στοιχεία». Την άποψή του επιβεβαιώνει το δεύτερο άρθρο ερευνητών, υπό τον καθ. Γενετικής των ΗΠΑ, Γιώργο Σταματογιαννόπουλο, στο European Journal of Human Genetics, –το οποίο και παρουσιάζει ο Νίκος Κελέρμενος–, με τον τίτλο «Η γενετική των πελοποννησιακών πληθυσμών και η θεωρία της εξαφάνισης των Πελοποννησίων Ελλήνων», που διαπιστώνει πως «η μέση κοινή καταγωγή με τους Γάλλους κυμαίνεται σε 39-42%, με τους Ανδαλουσιανούς 53–62% και με τους Ιταλούς 85–96%. Αντίθετα, η μέση κοινή καταγωγή με τους σλαβικούς πληθυσμούς είναι πάντα <15 br=""> Ο Σπύρος Κουτρούλης κλείνει το αφιέρωμα με τη μελέτη, «Είναι ο Ίων Δραγούμης πρωτοφασίστας και τρομοκράτης; Οι αστοχίες ενός βιβλίου του Γιάννη Μάζη». Πράγματι, ο Γ. Μάζης δηλώνει πως δεν έχει «καμία αμφιβολία ότι (ο Δραγούμης) ήταν ένας πρωτο-φασίστας», ενώ το βιβλίο του αποτελεί «συνέχεια» του βιβλίου του Σπ. Μαρκέτου, με τον χαρακτηριστικό τίτλο, Πώς φίλησα τον Μουσσολίνι! Τα πρώτα βήματα του ελληνικού φασισμού. Ο Γ. Μάζης παραθέτει ως τεκμήριο την άποψη του Μουσολίνι ότι «χωρίς το κράτος δεν υπάρχει έθνος», ενώ ο Δραγούμης πιστεύει, αντίθετα, ότι το έθνος μπορεί να υπάρξει χωρίς το κράτος. Ο Κουτρούλης παρουσιάζει πληθώρα στοιχείων που καταδεικνύουν πως ο Δραγούμης ήταν σε επικοινωνία με εκπροσώπους της Αριστεράς, όπως ο Κορδάτος και ο Γιαννιός, ενώ επηρέασε αποφασιστικά τον βενιζελικό Θεοτοκά. Τέλος, τα Φύλλα Ημερολογίουμας αποκαλύπτουν τη μετατόπισή του σε μια ιδεολογία πατριωτική, δημοκρατική, κοινοτική, σοσιαλιστική.
Στο Α΄ Μέρος του τχ. 15 του νΛΕ στο άρθρο ομάδας του περιοδικού Economist, με τον τίτλο «H υποχώρηση της παγκόσμιας εταιρείας» διαβάζουμε: «Το 2016, οι διεθνείς επενδύσεις των πολυεθνικών μειώθηκαν κατά 10–15%. Το ποσοστό επί των πωλήσεων που πραγματοποιούν οι δυτικές εταιρείες έξω από τις χώρες προέλευσής τους έχει συρρικνωθεί. Τα κέρδη μειώνονται και οι ροές των νέων επενδύσεων των πολυεθνικών έχουν αρχίσει να συρρικνώνονται επί του συνόλου του ΑΕΠ. Η παγκόσμια εταιρεία βρίσκεται σε υποχώρηση. Το αποτέλεσμα θα είναι η ανάδυση μιας πιο κατακερματισμένης και τοπικιστικής εκδοχής καπιταλισμού, που πολύ πιθανόν θα χαίρει μεγαλύτερης στήριξης από την κοινή γνώμη. Και η εμμονή στις παγκόσμιες εταιρείες θα θεωρηθεί ως ένα πρόσκαιρο επεισόδιο στη ιστορία των επιχειρήσεων, αντί για το τέλος της.» Μια έρευνα δημοσιευμένη στο εβδομαδιαίο «ευαγγέλιο» των μεγάλων επιχειρήσεων και του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού, που καταλήγει σε ανάλογα συμπεράσματα έχει προφανώς ιδιαίτερη σημασία.
Ο 
Πιερ Μουσό ομ. καθηγητής Παν/μίου, συγγραφέας του βιβλίου, Η βιομηχανική θρησκεία. Μοναστήρι, μανιφακτούρα, εργοστάσιο. Μια γενεαλογία της επιχείρησης, που δημοσιεύτηκε στη Γαλλία το 2017 παρουσιάζει στο άρθρο του «Η βιομηχανία γεννήθηκε στα μοναστήρια» μια περίληψη του δοκιμίου του. Σύμφωνα με τον Μουσό, «Η γενεαλογία της βιομηχανικής θρησκείας εγκαινιάζεται στη Δύση με τη γρηγοριανή μεταρρύθμιση του μοναχισμού. Ακολουθεί η γέννηση της σύγχρονης επιστήμης και το πρόγραμμα του Καρτέσιου, και ολοκληρώνεται με τη βιομηχανιστική επιλογή του 1800· τέλος σήμερα ο «σιλικονισμός» ενσαρκώνει έτσι την τελευταία φιλελευθερο-ελευθεριακή εκδοχή απορρόφησης της πολιτικής από τη βιομηχανία.
Ο 
Γιάννης Δ. Ιωαννίδης στο κείμενό του «Λόγος και Μύθος κατά του Μηδενός» εισήγηση που εκφωνήθηκε στην παρουσίαση του βιβλίου του Κώστα Παπαϊωάννου Φιλοσοφικά Μελετήματα υποστηρίζει πως « …ίσως μπορούμε να καταλάβουμε βαθύτερα τον Κ.Π. ως τον στοχαστή μιας μεγάλης σύνθεσης και μιας μεγάλης αντίθεσης συνάμα: της σύνθεσης του Λόγου με τον Μύθο εναντίον του Μηδενός. Να, συγκεκριμένα, γιατί μιλώ για έναν άνθρωπο που δεν είχε μόνο γερό μυαλό (πόσα γερά μυαλά δεν γοητεύει άραγε το Μηδέν;), αλλά συνάμα γενναία κι ευαίσθητη ψυχή». Και καταλήγει: «Η αγωνία του Κ.Π. να συνενώσει και πάλι τον Λόγο και τον Μύθο, ώστε ν’ απομακρύνει το Μηδέν και να διασωθεί το Νόημα, είναι η αγωνία της εποχής μας, η αγωνία μας. Το παρήγορο είναι πως βρισκόμαστε σήμερα ακόμα πιο βαθιά μέσα στην «καρδιά του κτήνους» απ’ ό,τι εκείνος, κι ίσως έτσι μας είναι ευκολότερο να διακρίνουμε προς τα πού υπάρχει φως διεξόδου.»
Ο πολιτικός επιστήμονας
 Γιώργος Ρακκάς στη μελέτη του «Δημοκρατία: Διαδικασία ή μοντέλο κοινωνίας; Η ελληνική δημοκρατική κληρονομιά, βάση για ένα νέο πρόταγμα κοινωνίας» υποστηρίζει πως «η πολιτική και ιδεολογική εξίσωση, της δημοκρατίας με την εθνική ταυτότητα, την παιδεία και τον πολιτισμό, μπορεί να αποτελέσει τη βάση ώστε να βρούμε μια διέξοδο από τον εγκλωβισμό μας στις διαιρέσεις του παρελθόντος, κυρίως αυτήν μεταξύ της Αριστεράς και της Δεξιάς». Μια διέξοδος που θα επιτρέψει να εκφραστούν σε ένα ρεύμα αλλαγής όλες οι δυνάμεις εκείνες της ελληνικής κοινωνίας που παρέμειναν στο περιθώριο της πολιτικής ζωής αυτά τα χρόνια της καθίζησης και της παρακμής της ύστερης μεταπολίτευσης. Το τρίπτυχο πατριωτισμός-παιδεία-δημοκρατία μπορεί να αποτελέσει τη βάση ώστε να εκφραστούν πολιτικά και ιδεολογικά όσοι βρίσκονται «από κάτω», σήμερα, στην ελληνική κοινωνία. Γιατί είναι ικανό να εμπνεύσει ένα όραμα για την ανύψωσή τους σε ρόλο «θεματοφύλακα της ελευθερίας του έθνους», που σήμερα απειλείται αποφασιστικά, και ταυτόχρονα σε ρόλο «κύριων της δικής τους ιστορίας».
Η ομ. καθηγήτρια του Παντείου Πανεπιστημίου Ιωάννα Τσιβάκου στο άρθρο της «Οι πολιτιστικές προϋποθέσεις της ανάπτυξης» υποστηρίζει πως «στην κρίσιμη εποχή που διανύουμε ως ελληνική κοινωνία, απαιτείται από πολιτικές και πνευματικές ηγεσίες η εμπέδωση μιας εθνικής κουλτούρας που θα υπερβαίνει το ατομικό και θα προσφέρει το έδαφος για την ανάπτυξη στην κοινωνία κάποιων στοιχείων που θα της επιτρέπουν να δει τη ζωή στην αιωνιότητά της και όχι στην προσωρινότητά της, να δει το παρόν ως συνέχεια του παρελθόντος, και το παρόν ως τον βατήρα για το άλμα στο μέλλον. Μια τέτοια κοσμοαντίληψη δύναται να εμποτίσει την ατομική συνείδηση με την απαραίτητη συναίσθηση της διάρκειας, ώστε να αναλάβει έργα μακράς πνοής και ευθύνες που χρονικά την προσπερνούν»
Ο νομικός και συγγραφέας
 Δημήτρης Μπελαντής στο άρθρο «Ο Γκράμσι, οι διανοούμενοι και η στελέχωση της ελληνικής Αριστεράς, από την πρώτη Μεταπολίτευση ως τον ΣΥΡΙΖΑ» υποστηρίζει πως «Η Αριστερά της Μεταπολίτευσης κυβερνά την χώρα και διαχειρίζεται την καπιταλιστική εξουσία και την ακραία νεοφιλελεύθερη μνημονιακή διαχείριση, στην οποία έχει δώσει ένα παρατεταμένο φιλί ζωής». Συμβάλλει στην ψευδοηγεμονία («συντεχνιακή διαχείριση» και όχι γνήσια «ηγεμονία», κατά την εννοιολογία του Γκράμσι) των φιλελεύθερων, φιλοεξαρτησιακών και καπιταλιστικών αντιλήψεων και πρακτικών. Χωρίς αυτόν τον ρόλο της Αριστεράς της Μεταπολίτευσης, η διαχείριση του κεφαλαίου και των φιλοϊμπεριαλιστικών/οιονεί αποικιοκρατικών πολιτικών θα ήταν, από την άποψη των κοινωνικών συναινέσεων, εξαιρετικά δυσκολότερη».
Στην βάση των παραπάνω σκέψεων και επισημάνσεων, τονίζει ο Μπελαντής «χρειάζεται μια μακρά και κοπιώδης διερεύνηση και αυτοκριτική σε βάθος από όσους ενδιαφέρονται για την ανάκαμψη της κοινωνικής Αντιπολίτευσης και των χειραφετητικών προταγμάτων (η έννοια της Αριστεράς είναι, δυστυχώς, εξαιρετικά φθαρμένη πια). Γνωρίζουμε αρκετά καλά την ελληνική Αριστερά εδώ και τρεις δεκαετίες. Η αντίδραση και η αδράνεια, το θάψιμο των αιτιών, θα είναι πολύ ισχυρότερα στοιχεία από την αναγεννητική προσπάθεια. Όμως, αξίζει να προσπαθήσουμε.»
Ο Θόδωρος Ντρίνιας στο εκτενές δοκίμιό του «Προσφυγικό, ανθρωπισμός και πολιτική –
ανιχνεύοντας τα τυφλά σημεία της κυρίαρχης αφήγησης» υποστηρίζει μεταξύ άλλων πως η «ένταση του προσφυγικού/μεταναστευτικού ζητήματος συνέπεσε με την κορύφωση της οικονομικής και κοινωνικής κρίσης της χώρας και ήρθε να προσθέσει ένα ακόμα πολύπλοκο στη φύση του και την αντιμετώπισή του πρόβλημα στην ελληνική κοινωνία. Η σημερινή κυβέρνηση ήλθε στη εξουσία επικαλούμενη, σχεδόν αποκλειστικά, την ανάγκη κατάργησης των μνημονίων και διαγραφής του χρέους. Όμως, μετά το δημοψήφισμα του καλοκαιριού του 2015 και την υπογραφή των νέων μνημονίων και παρά την ακόλουθη δεύτερη εκλογική της νίκη, διέρχεται μια συνεχή κρίση». Απέναντι σε αυτήν «ο ανθρωπισμός, που προβάλλει η κυβέρνηση ως θεμέλιο του σχεδίου αντιμετώπισης και πολιτικής διαχείρισης του πρόσφατου προσφυγικού/μεταναστευτικού ζητήματος, είναι ένας ανθρωπισμός-ενεργό στοιχείο της πολιτικής επικοινωνίας η οποία οριοθετεί και δομεί το πολιτικό σύστημα· ένα πολιτικό εργαλείο που χρησιμοποιείται πολλαπλώς στον αγώνα διατήρησης της εξουσίας. Έχοντας καταρρεύσει το πολιτικά νομιμοποιητικό αφήγημα του αντιμνημονίου και της αντίστασης στους ισχυρούς, αντικαθίσταται πλέον από εκείνο της κυβέρνησης-θεματοφύλακα των ανθρωπιστικών αξιών και υπερασπιστή των ανθρωπίνων δικαιωμάτων των προσφύγων και μεταναστών». Εξάλλου ο «ανθρωπισμός εξελίσσεται σε κυρίαρχη πολιτική ιδεολογία στα τέλη του 20ού και τις αρχές του 21ου αιώνα. Η δυτική Αριστερά, μετά την κατάρρευση των σοσιαλιστικών καθεστώτων, προσχώρησε ομοθυμαδόν στην ιδεολογία των νικητών του Ψυχρού Πολέμου». Σημαντική «είναι η επίδραση της ανθρωπιστικής πολιτικής στο ίδιο το πολιτικό σύστημα. Τα υπάρχοντα κόμματα και πολιτικές οργανώσεις αναδιατάσσονται και επανατοποθετούνται με βάση το “ανθρωπιστικό κεκτημένο” στη διαχείριση του προσφυγικού/μεταναστευτικού. Επιφανείς ακτιβιστές των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των κινήσεων αλληλεγγύης προωθούνται σε κρατικές και κυβερνητικές θέσεις διαχείρισης του προσφυγικού, ακόμα και υπουργικές. Εκατοντάδες άλλοι που δραστηριοποιούνταν ενάντια στο κοινωνικό σύστημα, συντηρώντας την αίσθηση ότι στέκονται έξω από αυτό (sic), τώρα ευθυγραμμίζονται με τις πολιτικές απαιτήσεις του κρατικά προωθούμενου ανθρωπιστικού σχεδίου, ακόμα και αν το μετονομάζουν, ως έσχατο φύλλο συκής, σε «αλληλέγγυο». Πολλοί, δε, από αυτούς, χρησιμοποιώντας αυτό το φύλλο συκής, ενσωματώνονται και στο οικονομικό σύστημα· είναι εντυπωσιακός ο αριθμός «αντισυστημικών» ακτιβιστών που εργάζεται πια στις δομές στήριξης των προσφύγων/μεταναστών και στις ανθρωπιστικές ΜΚΟ που δραστηριοποιούνται ανά την επικράτεια.»
Πάνω στο ίδιο ζήτημα σε συνάφεια με το προσφυγικό ζήτημα των ελληνικών πληθυσμών της Μ. Ασίας μετά το 1922 η ιστορικός και συγγραφέας 
Μαρία Βεϊνόγλου στο άρθρο «Σύγχρονα προσφυγικά θέματα και οι Πρόσφυγες της Συνθήκης της Λωζάννης» παρατηρεί πως «συχνά, τον τελευταίο καιρό, παρατηρούμε να αναπτύσσεται μια φιλολογία σε έντυπα, οργανώσεις, αλλά και προσφυγικά σωματεία, η οποία, αυθόρμητα και από αλληλεγγύη, τείνει να παραλληλίζει και να ταυτίζει την άφιξη στην χώρα μας (και προς τη Δύση), “προσφύγων” από την Μέση Ανατολή, εξ αιτίας των εκεί πολέμων αλλά και για αναζήτηση στην Δύση καλύτερων συνθηκών ζωής και εργασίας, με την βίαιη έξωση των χριστιανών της Μικράς Ασίας που είχε ως αποτέλεσμα την συμφωνία για υποχρεωτική ανταλλαγή πληθυσμών μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας (Συνθήκη της Λωζάννης – 1923). Είναι προφανές ότι τα ιστορικά δεδομένα που οδήγησαν στην εγκατάσταση των Μικρασιατών προσφύγων στην Ελλάδα ΔΕΝ σχετίζονται με τις προσπάθειες για τακτοποίηση του σύγχρονου προσφυγικού μεταναστευτικού προβλήματος».
Στο 
Β΄ Μέρος του νέου Λόγιου Ερμή διαβάζουμε στις βιβλιοπαρουσιάσεις του τεύχους δύο κείμενα του Σωτήρη Γουνελά και τουΔημήτρη Νόλλα. Ο πρώτος παρουσιάζει το βιβλίο του Νοβάλις Ύμνοι στη Νύχτα και ο δεύτερος το δοκίμιο του Λάκη ΠρογκίδηΥπό την παπαδιαντικήν δρυν. Οι «Ύμνοι στην νύκτα» κυκλοφόρησαν σε δίγλωσση έκδοση (ελληνικά-γερμανικά) από τις εκδόσεις Περισπωμένη (Αθήνα, 2016, 95 σελ.), σε μετάφραση Κώστα Κουτσουρέλη, εισαγωγή του ιδίου και επίμετρο του Λούντβιχ Τηκ. Οι Ύμνοι, σύμφωνα με τον Σ.Γ. «παρουσιάζουν θαυμαστή ποικιλία ύφους και μορφής αλλά και θαυμαστή ενότητα. Άλλοτε έντονα έμμετροι, άλλοτε πεζοί, παρουσιάζουν ένα συνδυασμό αφήγησης και λυρισμού, στοχασμού και βαθιάς ποιητικής αίσθησης, με πετάγματα και συλλήψεις που κινούνται στην κυριολεξία μεταξύ ουρανού και γης». Ο Νόλλας υπογραμμίζει πως ο «Προγκίδης κάτω απ’ τον ίσκιο της παπαδιαμαντικής βελανιδιάς, μιλώντας μας για το έργο, υμνεί τον “ελληνικό τρόπο”, μιλεί για όλα αυτά που μας συνέχουν και μας κάνουν να ελπίζουμε πως η ανθρωπολογική χωματερή μπορεί πράγματι και να μην είναι η αμετάκλητη μοίρα μας».


