Δευτέρα, 19 Φεβρουαρίου 2018

Γ.Β.Δερτιλής: Ιστορία του ελληνικού κράτους 1830-1920, Π.Ε.Κ,Σεπτέμβριος 2014. Στοιχεία για την συνέχεια του ελληνικού έθνους






Ο Γ.Β.Δερτιλής είναι ένας μετριοπαθής ιστορικός, κυρίως της οικονομίας και κατά δεύτερο των πολιτικών γεγονότων, συνεργάστηκε μάλιστα με ιστορικούς όπως ο Σ.Ασδραχάς στην συγγραφή πρωτότυπων μελετών.Καταλήγει πως δεν είναι το κράτος που δημιουργεί το ελληνικό έθνος αλλά το έθνος το κράτος. Βεβαίως λοιπόν ο ελληνισμός δεν δημιουργείται με την επανάσταση του 1821 αλλά έχει μακρά ιστορική διαδρομή. Γράφει συγκεκριμένα: " ο εθνικισμός ήταν αναγκαίος για το κράτος ήταν, όμως,, και υπαρκτός και ιστορικά αναπόφευκτος, διότι προϋπήρχε του κράτους, πολύ πριν το 1821. Προϋπήρχε ως αρχέγονο πατριωτικό αίσθημα στις συνειδήσεις των ελληνορθόδοξων και ελληνοφώνων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, της Επτανήσου και της διασποράς. Η διαμόρφωση αυτού του αισθήματος , βαθμιαία και αργόσυρτη , ήταν το αποτέλεσμα μακραίωνης διαδικασίας. Οι απαρχές της ανάγονται στους βυζαντινούς χρόνους(σελ.339).
Ο Δερτιλής θεωρεί ως βασικό σημείο την καθιέρωση στο Βυζάντιο από την εποχή ήδη του Ηράκλειου της ελληνικής γλώσσας ως της επίσημης γλώσσας (άλλωστε ο μεγαλύτερος πληθυσμός του ήταν ελληνόγλωσσος) του κράτους και η αναβίωση της αρχαιοελληνικής παιδείας (σ.340). Ο χαρακτηρισμός Έλληνες απαλλαγμένος από τις θρησκευτικές συμπαραδηλώσεις (παγανιστής) αφορούσε όλον τον ελληνόγλωσσο πληθυσμό(σελ.340). Ο Δερτιλής επισημαίνει "στην πολιτισμική στροφή είχε εμμέσως συντελέσει και η ελληνική "κοινή" όπως είχε διαμορφωθεί, ως γλώσσα της Εκκλησίας, στους προηγούμενους αιώνες (σελ.340), ενώ "επί 1400 χρόνια, άλλωστε, όλοι οι ορθόδοξοι κληρικοί των βυζαντινών και αργότερα των οθωμανικών επαρχιών διορίζονταν από το Πατριαρχείο και ήταν ελληνόγλωσσοι"(σελ.341). Ο Δερτιλής τονίζει ότι τα μέλη της βυζαντινής ηγεσίας "είχαν επιπλέον αναπτύξει, μέσω των κλασσικών κειμένων, μια ισχυρή πολιτισμική ταύτιση με την ελληνική Αρχαιότητα. Όπως ήταν φυσιολογικό, οι πιο συνειδητοί οπαδοί αυτής της ιδεολογικής στροφής ήταν λόγιοι. Από αυτά τα στρώματα προέρχονται οι μαρτυρίες όσων θεωρούσαν εαυτούς όχι μόνον Ρωμαίους ή Βυζαντινούς αλλά και Έλληνες. Τέτοιες μαρτυρίες απαντώνται από τον 9ο αιώνα και πυκνώνουν τον 11ο