Δευτέρα, 10 Ιουλίου 2017

Ο Σωτήρης Δημόπουλος παρουσιάζει το τελευταίο βιβλίο του Μελέτη Μελετόπουλου: «Ο Άρχοντας με τα πολλά πρόσωπα –Χρονικό μιας Οικογένειας 1685-1920»

Ένα «έπος» του νεώτερου ελληνισμού



Μελέτη Μελετόπουλου, «Ο Άρχοντας με τα πολλά πρόσωπα –Χρονικό μιας Οικογένειας 1685-1920»

Το ιστορικό μυθιστόρημα, ιδίως των μακρών ιστορικών περιόδων, δεν περνά και τις καλύτερες ημέρες του στον τόπο μας. Έχουν διαβεί δεκαετίες από τότε που γράφτηκαν μνημειώδη έργα όπως «οι Μαυρόλυκοι», «το Ρεμπελιό των Ποπολάρων» ή ακόμη το, ανατρεπτικό, «Σέργιος και Βάκχος». Ο λόγος για την απουσία τους δεν έγκειται μόνον στην απαίτηση για βαθιά ιστορική γνώση, ταυτόχρονα, οπωσδήποτε, με τη συγγραφική δεξιότητα. Η πραγματική αιτία ανιχνεύεται στην ατονία της ίδιας της ιστορικής συνείδησης του ελληνισμού, στον κατακερματισμό της συλλογικής συνείδησης. Ο σύγχρονος Έλληνας δυσκολεύεται να δει τον εαυτόν του ως αποτέλεσμα και έκφραση μιας μακράς πορείας εθνικών περιπετειών σε διάρκεια αιώνων. Αναζητά την ταυτότητά του πρωτίστως με όρους συγχρονικούς της ζωής του, ή, το πολύ, στο βάθος κάποιων δεκαετιών. Ως εκ τούτου, η κυρίαρχη αντίληψη της καθεστωτικής διανόησης για την εμφάνιση του έθνους μέσω του κράτους τον 19ο αιώνα, αναπτύσσεται επί του ρηχού εδάφους της λειψής ιστορικότητας των Ελλήνων. Το βιβλίο, επομένως, του Μελέτη Μελετόπουλου «Ο Άρχοντας με τα πολλά πρόσωπα –χρονικό μια οικογένειας 1685-1920» (εκδόσεις ΚΑΠΟΝ, 2017 σελ.479) αποτελεί μια, ευχάριστη, έκπληξη. Πρόκειται για ένα έργο που αν και είναι ιστορική μαρτυρία, ωστόσο ξεδιπλώνεται αναμφίβολα με όρους λογοτεχνικούς – ακόμη κι αν ίσως δεν το επιδιώκει, φανερά, ο συγγραφέας του.
Ο Μελετόπουλος είναι αρκετά γνωστός για το πλούσιο συγγραφικό του έργο, κυρίως ιστορικο-κοινωνιολογικής ανάλυσης -όπως είναι τα βιβλία του «Κοινοτισμός», «Μαρξισμός και Τροτσκισμός στην Ελλάδα», «Η δικτατορία των συνταγματαρχών»- αλλά και την πυκνή αρθρογραφία του, κυρίως, μέσα από την «Νέα Κοινωνιολογία» και την «Νέα Πολιτική». Όπως αποδεικνύεται, όμως, εκ του εξαιρετικού αποτελέσματος του «Άρχοντα», η συσσωρευμένη και κατασταλαγμένη ιστορική και κοινωνιολογική γνώση του αποτέλεσε πολύτιμο εργαλείο στην απόπειρά του να δημιουργήσει ένα μικρό «έπος» του νεώτερου ελληνισμού, και ειδικότερα της λεγόμενης «παλαιάς Ελλάδας». Όπως κάθε έπος, κι αυτό διακρίνεται για τον ρομαντισμό του, με την προβολή των στοιχείων του ηρωισμού, της υπεράσπισης υψηλών αξιών αλλά και της υποταγής στα ταπεινά πάθη και στο αδιόρατο στους θνητούς υπερβατικό πεπρωμένο.

Εκκινώντας από τον 17ο αιώνα, ο Μελετόπουλος παρακολουθεί την διαδρομή μιας οικογενείας –που είναι και η δική του, κι αυτό έχει τη σημασία του- έως και το 1920. Μια διαδρομή που διαπλέκεται άμεσα και καταλυτικά με την περιπέτεια του έθνους για την υπαρξιακή του διάσωση και την απελευθέρωσή του από τον βάρβαρο τουρκικό ζυγό, με το όραμα της Μεγάλης Ιδέας και, τέλος, με τη συγκρότηση ενός σύγχρονου κράτους. Η οικογένεια Κούτση, καταγόμενη από την Βόρειο Ήπειρο, θα είναι στην πρώτη γραμμή ενός αδιάκοπου αγώνα που οι απαρχές του βρίσκονται ήδη στα τέλη της Βυζαντινής αυτοκρατορίας. Ως μαχητές, εναντίον των Οθωμανών, θα βρεθούν με το σπαθί στο χέρι, στο Μοριά και στο Αιγαίο, με το στρατό του Μοροζίνη, στα Ορλωφικά και στη μεγαλύτερη επανάσταση του 19ου αιώνα, όπως ορθά χαρακτηρίζει ο συγγραφέας την παλιγγενεσία του 1821. Τα ιστορικά γεγονότα παρουσιάζονται με πληρότητα, η οποία ωστόσο δεν αποβαίνει σε βάρος της δράσης των πρωταγωνιστών του βιβλίου. Αντιθέτως, φωτίζονται επαρκέστερα οι αιτίες των πράξεών τους, εντάσσεται το ατομικό στο συλλογικό, αναδεικνύονται οι βαθύτερες αντιθέσεις που πυροδοτούν τις συγκρούσεις. Η συγκροτημένη κοινωνιολογική σκέψη του Μελετόπουλου, ο οποίος έχει εντρυφήσει στον τρόπο οργάνωσης των ελληνικών κοινοτήτων στους αιώνες της τουρκοκρατίας, εξυπηρετεί άριστα τη διεισδυτική περιγραφή της εποχής.
Στις σελίδες του βιβλίου δίνονται αβίαστα οι απαντήσεις σ’ όλες τις αυθαίρετες ερμηνείες της εθνικής μας ιστορίας, η οποία αφού έχει πάψει να είναι «εθνική» καταντά να είναι και «μη ιστορία». Πρωτίστως, καταρρίπτεται το ανυπόστατο ιδεολόγημα της ασυνέχειας του ελληνικού έθνους. Αντιθέτως, επαναβεβαιώνεται ότι ακόμη και στα σκοτεινά χρόνια της σκλαβιάς ήταν κοινός τόπος κάθε σκλαβωμένου Έλληνα στον Μοριά, στο Αιγαίο, στην Ήπειρο, στη Σμύρνη, στην Κύπρο, ότι ανήκε σε ένα έθνος… Γενιές έρχονταν και έφευγαν από τον κόσμο αυτόν, συσπειρωμένες γύρω από την Ορθοδοξία και την Κοινότητα, με το ιερό όνειρο της αποκατάστασης του δικαίου, με την προσδοκία της απελευθέρωσης της Πόλης. Επαναστάσεις μεγάλες και μικρές αδιαλείπτως εκδηλώνονταν στον ελλαδικό χώρο, και δεν ανέμεναν τον διαφωτισμό για να πυροδοτηθούν. Εύλογα αναζητούσαν οι Ρωμιοί στηρίγματα για την επίτευξη του σκοπού τους, απέναντι σε μια τεράστια αυτοκρατορία, κάθε φορά και σε άλλον «σύμμαχο», τόσο καθ’ όλην τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας όσο και έχοντας ήδη δημιουργήσει ένα ελεύθερο κράτος. Κι αυτήν την προσπάθεια την περιγράφει εύστοχα ο Μελετόπουλος, με τη δική του οπτική προσέγγιση, που θα την χαρακτηρίζαμε «δυτικόστροφη πατριωτική», με έντονες αντι-ρωσσικές αιχμές, χωρίς ωστόσο να αποσιωπώνται οι γεωπολιτικές επιδιώξεις των δυτικών δυνάμεων και οι μηχανορραφίες τους έναντι του ελληνισμού.  
Τα ιστορικά γεγονότα περιγράφονται με συναρπαστικό τρόπο που κερδίζει τον αναγνώστη. Με ζωηρά χρώματα αποδίδονται οι μεγάλες και μικρές μάχες και ναυμαχίες. Ανάμεσά τους συγκλονιστικές είναι οι σελίδες για τη μεγαλειώδη μάχη των Δερβενακίων και η καταστροφή της στρατιάς του Δράμαλη, χάρη στην μεγαλοφυΐα του αρχηγού της επανάστασης Θεόδωρου Κολοκοτρώνη. Γενικά, όλο το βιβλίο διαπνέεται από την αξία του ηρωισμού κι από το πνεύμα ενός, λησμονημένου πια, ρομαντισμού. Αναφέρουμε ενδεικτικά τη σκηνή που ο Γιώργος Κούτσης, μετά την ανακατάληψη της Πελοποννήσου από τον βεζίρη Κιουμουρτζή, περνά από το Πόρτο Χέλι στις Σπέτσες κολυμπώντας μαζί με το άλογό του. «Άνθρωπος και άλογο ήταν σαν ένα σώμα, ενωμένοι σωματικά ψυχικά, σ’ ένα αξεδιάλυτο σκούρο χάλκινο σύμπλεγμα. Νερά έτρεχαν σαν καταρράκτης από το σώμα του αλόγου και του ιππέα. Οι ψαράδες νόμισαν πως είδαν ξωτικό».(σελ. 81)
Παράλληλα, όλη η πλοκή του έργου εδράζεται σταθερά επάνω σε συγκροτημένο πλέγμα κοινωνικών σχέσεων τόσο στην τουρκοκρατούμενη Ελλάδα, όσο και στο ελεύθερο κράτος. Ο συγγραφέας έχει καταφανώς μια κατασταλαγμένη αλλά και ρηξικέλευθη ματιά, ξεφεύγοντας από την πεπατημένη των αποδεκτών αντιλήψεων. Η αποτύπωση ιδιαίτερα των κοινωνικών δομών και σχέσεων, πρωτίστως στον Μοριά και στα νησιά του Αργοσαρωνικού, είναι λεπτομερής. Η ανάλυση γίνεται σε ιστορικό βάθος με όρους όχι μόνον ταξικότητας, αλλά και εθνολογικής διαστρωμάτωσης, με ρίζες ακόμη και στην πρωτοϊστορία, όπως στο παρακάτω απόσπασμα: «στα χωριά της Λακωνίας υπήρχε ακόμα ζωντανή η προελληνική μαγική τέχνη των Πελασγών, που επέζησε για χιλιετίες κάτω από την κυριαρχία των Μυκηναίων, των Δωριέων, των Ρωμαίων, των Βυζαντινών, των Φράγκων και των Τούρκων. Οι πληθυσμοί της υπαίθρου, που φαινομενικά ήταν απλοί αγρότες χωρίς πολιτισμό και χωρίς παρελθόν, στην πραγματικότητα έκρυβαν μια πλούσια εσωτερική και μυστική ζωή, στην οποία δεν είχαν πρόσβαση οι εκάστοτε περιστασιακοί κυρίαρχοι» (σελ. 376)
Αυτό ωστόσο, που αναδεικνύεται με την μεγαλύτερη ενάργεια, από κοινωνιολογικής απόψεως, σ’ αυτήν την «περιπέτεια» των δυόμιση αιώνων είναι το στρώμα των αρχόντων, ο ρόλος του στην εθνική υπόθεση και στην εν γένει κοινωνική λειτουργία. Το αρχοντολόι στο βιβλίο του Μελετόπουλου εμφανίζεται ως βασικός παράγων του εθνικού αγώνα, παρά τις εξαιρέσεις, που ήταν μόνον εξαιρέσεις, και παρά τις εσωτερικές αντιθέσεις, που είναι παρούσες σε κάθε επανάσταση. Μια ακόμη απάντηση στην ανιστόρητη και μονομερής αντίληψη που βλέπει την επανάσταση του ’21 μέσα από ένα παραμορφωτικό «ταξικό» καθρέπτη, για να δικαιώσει ιδεολογικές εμμονές και πολιτικές προκαταλήψεις του σήμερα. Η ιστορική πραγματικότητα είναι πολύ πιο σύνθετη από απλουστευτικά σχήματα, που προσαρμόζονται στις κατά καιρούς προσλαμβάνουσες. Πρώτιστο καθήκον για τον ερευνητή είναι να βυθιστεί στην εποχή που αναλύει, να λάβει υπ’ όψη του τις συγκεκριμένες συνθήκες και τις αιτίες της εκδήλωσης συμπεριφορών και γεγονότων. Ο Μελετόπουλος περιγράφει το αρχοντολόι με ρεαλιστικά χρώματα, ως ανθρώπους με αληθινή σάρκα, με πάθη και ελαττώματα. Το επεισόδιο, για παράδειγμα, της δολοφονίας της Μπουμπουλίνας από τον πρώην εραστή της, πρόγονο του συγγραφέα, με πρόσχημα την απαγωγή της κόρης του από τον γιό της ηρωικής καπετάνισσας, έχει κυρίαρχη θέση στην πλοκή της υπόθεσης. Ταυτοχρόνως, όμως, το αρχοντολόι έχει έναν κώδικα αξιών, ενταγμένων στην κοινωνική του αποστολή, που ασκείται κατά τρόπο ενσυνείδητο. Να πως περιγράφει την μεταβίβαση των αξιών από γενιά σε γενιά: «μετά την πρώτη Ανάσταση ξεκινούσε την περιοδεία του από την απάνω πύλη του Κάστρου, από την Ακρόπολη των Βιλλεαουρδίνων. Καθώς κατέβαινε τα μυστριώτικα καντούνια, οι φτωχοί άνθρωποι έβγαιναν στα κατώφλια των σπιτιών τους. Ξεδοντιασμένες γριές, πεινασμένα παιδιά, ξερακιανοί ξωμάχοι, δυστυχισμένες χήρες με τα ορφανά τους, γιατί υπήρχε πολλή δυστυχία τότε. Ο Αλέξης γέμιζε τη χούφτα του με φλουριά και τα μοίραζε στα προτεταμένα χέρια των φτωχών ανθρώπων. Παρότρυνε τον γυιό του να κάνει το ίδιο, για να μάθει ότι Άρχοντας Σημαίνει Δίνω». (σελ. 311). Και παρακάτω συμπυκνώνει τη λειτουργία που εκτελούσαν οι «άρχοντες» σε αντιδιαστολή με τους πολιτικούς: «αυτή είναι η δουλειά των αρχόντων άλλωστε: ενώ οι πολιτικοί πρέπει να διοικούν το κράτος, τον στρατό, την αστυνομία, να μαζεύουν φόρους και να κάνουν πολέμους, οι άρχοντες κάτι πολύ σημαντικότερο: κυβερνούν την κοινωνία […] να τηρούν τα ήθη και τα έθιμα, τις παραδόσεις του έθνους και την ορθόδοξη πίστη» (σελ. 428-429).
Πολύ ενδιαφέρουσα είναι και η παρουσίαση του τρόπου μετάβασης στη σύγχρονη Ελλάδα, όπως αυτή αποτυπώνεται από τον ριζικό μετασχηματισμό της σπαρτιατικής κοινωνίας, στο μεταίχμιο του 19ου με τον 20ο αιώνα, και στην αντίθεση της «φουστανέλας» με τα «ευρωπαϊκά». Δύο κόσμοι διαφορετικοί. Ο ένας, ο ρομαντικός, των αρχόντων και των αγροτών, του ηρωισμού και των προκαταλήψεων έφευγε. Τον αντικαθιστούσε ένας νέος, αυτός των αστών, του ρεαλισμού, του συμφέροντος, αλλά και της επιστήμης και της γνώσης, που σ’ αυτό το πρώτο στάδιο θα διατηρεί ακόμη υψηλές ηθικές στοχεύσεις: «τα δημόσια σχολεία, όπου οι σχολαστικοί δάσκαλοι και καθαρευουσιάνοι καθηγητές παραλαμβάνουν τα μαυριδερά πιθηκάκια και τα μεταμορφώνουν σε εγγράμματους και πολιτισμένους ανθρώπους, εμφυσώντας τους τις αξίες των αρχαίων προγόνων τους, τον πατριωτισμό, την ανδρεία, την πνευματική καλλιέργεια, τον ασκητικό βίο» (σελ. 392)
Αξίζει επίσης να παρατηρήσουμε ότι στο φόντο της εξιστόρησης, που βασίζεται στα πραγματικά γεγονότα, εμφανίζεται συνεχώς μια έντονη μυστική γραμμή, ένα κρυφό πεπρωμένο. Σε μια αντίθεση πραγματικότητας και φαντασίας, που δηλώνει την καίρια επιρροή του ρομαντισμού στο συγγραφέα, το μεταφυσικό στοιχείο είναι πανταχού παρόν, ως αδιόρατη κλωστή που συνδέει ανθρώπους και πράξεις. Οι πρωταγωνιστές, όσο ελεύθερα και αγέρωχα πνεύματα κι αν είναι, υπακούουν σε μυστικά κελεύσματα ή βρίσκονται δέσμια μιας υπερβατικής σκοπιμότητας, την οποία αγνοούν, αλλά ωστόσο αποδέχονται. Το στοιχείο αυτό είναι επαναλαμβανόμενο και ισχυρό, όχι απλά ως αίσθηση αλλά ενσαρκωμένο, με υλική υπόσταση.
Αναμφίβολα, ο Μελετόπουλος με τον βιβλίο του κατορθώνει όχι μόνον να ανασυγκροτήσει και να αποκαταστήσει ιστορικά το δικό του προγονικό παρελθόν, αλλά να ανασυνθέσει μια ολόκληρη εποχή, κομβικής σημασίας για τον ελληνισμό. Στη καταθλιπτική παρακμή, που έχουμε σήμερα καταλήξει, όπου έχουν τεθεί πλέον υπό αμφισβήτηση όχι μόνον οι πνευματικές αλλά και οι υλικές-εδαφικές κατακτήσεις των Ελλήνων της ηρωικής περιόδου πριν και μετά το '21, η ανάγκη ν' ανακαλύψουμε εκ νέου τους χαμένους κρίκους της συνέχειάς μας είναι στόχος επιβίωσης. Αυτόν το στόχο, νομίζουμε ότι, υπηρετεί άριστα και ο «Άρχοντας».




