αιώνα, όταν πλέον ο Μιχαήλ Ψελλός έδωσε συνεκτική μορφή στις πολλαπλές ταυτίσεις με την ελληνική Αρχαιότητα και τις αιτιολόγησε με σαφείς πολιτισμικούς όρους, με με συγκεκριμένες αναφορές στην πλατωνική και νεοπλατωνική φιλοσοφία. Χρησιμοποιούσε, εξάλλου, την αρχαϊζουσα γλώσσα που διαδιδόταν σε λόγιους κύκλους ήδη από την εποχή των Πατέρων της Εκκλησίας και απείχε πολύ τόσο από την Κοινή των Ευαγγελίων όσο και από την δημώδη των υστεροβυζαντινών χρόνων"(σελ.341). Μάλιστα μετά την πτώση της Βυζαντινής αυτοκρατορίας "η ταύτιση με το Γένος άρχισε να διαδίδεται ακόμη ευρύτερα ως συλλογική ταυτότητα. Η διαδικασία αυτή συνδέθηκε στενότατα με την θρησκευτική διαφοροποίηση των ελληνορθόδοξων από τον λίγο-πολύ "αλλόθρησκο" και εχθρικό περίγυρό τους"(σελ.345).
Ο Γ.Δερτιλής γράφει "συμπερασματικά και με άλλα λόγια, ο ελληνικός εθνικισμός προϋπήρχε του ελληνικού κράτους ως συλλογική συνείδηση του Γένους και ως αρχέγονος πατριωτισμός. Στα τέλη του 18ου αιώνα , η συνείδηση του ανήκειν στο "Γένος" μεταλάχθηκε στην νεωτερική συνείδηση του ανήκειν σε ένα Έθνος και αυτή με την σειρά της καθοδήγησε το επαναστατικό αίτημα για ανεξάρτητο Εθνικό κράτος"(σελ.347).
Ο Δερτιλής εντοπίζει βιωματικές ταυτίσεις και ψυχικά θεμέλια του πατριωτισμού στην κοινή γλώσσα, στην θρησκεία , στον τόπο καταγωγής, στο κοινό μυθικό-ιστορικό παρελθόν(σελ.348,349).
Απαντώντας μάλιστα σε ιδεοληψίες που αναδύθηκαν τις τελευταίες δεκαετίες γράφει: " το ελληνικό κράτος του 1830 ή του 1840 δεν θα μπορούσε ποτέ να "κατασκευάσει" χωρίς αυτά τα θεμέλια , εκ του μηδενός έναν εθνικισμό μαζικό και έναν αλυτρωτισμό με μεγάλες απαιτήσεις θυσιών. Είναι άραγε δυνατόν ένας τέτοιος "εθνικισμός της αυταπάρνησης" να δημιουργήθηκε αιφνιδίως και εκ του μη όντος;"(σελ.350). Άλλωστε η αρχέγονη αναζήτηση του ελληνικού έθνους δεν αποτελεί ελληνική ιδιαιτερότητα, ιδιοτυπία αλλά κοινό στοιχείο όλων των ευρωπαίκών εθνών(σελ.351). Ο Γ.Δερτιλής θα εγκωμιάσει, ακολουθώντας σε αυτό το σημείο τον Κ.Θ.Δημαρά, τον Κ.Παπαρρηγόπουλο , το "μνημειώδες έργο του"(σελ.353) , τον "έλλογο εθνικισμό του", που με "μεγαλειώδη τρόπο " κήρυξε την συνέχεια δια μέσου του Βυζαντίου "εντάσσοντας, αναποφεύκτως, την ιστορία της Μακεδονίας στην ιστορική συνέχεια και κηρύσσοντας εναγωνίως την ενότητα στους σύγχρονους Έλληνες"(σελ.353).