Τρίτη, 4 Ιουλίου 2017

Απόψε θα πλαγιάσουμε...

ΡΗΞΗ φ,134


(Στη πρώτη φωτογραφία ο Μιχάλης Κατσαρός, στην δεύτερη ο Ρόδης Ρούφος)

Ανήκω στην γενιά που δεν έζησε την τραγωδία του εμφυλίου. Γι' αυτό  έχουμε περισσότερες δυνατότητες να τον αντιμετωπίσουμε αποστασιοποιημένα  και ψύχραιμα.
Σε όσους  θέλουν να ισοπεδώνουν , να δαιμονοποιούν  ή να αγιοποιούν,  να θυμίσουμε ότι από την πλευρά της αριστεράς στα Δεκεμβριανά βρέθηκαν ο Ι.Ξενάκης, ο Μ.Θεοδωράκης, ο Μ.Κατσαρός ,ο Μ.Χατζηδάκης, η Ε.Γλύκατζη- Αρβελέρ και ο Κ.Αξελός. Από την πλευρά του κέντρου και της δεξιάς βρέθηκαν ο Ρόδης Ρούφος, ο Θεόφιλος Φραγκόπουλος, ο Γ.Θεοτοκάς, ο Σάκης Πεπονής. Ο Άγγελος Σικελιανός γλύτωσε τον θάνατο από  την πείνα χάρις την βοήθεια από τον Κωνσταντίνο και την Ιωάννα Τσάτσου. Ο Ανδρέας Εμπειρίκος και ο Μένης Κουμανταρέας  έζησαν το μαρτύριο της ομηρίας από τους αντάρτες  του ΕΛΑΣ και την πορεία κάτω από δυσμενέστατες συνθήκες .
Η αριστερά κατάφερε να μετατραπεί από ένα  κλειστό αγοραφοβικό  κόμμα κούτβηδων  σε ένα πολύανθρωπο ρεύμα ακριβώς γιατί  ανέδειξε το εθνικό ζήτημα  ως το κύριο συστατικό του πολιτικού της λόγου  που έθεσε σε δεύτερη μοίρα την ταξική πλευρά, αλλά και τις παλινωδίες του για το Μακεδονικό. Δεν είναι βέβαια τυχαίο ότι δίπλα στον Άρη υπήρχαν  κληρικοί ο παπά Ανυπόμονος, ο παπά Χολέβας, οι μητροπολιίτες Κοζάνης Ιωακείμ και Ηλείας Αντώνιος και βενιζελικοί αξιωματικοί όπως ο Ευριπίδης Μπακιρτζής.
Το αντάρτικό - που τραγούδαγε ο Π.Τζαβέλας- , "απόψε θα πλαγιάσουμε" είναι  ένα φλογερό πατριωτικό  τραγούδι.

Απόψε θα πλαγιάσουμε σε δροσερό χορτάρι
θα δώσει και θα πάρει το γλέντι μας παιδιά

Εμπρός μην χάνουμε καιρό κι ας μπούμε αράδα αράδα
Ελλάδα μας Ελλάδα αστέρι τ’ ουρανού
Ελλάδα μας, Ελλάδα δεν βγαίνεις απ’ το νου

Η αγάπη θέλει φίλημα κι ο πόλεμος τραγούδια
στην κεφαλή λουλούδια κι φλόγα στην καρδιά

Εμπρός μην χάνουμε καιρό κι ας μπούμε αράδα αράδα
Ελλάδα μας Ελλάδα αστέρι τ’ ουρανού
Ελλάδα μας, Ελλάδα δεν βγαίνεις απ’ το νου

Ας έρθει ο χάρος για να δει με τι κορμιά θα μπλέξει
Ας έρθει κι ας διαλέξει πριν μπει στην μαύρη γη

Εμπρός μην χάνουμε καιρό κι ας μπούμε αράδα αράδα
Ελλάδα μας Ελλάδα αστέρι τ’ ουρανού
Ελλάδα μας, Ελλάδα δεν βγαίνεις απ’ το νου

Παρόμοια και ο Άρης στον λόγο της Λαμίας, θα δει στην αντίσταση να αναγεννάτε το πνεύμα του '21, υπερασπίστηκε την συνέχεια του ελληνισμού απέναντι στον Φαλμεράγιερ και υπεραμύνθηκε την πατρίδα , την τιμή, την οικογένεια, την εκκλησία.
Βεβαίως το άνοιγμα στον χώρο της ιδεολογίας, ενώ χάρισε στην αριστερά ένα μέρος του ελληνικού λαού , από τον οποίο και σήμερα  αντλεί νομιμοποίηση, δεν στάθηκε ικανό να την αποτρέψει από σοβαρά πολιτικά λάθη.


Όλα αυτά θα πρέπει  να τα σκεφτόμαστε, καθώς όπως μαθαίνουμε είμαστε μπροστά σε μια νέα προσπάθεια εθνο-αποδόμησης μέσα από  την αλλαγή της διδασκαλίας της ιστορίας.

Αντώνης Μπουντούρης: Η αλλαξιά της θάλασσας, εκδόσεις Πανοπτικόν, Φεβρουάριος 2017.

ΡΗΞΗ φ.134


Τον Αντώνη Μπουντούρη τον γνωρίσαμε για πρώτη φορά  το 1985 με το ποιητικό έργο του Αναλαμπές και στην  συνέχεια  το 1988 με την συλλογή  Γράμμα σ' ένα Κούρδο , που μεταφράστηκε  στα τουρκικά και αραβικά. Πρόκειται για ένα έργο που γνώρισε μια ασυνήθιστη εκδοτική επιτυχία, αφού κυκλοφόρησε σε πέντε χιλιάδες αντίτυπα και  όπως αποκαλύπτει ο τίτλος του αναφέρεται στον μαρτυρικό εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα των Κούρδων.
 Η τελευταία  του ποιητική συλλογή με τον τίτλο  Η αλλαξιά της θάλασσας , που έχουμε στα χέρια μας κυκλοφόρησε στις αρχές του 2017 σε μια φροντισμένη έκδοση από το "Πανοπτικόν".  Πρόκειται για ένα έργο, που περιλαμβάνει παραπάνω από εξήντα ποιήματα, ενός  άξιου χειριστή της ελληνικής γλώσσας, που επιχειρεί να φανερώσει  την ποιητική πλευρά  των προσωπικών στιγμών αλλά  και  της αφιέρωσης στα κοινά.
Δεδομένου ότι τα τελευταία χρόνια όλο και πιο πολλοί γράφουν ποίηση, δεν είναι εύκολη δουλειά να διακρίνουμε πως και αν η ποσότητα μετατρέπεται σε ποιότητα. Μάλιστα ο εναγκαλισμός  του μοντέρνου στίχου, που δεν απαιτεί ρυθμό , έδωσε σε πολλούς την ψευδαίσθηση ότι μπορεί να γραφεί πιο εύκολα ποίηση, ενώ στην πραγματικότητα είναι απείρως πιο δύσκολη  δουλειά  να αποκαλυφθεί  η μουσικότητα που φέρουν οι λέξεις.
Το ποίημα "Συστημένο γράμμα ", που κάνει κάποιες αναφορές στην νέα ποίηση έχει αυτή την αρετή: οι λέξεις έρχονται στο προσκήνιο με όλο τον δυναμισμό και τους χυμούς που κομίζουν:" η θύελλα που έρχεται λέγεται ανημπόρια- και συλλαβίζεται αργά δίχως παραφωνίες- η θύελλα που έρχεται- θα πολιτογραφηθεί σα νέα ποίηση- που τις ιδέες της θ' αντλεί- απ' τους σφαγμένους βολβούς των οφθαλμών μας.-χωρίς ν' αναγνωρίζει υποσχέσεις και συχώρια.- σκαμμένα σπλάχνα μάτια μου- όλα τα βλέμματά σου...-ο χρόνος μας τινάζεται σαν ύστερη κραυγή-και μας εγκαταλείπει."(σελ.11).
Στο ποίημα με τίτλο "Η αλλαξιά της θάλασσας"  που χάρισε τον τίτλο στην συλλογή  η σχέση με την θάλασσα γίνεται η αφορμή δημιουργικής έμπνευσης: "...παράγγειλε στη μάνα του- Λυτό να τον γεννήσει- Να ψαλιδίσει τις φασκιές- Και να ντυθούν τ' αδέλφια του. -Αυτός δεν έχει ανάγκη.- Η θάλασσα τον ξέβρασε- Ένα κωφό κοχύλι.- Κόρη λυσίκομη θαλασσινή- Μοσχοβολά αλμύρα και - καταλλαγή.- Γονατιστή προσεύχεται μέσα στο Ιερό της.- Κι έτσι μετατοπίζεται-ο επίλογος- στο μυχό του πάνω κόσμου...πρόσωπα ονειρόληπτα- που έχουν γονατίσει- Και προσκυνούν τη θάλασσα-Που τελειωμό δεν έχει...Δεν ξεδιψάει η θάλασσα- όσο και να μας πίνει- Έχει ένα στόμα μέσα της- που κατοικούν ελπίδες."(σελ.13,15).
Στο "Εμφύλιος εσωτερικού" είναι έντονες οι μνήμες του τραγικού εμφύλιου: " ανυπόδητες ιδέες ισορροπούν-με βία-στο παλιό σπίτι με τους- εκτελεσμένους.-Σαν αποτοίχισες το αίμα- ίσωσες με ταραχή την πλάτη.- Άλογο σε τροχασμό- Όταν διστάζει να καλπάσει"(σελ21). Ενώ στην  "Άσκηση", όπως μαρτυρά ο τίτλος, φανερώνεται μια γνώση, τουλάχιστον, του ορθόδοξου ασκητισμού" Με μισοφόρι Ασκητή- Ντυμένος Μοναχός-Μόνος-Μονομάχος-Πελαγίσιος-Ίσιος-Μουσουργός-Παράπονο που σκούριασε στο σύρτη- Από το πανωπόρτι"(σελ.22). Οι ίδιες αναφορές  υπάρχουν στο "Άλαδο καντήλι (σελ.25).
Μια  πορεία που θέλει να περιλάβει πολλά  από τα γεγονότα του μεταπολεμικού ελληνισμού είναι το ποίημα "Ίσως": " Από τη Γκιώνα στο Γράμμο- Από τους Κορυσχάδες στο Βίτσι-Την Καισαριανή και την Κόνιτσα- Από το Μπούλκες στην Τασκένδη- Απ' τη Κερύνεια στις λιάστρες- για να ξεραίνονται οι μνήμες...Ερίζοντας οι ύμνοι με την άβυσσο-μαύρο ρίγος ακουμπούν- τη βροντερή ηχώ-Βαθιά στα τύμπανά μας"(σελ.26). Στο "Ο Αύγουστος της Παναγιάς"   γράφει : "Το θαύμα το' χω ξαναδεί.-Ολόσωμη η Παρθένος- στέκεται και πάλι με -το Θείο βρέφος- Εσταυρωμένο πρόωρα. "(σελ.35). Σε παρόμοιο τόνο στις "Υγρές ικεσίες"γράφει: " Αγάπη-Που γεννιέται με την καθημερινότητα-Που φθείρεται μαζί της- Που στο τέλος αφήνει έναν σπόρο.- Ένα μικρό Ευαγγέλιο-σε δυό γλώσσες- Φρεσκολουσμένο το κλαδί-από ψιλή βροχή-Χορευτά, απ' τον αέρα χορευτά- Σπρώχνεται η πνοή μας.- Σχεδόν τα πάντα αντιφωνούν- Άπειρους παραδείσους."(σελ.53). Αλλά και στο "Πάσχα" γράφει "Βλέμμα διπλής όψεως.-Το χειροπάλεμα της σάρκας-κι η απαντοχή στον Τίμιο θάνατο.-Μια χαρά- σαν αυτή που γειτονεύει με τις Κυριακές.- Διεσταλμένα τα μάτια μου- Στον τρόμο και στο Θαύμα."(σελ.59).
Στο ποίημα  "Ειδωλολάτρης στην αντηλιά" υπάρχει ένα λεκτικό και ένα θέμα που εξυμνεί την αισθητική του ελληνικού τοπίου όπως αυτή  πλέκεται με την ιστορία. Γλώσσα και τέχνη θυμίζουν σε αυτό το σημείο Ελύτη: " Ζήλεψες τον έφηβο του Κριτίου- που στέκει μοναδικά στο λίθο.-Τα κορίτσια με - τους κροκωτούς χιτώνες- Τους θαλλοφόρους γέροντες- Στο τέλος της πομπής...Των κεκοιμημένων οι περιπλανήσεις-μόνος τρόπος- να χαϊδέψουμε ουρανό. -Που δε φτάνει να' ναι μόνο μπλε - για  να τον  χαρείς- Πρέπει να μάθεις- και να τον ζωγραφίζεις... "(σελ.37,39).
Στην "Αξιοπρέπεια"  αναφέρεται στην αυτοκτονία του Ν.Πουλαντζά: " Στους κύκλους δεν αρμόζει η θηλιά- Στον τάφο του θα μπει μονάχος."(σελ.47). Η "Αυθεντικότητα" είναι αφιερωμένη στον Ντελχάζ, τον Έλληνα που πολέμησε στο πλευρό των Κούρδων στο Κομπάνι: " Δεσμίδα ασάλευτου φωτός.-Σκιά εξαγνισμού- Να φωσφορίζει στο εξής- Μες στο βαθύ σκοτάδι."(σελ.49).
Το ποίημα "Σεβασμός" αφιερώνεται στη μνήμη του Κ.Παπαϊωάννου: " Στην Ιερατική Μορφή- Που κρύβει τα διμέτωπα.-Στη στιβαρή κύρτωση- που κρατά στη σκιά- σκυφτές πνοές.- Αγάλματα τον προσπερνούν- γέρνοντας το κεφάλι"(σελ.66). Διακρίνω  επίσης "Στο χείλος" την  διαρκή σχέση με τα αντικείμενα, που σώζουν μνήμες: " Σε κυνηγούν τα αντικείμενα-που λάτρεψες-Κι όσα δεν έβλεπες-όσα δεν άκουσες...Κρεμασμένα αναφιλητά, μονόχορδα- Οι μέρες μας.- Χωρίς πνοή, η αναπνοή-Τις νύχτες  μας."(σελ.71,73).

Το έργο του Αντώνη Μπουντούρη, μας  αποκαλύπτει μια  γνήσια ποιητική φωνή, που πλησιάζει τον κόσμο με μια χαρακτηριστική ηρεμία.   Ιδιοσυγκρασία ισορροπημένη, πλούσια από ότι φαίνεται σε εμπειρίες και γνώσεις, άρτιος χειριστής του ελληνικού λόγου, είναι σε θέση να μας μυήσει στην μουσικότητα  που μπορεί να έχουν οι λέξεις.

Κυριακή, 11 Ιουνίου 2017

Χάνα Άρεντ: το ξερίζωμα του ανθρώπου ως πηγή του ολοκληρωτισμού


Μια πρώτη μορφή δημοσιεύθηκε στην ΡΗΞΗ φ. 130, 131, 132.

                                                     Α'

Η Χάνα Άρεντ και το έργο της αποτελεί σημείο αναφοράς αλλά  και σε πολλές περιπτώσεις σημείο αντιλεγόμενο. Ανέπτυξε ένα κριτικό λόγο που  επεκτάθηκε, σε διαφορετική αναλογία, σε όλα τα πολιτικά ρεύματα, στον καπιταλισμό, στον σταλινισμό, στον φασισμό. Στο τέλος δυσαρέστησε και το Ισραήλ με αφορμή το έργο της  για την δίκη του Άιχμαν.
Στην χώρα μας έχουν μεταφραστεί πολλά από τα σημαντικά της δοκίμια  όπως,"Περί  βίας", "Για την Επανάσταση",  "Η πολιτική φιλοσοφία του Κάντ" και η "Ανθρώπινη Κατάσταση". Το τελευταίο αποτελεί  ίσως το πιο σημαντικό από τα έργα της, που μεταφράστηκαν. Διαβάζουμε, σε αυτό, εύστοχες επισημάνσεις για την μοναξιά και το ξερίζωμα του σύγχρονου ανθρώπου  που προεικονίζουν πολλές από τις σκέψεις που θα θεμελιώσουν ότι περιγράφει ως το ολοκληρωτικό σύστημα όπως: "στις σύγχρονες περιστάσεις αυτή η αποστέρηση των "αντικειμενικών" σχέσεων  με τους άλλους και της πραγματικότητας  που αυτοί  εγγυούνται έχει καταστεί το μαζικό φαινόμενο της μοναξιάς κι έχει προσλάβει την πιο ακραία  και  πιο αντιανθρώπινη μορφή  της. Ο λόγος της οξύτητας αυτού του φαινομένου είναι ότι η μαζική κοινωνία δεν καταστρέφει μόνο την δημόσια σφαίρα αλλά και την ιδιωτική, δεν στερεί από τους ανθρώπους μόνο την θέση τους μέσα  στον κόσμο, αλλά τον ιδιωτικό τους οίκο, όπου κάποτε ένοιωθαν προφυλαγμένοι από τον κόσμο και όπου, εν πάση περιπτώσει, ακόμη και όσοι  αποκλείονταν από τον κόσμο  μπορούσαν να βρίσκουν ένα υποκατάστατό του στην θαλπωρή της εστίας και στην περιορισμένη πραγματικότητα της οικογενειακής ζωής"[1].
 Η ισχύ ερμηνεύεται ως "ότι συντηρεί την ύπαρξη της δημόσιας σφαίρας, τον δυνητικό χώρο δημόσιας εμφάνισης μεταξύ ενεργούντων και ομιλούντων ανθρώπων"[2] . Ο ελεύθερος χρόνος είναι υποθηκευμένος καθώς  "ο ελεύθερος χρόνος του animal laborans δεν ξοδεύεται πουθενά αλλού εκτός από την κατανάλωση, κι όσος περισσότερος χρόνος του μένει τόσο πιο άπληστες και πιο ακόρεστες γίνονται οι ορέξεις του "[3].
 Στο έργο της Χ.Άρεντ, "Το ολοκληρωτικό σύστημα", παρόμοιες σκέψεις χρησιμοποιούνται  για να ερμηνεύσουν τον ναζισμό και τον σταλινισμό.
 Το έργο της Άρεντ, θεωρείται πλέον κλασσικό παρά τις επιμέρους αντιρρήσεις που μπορούν να διατυπωθούν σχετικά με την προσπάθεια της να ταυτίσει πλήρως τον ναζισμό, τον φασισμό και τον σταλινισμό  και να παρακάμψει τις  εμφανείς  και ουσιαστικές  διαφορές τους. Σε αυτό το σημείο διαφωνούν συντηρητικοί στοχαστές όπως ο Ρ.Αρόν που καταλήγει ότι " η διαφορά ανάμεσα στον κομμουνισμό και στον ναζισμό είναι ουσιαστική, ανεξάρτητα από τις ομοιότητες. Η διαφορά είναι ουσιαστική  εξαιτίας της ιδέας που εμπνέει το ένα και το άλλο εγχείρημα, στη μια περίπτωση η κατάληξη είναι το στρατόπεδο εργασίας, στην άλλη οι θάλαμοι αερίων "[4].
            Ο χαρακτήρας των ολοκληρωτικών κινημάτων ορίζεται ως «μαζικές οργανώσεις ατόμων αλληλοαποξενωμένων και απομονωμένων. Σε σύγκριση με όλα τα άλλα κόμματα και κινήματα, χαρακτηρίζονται ολοφάνερα από την αξίωση μιας απεριόριστης, αναλλοίωτης και χωρίς όρους νομιμοφροσύνης από την πλευρά του ατομικού οπαδού »[5].
 Χαρακτηριστικό σε αυτό το σημείο είναι το σύνθημα του Χίμμλερ , που επαναλαμβάνει η εγχώρια «Χρυσή Αυγή»: «τιμή μου η πίστη».
Η Άρεντ συμπεραίνει  πως ο ολοκληρωτισμός είναι αποτέλεσμα της κατάρρευσης της ταξικής κοινωνίας και της ανόδου του Ευρωπαίου «μαζανθρώπου»[6] με κύριο χαρακτηριστικό του την «έλλειψη κανονικών κοινωνικών σχέσεων». Συγχρόνως  δικαιολογεί την αηδία που μπορεί να αισθάνονται έναντι «μιας κοινωνίας κορεσμένης από την αστική ιδεολογία και ηθική»[7] στοχαστές όπως ο Νίτσε ή ο Μπρέχτ ή ο Μαλρώ.
       Σε ένα άλλο σημείο η Άρεντ τονίζει : " οι ολοκληρωτικοί ηγέτες βασίζονται πάνω στον εξαναγκασμό που μπορούμε να επιβάλλουμε οι ίδιοι στον εαυτό μας, για την περιορισμένη κινητοποίηση των ανθρώπων , που έχουν ακόμα ανάγκη. Αυτός ο εσωτερικός εξαναγκασμός είναι η τυραννία της λογικότητας, στην οποία τίποτα δεν μπορεί ν' αντισταθεί , εκτός απ' τη μεγάλη ικανότητα του ανθρώπου ν' αρχίσει κάτι καινούριο. Η τυραννία της λογικότητας αρχίζει με την υποταγή του μυαλού στη λογική, σαν μια αστείρευτη διαδικασία παραγωγής σκέψεων. Μ' αυτή την υποταγή, παραιτείται απ' την εσωτερική του ελευθερία, όπως παραιτείται κι απ' την ελευθερία κίνησης του όταν υποκλίνεται σε μια τυραννία εξωτερική απ' αυτήν. Η ελευθερία, σαν εσωτερική δυνατότητα του ανθρώπου είναι ταυτόσημη με την ικανότητα για νέο ξεκίνημα, όπως η ελευθερία, σαν πολιτική πραγματικότητα, είναι ταυτόσημη μ' ένα χώρο που υπάρχει ανάμεσα στους ανθρώπους για να μπορούν να κινηθούν "[8].
      Τα στοιχεία που χαρακτηρίζουν τον άνθρωπο του ολοκληρωτισμού περιγράφονται αδρά: " ο ιδανικός πολίτης της ολοκληρωτικής εξουσίας δεν είναι, ούτε ο πεπεισμένος ναζί, ούτε πεπεισμένος κομμουνιστής, αλλά ο άνθρωπος που δεν μπορεί να κάνει το διαχωρισμό μεταξύ γεγονότος και μύθου (δηλαδή αγνοεί την πραγματικότητα της εμπειρίας) και μεταξύ αληθινού και ψεύτικού (δηλαδή αγνοεί τους κανόνες της σκέψης)"[9] .


                                                    Β'


    Σημαντική είναι η αμφίδρομη σχέση , που διακρίνει ,ανάμεσα στον ολοκληρωτισμό και το ξερίζωμα του ανθρώπου. Το γεγονός αυτό, το ανέδειξαν στοχαστές όπως ο Μάρξ, ο Νίτσε, ο Χάϊντεγκερ και η Σ. Βέιλ (στην τελευταία  η Χ.Άρεντ  αναφέρεται αρκετές φορές στο έργο της Ανθρώπινη Κατάσταση) Όμως η  εμφατική και αμφίδρομη σχέση του  με τον ολοκληρωτισμό, καταδείχθηκε από την Χ. Άρεντ: "Το ολοκληρωτικό καθεστώς, όπως και όλες οι τυραννίες, δεν θα μπορούσε σίγουρα να υπάρξει αν δεν κατέστρεφε τον δημόσιο τομέα της ζωής, δηλαδή αν δεν κατέστρεφε, με τη μέθοδο της απομόνωσης των ανθρώπων, τις πολιτικές τους ικανότητες. Αλλά η ολοκληρωτική εξουσία είναι μια νέα μορφή καθεστώτος, κι αυτό επειδή δεν περιορίζεται σ' αυτή την απομόνωση, αλλά καταστρέφει και την ιδιωτική ζωή. Στηρίζεται στην αποξένωση, στην εμπειρία της απόλυτης μη συμμετοχής στον κόσμο, που είναι μια απ' τις ριζικότερες και απελπιστικές εμπειρίες του ανθρώπου. Η αποξένωση, κοινό έδαφος της τρομοκρατίας, που είναι η ουσία του ολοκληρωτικού καθεστώτος, και της ιδεολογίας ή λογικότητας, που προετοιμάζει τους δήμιους και τα θύματά του, συνδέεται στενά με το ξερίζωμα και την αχρήστευση που έπληξε τις σύγχρονες μάζες μετά την αρχή της βιομηχανικής επανάστασης, κι έγινε ιδιαίτερα έντονη με την άνοδο του ιμπεριαλισμού, στα τέλη του περασμένου αιώνα, και με την παρακμή των πολιτικών θεσμών και των κοινωνικών παραδόσεων που σημειώθηκε στην εποχή μας. Το να είναι κανείς ξεριζωμένος, σημαίνει ότι δεν έχει θέση στον κόσμο, αναγνωρισμένη και εγγυημένη από άλλους. . Το να είναι άχρηστος, σημαίνει ότι δεν ανήκει στον κόσμο. Το ξερίζωμα μπορεί να είναι προϋπόθεση της αχρήστευσης όπως η απομόνωση μπορεί (αλλά δεν είναι πάντα) να είναι προϋπόθεση της αποξένωσης"[10] .
       Τελικά η Άρεντ συμπεραίνει ότι ο ξεριζωμός και η αποξένωση προετοιμάζει «τους ανθρώπους στο μη ολοκληρωτικό κόσμο για την ολοκληρωτική εξουσία»[11]. Όπου υπάρχουν ξεριζωμένοι και αποξενωμένοι άνθρωποι, χωρίς σταθερές κοινωνικές σχέσεις, που νοιώθουν  ότι δεν έχουν   τον δικό τους τόπο, τον δικό τους οίκο, την δική τους πατρίδα  εκεί υπάρχουν οι προϋποθέσεις για την γέννηση και την άνδρωση του ολοκληρωτισμού.
                                               
Η Χ.Άρεντ,  επέκτεινε την κριτική  της από τον ολοκληρωτισμό  στην γραφειοκρατία που περιγράφεται  ως  το θεμελιωδώς καινούργιο καθεστώς με στοιχεία τυραννίας : "σήμερα οφείλουμε να προσθέσουμε την πιο πρόσφατη και ίσως πιο εκπληκτική μορφή τέτοιας κυριαρχίας τη γραφειοκρατία, δηλαδή την εξουσία ενός πολύπλοκου συστήματος γραφείων όπου κανένας άνθρωπος, ούτε ο ένας ούτε οι άριστοι, ούτε οι λίγοι ούτε οι πολλοί, δεν μπορεί να θεωρηθεί υπεύθυνος, και η οποία θα μπορούσε να ονομαστεί, στην κυριολεξία, εξουσία του Κανενός.(Αν, σε συμφωνία με την παραδοσιακή πολιτική σκέψη, αναγνωρίσουμε την τυραννίδα ως κυβέρνηση που δεν έχει να λογοδοτήσει για τον εαυτό της, η εξουσία του Κανενός είναι σαφώς τυραννικότερη όλων, εφόσον δεν απομένει κανένας από τον οποίο θα μπορούσε έστω να ζητηθεί ο λόγος για ό,τι γίνεται. Αυτή η κατάσταση, όπου γίνεται αδύνατο να εντοπιστεί η ευθύνη και να αναγνωριστεί ο εχθρός, συνιστά ένα από τα ισχυρότερα αίτια της σημερινής στασιαστικής αναταραχής σ' όλο τον κόσμο, της χαοτικής της φύσης και της επικίνδυνης τάσης της να ξεφύγει από κάθε έλεγχο και να ξεσπάσει τυφλά)."[12]  
Σε αυτό το σημείο υπέδειξε  την ανθρωπολογική προϋπόθεση της τυραννίας "το ένστικτο της υποταγής, μια φλογερή επιθυμία να υπακούει και να εξουσιάζεται  κανείς  από ένα κραταιό άνθρωπο, είναι τουλάχιστον εξίσου ευδιάκριτο στην ανθρώπινη ψυχολογία με τη θέληση για δύναμη, ίσως δε, από πολιτική άποψη, να έχει μεγαλύτερη σημασία.  Κάνοντας ένα βήμα παραπέρα θα υποδείξει, σε ένα άλλο έργο της, το κοινό αδιέξοδο καπιταλισμού-σοσιαλισμού: "ο σοσιαλισμός δεν μπορεί να είναι φάρμακο για τον καπιταλισμό, έτσι και ο καπιταλισμός δεν μπορεί να είναι φάρμακο ή εναλλακτική λύση  για τον σοσιαλισμό"[13]. Παρομοίως θα απορρίψει την υπερεθνική εξουσία καθώς σε αυτή την περίπτωση η εξουσία ή θα είναι αναποτελεσματική ή "θα την μονοπωλούσε το έθνος εκείνο που τυχαίνει να είναι το ισχυρότερο, και έτσι θα οδηγούσε σε μια παγκόσμια διακυβέρνηση, η οποία εύκολα μπορεί να καταστεί η πλέον φρικτή τυραννία που μπορούσε κανείς να συλλάβει, δεδομένου ότι δεν θα υπήρχε διαφυγή από την παγκόσμια αστυνομική της δύναμη-μέχρις ότου τελικά ανατραπεί "[14].
 Το πολιτικό δέον της Χ.Άρεντ αποκρυσταλλώνεται  συνεπώς ως κριτική όλων υπαρκτών πολιτικών συστημάτων. Κλείνει σε μια μορφή κοινοτισμού, σε μια ομοσπονδία κοινοτήτων και συμβουλίων, την οποία ιστορικά είδε να εμφανίζονται  σε πολλές  από τις γνωστές επαναστάσεις , "όχι ως αποτέλεσμα μιας συνειδητής επαναστατικής παράδοσης ή θεωρίας, αλλά εντελώς αυθόρμητα, κάθε φορά σα να μην είχε ποτέ υπάρξει κάτι παρόμοιο"[15], αλλά και να καταστρέφονται εν συνεχεία  είτε απευθείας από τα κράτη ή από τους μηχανισμούς του κόμματος[16]. Από αυτή την άποψη δεν θα ήταν άτοπο να ισχυριστούμε, ότι το πολιτικό δέον της Χ.Άρεντ, βρίσκεται πολύ κοντά σε ότι εκπροσωπούν ο Μ.Μπούμπερ και στην ελληνική εκδοχή ο Κ.Καραβίδας και ο Ν.Πανταζόπουλος.
Το τελευταίο κεφάλαιο του έργου της "Για την Επανάσταση"(που είναι αφιερωμένο στο ζεύγος Κ.Γιάσπερ)  με τον τίτλο "η επαναστατική παράδοση και ο χαμένος θησαυρός της"  μας διαφωτίζουν  για τα στοιχεία που περιλαμβάνει το πολιτικό της δέον. Διαπιστώνει ότι σε όλες τις μεγάλες επαναστάσεις υπήρξε ένα ρεύμα κοινοτισμού και λαϊκών συμβουλίων  που εξασφάλιζε την άμεση και γνήσια συμμετοχή του λαού, δημιουργώντας ένα νέο χώρο ελευθερίας. Στην Αμερικάνική επανάσταση το ρεύμα αυτό εκπροσωπήθηκε από το όραμα του Τζέφερσον για την δημοκρατία των συνοικιών, τις στοιχειώδεις δημοκρατίες  ενώ αντίστοιχη ανάπτυξη του κοινοτισμού εμφανίστηκε στην Γαλλική επανάσταση, στην Παρισινή Κομμούνα και στην Ρώσικη επανάσταση το 1905 και το 1917 στο πρώτο στάδιο της επανάστασης , πριν συντριβούν από το κόμμα των μπολσεβίκων. Η Άρεντ επισημαίνει ότι ο Τζέφερσον "στο τέλος της ζωής του συνόψισε αυτό που σαφώς ήταν για εκείνον η ουσία της ιδιωτικής και δημόσιας ηθικής, "Αγάπα τον πλησίον σου όπως τον εαυτό σου και την πατρίδα σου παραπάνω από τον εαυτό σου", ήξερε ότι το ρήμα αυτό θα παρέμενε κενός εξορκισμός εκτός κι αν η "πατρίδα" μπορούσε να έρθει τόσο κοντά στην "αγάπη" των πολιτών όσο ο πλησίον τους. Διότι, όπως ακριβώς δεν μπορεί να υπάρχει πολλή ουσία στην αγάπη του πλησίον αν αυτός κάνει μια σύντομη εμφάνιση κάθε δυο χρόνια, έτσι και δεν μπορεί να υπάρξει πολλή ουσία στην παρότρυνση να αγαπάει κάποιος την πατρίδα του περισσότερο από τον εαυτό του αν η πατρίδα δεν είναι μια ζωντανή παρουσία ανάμεσα στους  πολίτες της. Άρα, σύμφωνα με τον Τζέφερσον, η ουσιώδης αρχή της διακυβέρνησης απαιτούσε "την υποδιαίρεση των κομητειών σε συνοικίες", δηλαδή τη δημιουργία "μικρών Δημοκρατιών"  μέσω των οποίων "κάθε άνθρωπος μέσα στην Πολιτεία"  θα μπορούσε να γίνει "ενεργό μέλος της κοινής κυβέρνησης, και να πραγματεύεται προσωπικά ένα μεγάλο μέρος των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων του, υπήκοος μεν, αλλά σημαντικός και με πλήρη αξιοποίηση των ικανοτήτων του ". Ήταν "αυτές οι μικρές Δημοκρατίες που θα αποτελούσαν την κύρια δύναμη της μεγάλης Δημοκρατίας"∙ γιατί στο βαθμό που η δημοκρατική διακυβέρνηση της Ένωσης βασιζόταν στην παραδοχή ότι η έδρα της εξουσίας βρισκόταν στο λαό, η ίδια η προϋπόθεση της σωστής λειτουργίας της ήταν ένα σχέδιο για "να  διαιρεθεί (η κυβέρνηση) ανάμεσα στους πολλούς, να κατανεμηθούν στον καθένα εκείνα ακριβώς τα καθήκοντα για τα οποία είναι ικανός". Δίχως αυτό, η ίδια η αρχή της δημοκρατικής διακυβέρνησης δεν θα μπορούσε ποτέ να πραγματωθεί και η κυβέρνηση των ΗΠΑ θα ήταν δημοκρατική μόνο κατ' όνομα"[17].  

                                                 Γ΄


Η Άρεντ συμμερίζεται, όπως ο Κ.Παπαϊωάννου, την προφητική σκέψη της Ρόζα Λούξεμπουργκ  ότι η κατάληξη του συγκεντρωτικού  και του μονοκομματικού κράτους, καθώς και η μεταφορά του πνεύματος πειθαρχίας του καπιταλιστικού εργοστασίου σε ολόκληρη την κοινωνία,  θα ήταν τελικά η  δικτατορία ενός στενού κομματικού πυρήνα πάνω σε όλη την κοινωνία. Μάλιστα  η ύπαρξη του ολοκληρωτισμού προϋπόθεσε την συντριβή των σοβιέτ, του συνεργατισμού και κοινοτήτων, που υπήρξαν από τις διαχρονικές αναφορές της ρώσικης κοινωνίας . Αντίθετα θεωρεί ότι οι ουτοπικοί σοσιαλιστές όπως ο Προυντόν και ο Μπακούνιν είχαν κατανοήσει καλύτερα την σημασία των κοινοτήτων.
 Συνοψίζοντας ανιχνεύει την ύπαρξη κοινοτήτων  στους μεσαιωνικούς δήμους, στα ελβετικά καντόνια, στα συμβούλια της Γαλλικής Επανάστασης, στην Παρισινή Κομμούνα, στην επανάσταση στη Ρωσία το 1905και το 1917, στη Βαυαρική δημοκρατία το 1919,στην Ουγγρική επανάσταση το 1956. Ένα από τα χαρακτηριστικά τους ήταν ότι η "κομματική ένταξη δεν έπαιζε κανένα ρόλο. Ήταν στην πραγματικότητα τα μόνα πολιτικά όργανα για ανθρώπους που δεν ανήκαν σε κανένα κόμμα"[18].
Από τα αντιπροσωπευτικά συστήματα το μόνο βιώσιμο αποδείχθηκε ότι ήταν το δικομματικό αλλά "το καλύτερο που έχει καταφέρει είναι ένας κάποιος έλεγχος των κυβερνώντων  από τους κυβερνώμενους και ότι κατά κανένα τρόπο δεν έδωσε τη δυνατότητα στον πολίτη να γίνει "συμμέτοχος" στις δημόσιες υποθέσεις...Στο σύστημα αυτό οι γνώμες των ανθρώπων είναι πράγματι αδιευκρίνιστες για τον απλό λόγο ότι είναι ανύπαρκτες"[19]. Θεωρεί ως το μοιραίο λάθος  των συμβουλίων ότι "δεν διέκριναν καθαρά τη συμμετοχή στις δημόσιες υποθέσεις από τη διοίκηση ή διαχείριση των πραγμάτων προς το δημόσιο συμφέρον. Με τη μορφή των εργατικών συμβουλίων, προσπάθησαν επανειλημμένα να αναλάβουν τη διαχείριση των εργοστασίων, και όλες αυτές οι προσπάθειες κατέληξαν σε θλιβερή αποτυχία"[20]. Το αντιπροσωπευτικό σύστημα έχει  εξελιχθεί  σε μια διαδικασία όπου ο ψηφοφόρος καλείται να επιλέξει ανάμεσα σε επιλογές που έχουν διαμορφωθεί ερήμην του. Ακόμη χειρότερα στην πολιτική εισάγονται οι μέθοδοι της Μάντισον Άβενιου "μέσω των οποίων η σχέση ανάμεσα στον εκπρόσωπο και τον εκλογέα μετατρέπεται σε σχέση αγοραστή και πωλητή"[21]. Επιπλέον η "πολιτική έχει γίνει επάγγελμα και καριέρα και πως  "ελίτ", επομένως, επιλέγεται ανάλογα με πρότυπα και κριτήρια που είναι τα ίδια βαθύτατα απολιτικά"[22].
Η διέξοδος στην αντιπροσωπευτική δημοκρατία  είναι ένα σύστημα κοινοτικής δημοκρατίας που περιγράφεται αδρά, με σκοπό να αντιμετωπίσει  όχι μόνο το δίλημμα ανάμεσα στην ελευθερία και την ισότητα αλλά και ανάμεσα στην ισότητα και την αυθεντία: "από αυτές τις "στοιχειώδεις δημοκρατίες", τα μέλη των συμβουλίων επέλεγαν τους εκπροσώπους τους για το επόμενο ανώτερο συμβούλιο, και οι εκπρόσωποι αυτοί, πάλι, επιλέγονταν από τους ομότιμους τους, δεν υποβάλλονταν σε καμιά πίεση από τα πάνω ή τα κάτω. Το αξίωμα τους δεν στηριζόταν παρά στην εμπιστοσύνη των ισοτίμων τους, και αυτή η ισότητα δεν ήταν φυσική αλλά πολιτική, δεν ήταν κάτι με το οποίο είχαν γεννηθεί. Ήταν η ισότητα εκείνη που είχαν δεσμευτεί και που τώρα είχαν εμπλακεί σε ένα κοινό εγχείρημα. Από τη στιγμή που τον εξέλεγαν και  τον έστελναν σε ένα ανώτερο συμβούλιο, ο εκπρόσωπος βρισκόταν και πάλι ανάμεσα σε ισότιμους του, γιατί οι εκπρόσωποι οποιουδήποτε δεδομένου επιπέδου σ' αυτό το σύστημα ήταν εκείνοι που είχαν περιβληθεί με μια ειδική εμπιστοσύνη. Χωρίς αμφιβολία, αυτό το είδος κυβέρνησης, αν αναπτυσσόταν πλήρως,  θα έπαιρνε και πάλι το σχήμα πυραμίδας, η οποία βέβαια είναι το σχήμα μιας ουσιαστικά αυταρχικής κυβέρνησης. Ενώ, όμως, σε κάθε αυταρχική κυβέρνηση που γνωρίζουμε, η αυθεντία φιλτράρεται από τα πάνω προς τα κάτω, σ' αυτή την περίπτωση η αυθεντία δεν θα γεννιόταν ούτε στην κορυφή ούτε στη βάση, αλλά στο καθένα από τα στρώματα της πυραμίδας. Και αυτό προφανώς θα μπορούσε να αποτελέσει τη λύση ενός από τα πιο σοβαρά προβλήματα της πολιτικής των νέων χρόνων, το οποίο δεν είναι πως θα συμφιλιώσεις την ελευθερία με την ισότητα αλλά πως να συμφιλιώσεις την ισότητα με την αυθεντία"[23].
Η εμπειρία του ξεριζωμού ήταν καθοριστική και ήταν αυτή που οδήγησε, την Χ.Άρεντ, στο συμπέρασμα πως η εθνική χειραφέτηση και όχι η Διακήρυξη των δικαιωμάτων μπορεί να διαμορφώσει ένα πλέγμα προστασίας για αυτούς που το έχουν ανάγκη. Πρόκειται για μια διαπίστωση που επανέλαβε ο Π.Κονδύλης όταν ισχυριζόταν ότι τα ανθρώπινα δικαιώματα δεν έχουν αντίκρισμα για όσους δεν είναι πολίτες μιας χώρας. Για την Χ.Άρεντ "το όλο ζήτημα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων αναμείχθηκε γρήγορα και αξεδιάλυτα με το ζήτημα της εθνικής χειραφέτησης∙ μόνον η χειραφετημένη κυριαρχία του λαού, του δικού μας λαού, φαινόταν ικανή να τα εξασφαλίσει. Αφού το ανθρώπινο είδος, από την εποχή της Γαλλικής Επανάστασης, συλλαμβανόταν με την εικόνα μιας οικογένειας εθνών, έγινε σταδιακά πρόδηλο ότι εικόνα του ανθρώπου ήταν ο λαός, και όχι το άτομο"[24]. Διαφορετικά «η έκφραση τα «ανθρώπινα δικαιώματα» έγινε για όλους τους ενδιαφερόμενους –θύματα, διώκτες και παρατηρητές-  η ένδειξη απέλπιδος ιδεαλισμού ή αδέξιας μικρονοϊκής υποκρισίας»[25].
Δίχως εθνική κυριαρχία δεν θα υπήρχαν οι προϋποθέσεις σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, γεγονός που τα κατανόησαν πρώτα αυτοί που κύρια τα χρειάζονταν: " στο κάτω-κάτω, τα Δικαιώματα του Ανθρώπου είχαν οριστεί ως "αναπαλλοτρίωτα", επειδή υποτίθεται πως ήταν ανεξάρτητα από όλες τις κυβερνήσεις∙ αλλά φάνηκε ότι τη στιγμή που τα ανθρώπινα όντα δεν είχαν δική τους κυβέρνηση και έπρεπε να στραφούν πίσω στα ελάχιστα δικαιώματά τους, δεν απέμενε καμία εξουσία για να τα προστατεύσει και κανένας θεσμός δεν ήταν πρόθυμος να τα εγγυηθεί... Οι απάτριδες ήταν εξ ίσου πεπεισμένοι όπως οι μειονότητες ότι απώλεια των εθνικών δικαιωμάτων ταυτιζόταν με απώλεια των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ότι η πρώτη αναπόφευκτα συνεπαγόταν τη δεύτερη. Όσο περισσότερο αποκλείονταν από δικαίωμα με οποιαδήποτε μορφή, τόσο περισσότερο έτειναν να προσδοκούν μια επανένταξη σε μια εθνική, στη δική τους εθνική κοινότητα. Οι Ρώσοι πρόσφυγες ήταν μόνον οι πρώτοι που επέμειναν στην εθνικότητά τους και υπερασπίστηκαν άγρια τον εαυτό τους από απόπειρες να τους στοιβάξουν μαζί με τους άλλους απάτριδες. Μετά απ' αυτούς, ούτε μια ομάδα προσφύγων ή εκτοπισθέντων δεν απέτυχε ν' αναπτύξει μια έντονη, άγρια συνείδηση ομάδας και ν' απαιτεί δικαιώματα ως -και μόνον ως- Πολωνοί ή Εβραίοι ή Γερμανοί κλπ. Ακόμη χειρότερο ήταν ότι όλες οι εταιρείες που σχηματίστηκαν για την προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, όλες οι απόπειρες να φτάσουμε σε μια νέα έκθεση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, υποστηρίζοντας από περιθωριακές μορφές - λίγους διεθνείς νομικούς χωρίς πολιτική πείρα ή επαγγελματίες φιλανθρώπους που τους στήριζαν τα αβέβαια συναισθήματα επαγγελματιών ιδεαλιστών"[26].
Τα δικαιώματα του ανθρώπου είχαν εγγενείς δυσκολίες στην εφαρμογή τους, ώστε τελικά έδιναν την εικόνα μιας ιδεολογίας που ο καθένας προσπαθούσε να την  ερμηνεύσει με τον πιο συμφέρον για αυτόν τρόπο: "τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, υποτίθεται αναπαλλοτρίωτα, αποδείχθηκε πως ήταν αδύνατον να επιβληθούν -ακόμη και σε χώρες που τα συντάγματά τους βασίζονταν σ' αυτά- οπότε εμφανίζονταν άνθρωποι που δεν ήταν πια πολίτες κανενός κυρίαρχου κράτους. Σ' αυτό το γεγονός, αρκετά ανησυχητικό από μόνο του, θα πρέπει να προσθέσουμε τη σύγχυση που δημιουργούσαν οι πολλές πρόσφατες απόπειρες να συντεθεί μια νέα έκθεση ανθρωπίνων δικαιωμάτων, που απέδειξαν ότι κανένας δεν φαίνεται ικανός να ορίσει με οποιαδήποτε σιγουριά τι πραγματικά είναι αυτά τα γενικά ανθρώπινα δικαιώματα, σε διάκριση προς τα δικαιώματα των πολιτών. Αν και όλοι φαίνεται να συμφωνούν ότι η κακή κατάσταση αυτών των ανθρώπων συνίσταται ακριβώς στο ότι έχασαν τα Ανθρώπινα Δικαιώματα τους, κανένας δεν φαίνεται να ξέρει ποια δικαιώματα έχασαν όταν έχασαν αυτά τα ανθρώπινα δικαιώματα"[27].
Τελικά η Χ.Άρεντ θα συμμεριστεί τις απόψεις ενός βασικού κριτή της Γαλλικής Επανάστασης και της ιδεολογίας της, του Ε.Μπέρκ: " αυτά τα γεγονότα και σκέψεις προσφέρουν κάτι που φαίνεται μια ειρωνική, πικρή και καθυστερημένη επιβεβαίωση των περίφημων επιχειρημάτων με τα οποία ο Ε. Μπέκ εναντιώθηκε στη Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου από τη Γαλλική Επανάσταση. Φαίνεται να ενισχύουν τη διαβεβαίωση του ότι τα ανθρώπινα δικαιώματα ήταν μία "αφαίρεση", ότι ήταν πολύ πιο σοφό να βασιζόμαστε σε μια "κληροδοτημένη κληρονομιά" δικαιωμάτων που ο άνθρωπος μεταβιβάζει στα παιδιά του όπως την ίδια τη ζωή, και να υποστηρίζουμε ότι τα δικαιώματά μας είναι μάλλον τα "δικαιώματα του Άγγλου" παρά τα αναπαλλοτρίωτα δικαιώματα του ανθρώπου. Σύμφωνα με τον Μπέρκ, τα δικαιώματα που απολαμβάνουμε "απορρέουν από το εσωτερικό του έθνους", έτσι ώστε δεν χρειάζονται ως πηγή του νόμου ούτε φυσικός νόμος ούτε θεϊκή εντολή, ούτε οποιαδήποτε έννοια του ανθρώπινου είδους όπως "η φυλή των ανθρώπων"  του Ροβεσπιέρου, "ο κυρίαρχος της γης". Η πραγματιστική ευλογοφάνεια της άποψης του Μπέρκ φαίνεται πως είναι υπεράνω αμφιβολίας στο φως των πολυσχιδών εμπειριών μας. Η απώλεια των εθνικών δικαιωμάτων δεν φέρνει μόνο σε όλες τις περιπτώσεις την απώλεια των ανθρωπίνων δικαιωμάτων∙ η αποκατάσταση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, όπως αποδεικνύει το πρόσφατο παράδειγμα του κράτους του Ισραήλ, έχει επιτευχθεί έως τώρα μόνο με την αποκατάσταση ή την εγκαθίδρυση των εθνικών δικαιωμάτων. Η σύλληψη των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, που βασίζεται στην υποτιθέμενη ύπαρξη ενός ανθρώπινου όντος ως τέτοιου, κατέρρευσε την ίδια στιγμή που εκείνοι οι οποίοι επαγγέλλονταν πως πίστευαν σ' αυτά βρέθηκαν για πρώτη φορά αντιμέτωποι με ανθρώπους που είχαν πράγματι χάσει όλες τις άλλες ιδιότητες και ειδικές σχέσεις -εκτός από το ότι ήταν ακόμη άνθρωποι. Ο κόσμος δεν βρήκε τίποτε το ιερό στην αφηρημένη γυμνότητα του να είσαι άνθρωπος. Και εν όψει των αντικειμενικών πολιτικών συνθηκών, είναι δύσκολο να πούμε πως οι έννοιες του ανθρώπου στις οποίες βασίζονται τα ανθρώπινα δικαιώματα -το ότι ο άνθρωπος έχει δημιουργηθεί κατ' εικόνα του Θεού (στην αμερικάνικη διατύπωση) ή ότι είναι ο αντιπρόσωπος του ανθρώπινου είδους ή ότι φυλάσσει μέσα του τις ιερές απαιτήσεις του φυσικού νόμου (στη γαλλική διατύπωση)- μπορούσαν να έχουν βοηθήσει να βρεθεί μια λύση στο πρόβλημα. Οι επιβιώσαντες των στρατοπέδων εξοντώσεως, οι έγκλειστοι των στρατοπέδων συγκεντρώσεως και εγκλεισμού, και ακόμη και οι συγκριτικά ευτυχείς απάτριδες μπορούσαν να δουν χωρίς τα επιχειρήματα του Μπέρκ ότι η αφηρημένη γυμνότητα του να είσαι άνθρωπος και τίποτε άλλο ήταν ο μεγαλύτερός τους κίνδυνος. Εξ αιτίας αυτού θεωρούνταν άγριοι και, φοβούμενοι ότι πιθανόν θα κατέληγαν να θεωρούνται κτήνη, τόνιζαν την εθνικότητά τους, το τελευταίο σημάδι της πρώην υπηκοότητας τους, ως τον μοναδικό τους εναπομείναντα  και αναγνωρισμένο δεσμό με την ανθρωπότητα... Αν ένα ανθρώπινο ον χάσει την πολιτική του καταστατική θέση, θα έπρεπε, σύμφωνα με τις συνεπαγωγές των εγγενών και αναπαλλοτρίωτων δικαιωμάτων του ανθρώπου, να έρθει ακριβώς στην κατάσταση την οποία παρείχαν οι διακηρύξεις τέτοιων γενικών δικαιωμάτων. Στην πραγματικότητα συμβαίνει το αντίθετο. Φαίνεται ότι ένας άνθρωπος που δεν είναι τίποτα εκτός από άνθρωπος έχει χάσει τις καθαυτό ιδιότητες που καθιστούν δυνατόν για άλλους ανθρώπους να τον αντιμετωπίζουν ως συνάνθρωπο"[28]. Πρόσθετη επιβεβαίωση των απόψεων της Χ.Άρεντ είναι πως πλέον τα ανθρώπινα δικαιώματα ελάχιστα χρησιμοποιούνται σύμφωνα με τον τρόπο που επεδίωκαν αυτοί που αρχικά τα διακήρυξαν. Αντίθετα  με τις διαφορετικές δεσμευτικές  ερμηνείες τους, αναδεικνύονται σε μέσο να υπονομευθεί η εθνική κυριαρχία, δηλαδή το σημαντικότερο ανάχωμα στην παγκόσμια ανομία  αλλά και μοναδικός πολιτικός χώρος όπου μπορούν να υπάρξουν τα πολιτικά δικαιώματα.
Η ανάλυση της Χάνα Άρεντ είναι τελικά εύστοχη σε τέσσερα διαφορετικά επίπεδα. Διέκρινε τον χαρακτήρα και τα στοιχεία  του ολοκληρωτισμού ενώ  στο ξερίζωμα του ανθρώπου εντόπισε  μια από τις κύριες πηγές προέλευσης του[29]. Συμπέρανε, μαζί με τον Ε.Μπέρκ, ότι η εθνική χειραφέτηση και η δημιουργία εθνικών κρατών είναι η προϋπόθεση για να υπάρχουν ανθρώπινα δικαιώματα Τεκμηρίωσε την κρίση της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, την οποία είδε  να εδράζεται στην ώθηση των πολιτών στην επιδίωξη της ιδιωτικής ευτυχίας, στον εξοβελισμό τους από τον δημόσιο χώρο, και την  μετατροπή   της πολιτικής σε εμπόρευμα, με την υιοθέτηση των μεθόδων της Μάντισον Άβενιου. Πρότεινε ως διέξοδο στον ολοκληρωτισμό και στην αντιπροσωπευτική  δημοκρατία ένα σύστημα κοινοτικής δημοκρατίας που έχει δοκιμαστεί ιστορικά με επιτυχία σε διαφορικούς χώρους και χρόνους . Στην χώρα μας  ο κοινοτισμός  έχει πολύ βαθιές ρίζες αφού εγκαινιάζεται στην Αθηναϊκή Δημοκρατία -όπως με αξεπέραστο τρόπο μας έδειξε ο Κ.Καστοριάδης- και συνεχίζεται με διάφορες  μορφές σε όλη την ιστορική πορεία του ελληνισμού, παρά τις αντιξοότητες και τις δυσμενείς συγκυρίες, ενώ συγκροτήθηκε σε θεωρητικό επίπεδο από σημαντικούς στοχαστές όπως ο Κ.Καραβίδας, o Ι.Δραγούμης, ο Α.Σβώλος, ο Ν.Πανταζόπουλος.



[1]  Χ.Άρεντ, Ανθρώπινη Κατάσταση ,εκδόσεις Γνώση, μετ. Γ.Λυκιαρδόπουλος, Σ.Ροζάνης, σελ.86.
[2] ό.π.σελ.273.
[3] ό.π.σελ.185.
[4] Αναφέρεται από τον Ζέεβ Στέρνχελ στο έργο του, Αντιδιαφωτισμός, εκδόσεις Πόλις,μετ.Α.Καρακατσούλη σελ.535.
[5] Χ.Άρεντ, Το ολοκληρωτικό σύστημα, εκδόσεις Ευρύαλος, μετάφραση Γιάννη Λάμψα, σελ.58.
[6] ό.π.σελ. 49.
[7] ό.π. σελ. 65.
[8] ό.π. σελ. 271.
[9] ό.π. σελ. 272.
[10] ό.π. σελ. 275.
[11] ό.π. σελ. 278.

[12] Χ.Άρεντ, Περί βίας, εκδόσεις Αλεξάνδρεια 1995, μετ.Β.Νικολαϊδου-Κυριανίδου, σελ. 98.
[13] Χ.Άρεντ,Σκέψεις για την πολιτική και την επανάσταση, εκδόσεις Έρασμος, 1987, σελ. 29,30.
[14] ό.π. σελ.41
[15] ό.π. σελ.42.
[16] ό.π. σελ.41

[17] Hannah Arendt, Για την Επανάσταση, μετάφραση Αγγελική Στουπάκη, Αθήνα 2006, εκδόσεις Αλεξάνδρεια, σελ. 343.
[18] ό.π. σελ. 356.
[19] ό.π.. σελ. 363.
[20] ό.π. σελ.370.
[21] ό.π. σελ.374.
[22] ό.π. σελ. 375.
[23] ό.π. σελ.376.
[24] Χ. Άρεντ, Οι απαρχές του ολοκληρωτισμού ,Δεύτερο μέρος:ιμπεριαλισμός, εκδόσεις Νησίδες, μετάφραση Βασίλης Τομανάς, Θεσσαλονίκη 2017, σελ. 219.
[25] ό.π. σελ. 194.
[26] ό.π. σελ.220,221.
[27] ό. π. σελ.222.
[28] ό.π. σελ. 229,230.
[29]  Η Χ.Άρεντ δεν κουράζεται να αναδεικνύει την ευθύγραμμη σχέση που υπάρχει  ανάμεσα  στον ξεριζωμό του ανθρώπου και στον ολοκληρωτισμό. Σε ένα άλλο σημείο γράφει για τους λαούς της Ανατολικής και Μέσης Ευρώπης: «εδώ ήταν μάζες που  δεν είχαν την πιο παραμικρή ιδέα του νοήματος της  patria (πατρίδα)  και του πατριωτισμού, την πιο  παραμικρή έννοια της ευθύνης για μια κοινή, περιορισμένη κοινότητα. Αυτό ήταν το πρόβλημα με τη «ζώνη ανάμεικτων  πληθυσμών»(Macartney) που εκτεινόταν από τη Βαλτική έως την Αδριατική και βρήκε την  πιο σαφή του έκφραση στη Διπλή Μοναρχία. Ο εθνοφυλετικός εθνικισμός αναπτύχθηκε απ’ αυτήν την ατμόσφαιρα έλλειψης ριζών. Εξαπλώθηκε ευρέως όχι  μόνο στους λαούς της Αυστροουγγαρίας αλλά επίσης, αν και σε ανώτερο επίπεδο, σε μέλη  της δυστυχούς διανόησης της τσαρικής Ρωσίας»(ό.π. σελ.150).