Κυριακή, 18 Φεβρουαρίου 2018

Ιωάννης Τσέγκος, Η Ριρή-Διηγήματα, εκδόσεις ΑΡΜΟΣ , Αθήνα 2016.




Δημοσιεύθηκε στη ΡΗΞΗ φ.140
Μετά την συλλογή διηγημάτων «ο Ανταρτόπαππας», ο Γ.Τσέγκος, επιστρέφει με την νέα συλλογή διηγημάτων με τον τίτλο «Η Ριρή» από τα οποία τα περισσότερα έχουν ήδη δημοσιευθεί στα περιοδικά που συνεργάζεται όπως το «Κοράλλι» και το «Άρδην».
Γραμμένα σε μια απλή, γνήσια, στρωτή νεοελληνική γλώσσα έχει την δύναμη να διαπλάθει χαρακτήρες με ευκρινή χαρακτηριστικά και εικόνες με πλαστικότητα, γλαφυρότητα, παραστατικότητα και ζωντάνια. Σε πολλές περιπτώσεις είναι δύσκολο να απαντήσουμε αν τα περιστατικά που περιγράφει είναι γέννημα της δημιουργικής φαντασίας ή αντίθετα έχουν συμβεί με τον ίδιο ή παραπλήσιο τρόπο. Η λεπτή ειρωνεία, ο σαρκασμός, η επιστράτευση του κωμικού στοιχείου χρησιμοποιούνται σε αρκετά από αυτά όχι μόνο ως τρόπος απομυθοποίησης καταστάσεων αλλά και για να υποδειχθεί η ίδια η τραγικότητα και η αντιφατικότητα της ύπαρξης. Όλα αυτά ενισχύονται από τα σκίτσα του Δ.Μοράρου και του Ε.Παπαδημητρίου.
Κατά αυτόν αυτό τον τρόπο η σοβαροφάνεια της κομματικής πειθαρχίας, η ατσαλάκωτη κομματική γλώσσα, η υποκρισία του ευσεβισμού σαρκάζονται και άμεσα αποδεικνύονται πόσα λίγο συμβιβάζονται με την πολυπλοκότητα του ανθρώπινου ψυχικού κόσμου. Τα έτοιμα τσιτάτα, η πνευματική μονομέρεια ακολουθούν συνήθως την πολιτική εσχατολογία αλλά στέκονται εντελώς ανίκανα να ερμηνεύσουν την απρόβλεπτη και σύνθετη ανθρώπινη ύπαρξη.
Αλλά ας γίνομαι πιο συγκεκριμένοι. Το διήγημα «Η εις καμπαρέ κάθοδος» ως παραλλαγή του «η εις Άδου κάθοδος» περιγράφει μια νεανική παρέα που προσπαθεί να δικαιολογήσει μια νεανική παρεκτροπή με τις αυστηρές κομματικές εντολές που προτρέπουν σε μια συγκεκριμένη βιωτή που πρέπει να ακολουθεί ο αριστερός αγωνιστής. Γράφει λοιπόν ότι ο λόγος που ο ήρωας του προσχωρεί στην αριστερά είναι «η συμπάθεια του προς την Αριστερά οφείλονταν στην Αντίσταση και κυρίως στο Κυπριακό»(σελ.11) αλλά όμως «δεν έπαιρνε στα σοβαρά την ηθικολογική, στα ερωτικά, νοοτροπία που κυριαρχούσε στην Αριστερά, αλλά και σε άλλες οργανώσεις όπως οι ευσεβιστικές, που κι’ αυτές είχαν μεγάλη απήχηση στη νεολαία»(σελ.11). Το «μελίσσι των ψυχών» είναι ένα άλλο διήγημα, συγκινητικό με έντονη μεταφυσική διάθεση όπου επισημαίνεται «οι μεταφυσικές τελετουργίες αποτελούν μια πολύτιμη, θεραπευτική, νηπενθή διαδικασία όπως και η Μακαριά, δηλαδή το τραπέζωμα όλων όσοι συνοδέψαμε τη μεταστάσα ως την τελευταία κατοικία»(σελ.27). Σε κάθε εξόδιο ακολουθία στήνεται μια κοινότητα δίπλα από πόνος, η απογοήτευση, το αδιέξοδο καταλαγιάζουν και να οδηγούμεθα στην χαρμολύπη, στον ευφρόσυνο πόνο. Στο διήγημα «Στου Μπαρμπαλιά» περιγράφεται με αφορμή τις εμπειρίες από μια ταβέρνα περιγράφεται μια εποχή όπου η φτώχια και η έλλειψη ήταν ο γενικός κανόνας. Στο διήγημα «για ένα μπουκάλι κολώνια» περιγράφεται ο κόσμος της εθνικής αντίστασης, ο ρόλος του ΚΚΕ και της αριστεράς σε αυτά, και πως τα δραματικά γεγονότα της κατοχής και του εμφυλίου καθόρισαν τουλάχιστον δύο γενιές. Το ίδιο κλίμα συναντούμαι στο διήγημα «το συναξάρι των προοδευτικών» όπου τονίζεται ότι ο «έρωτας απάλυνε τις ιδεοληψίες»(σελ.73).
Ένα ψηφιδωτό της εκκλησιαστικής κοινότητας μας δίνει το διήγημα «Στον Άι-Γιάννη», ενώ στέκεται και πάλι στα γεγονότα της κατοχής και σε όσα επακολούθησαν, όπως γράφει: «στα χαμηλά πεζούλια του αυλόγυρου της εκκλησίας μαζεύονταν τα βράδυα οι άνδρες και κουβέντιαζαν∙ γυναίκες σχεδόν ποτέ. Αυτές μαζεύονταν στη βρύση, που ήταν στο ανατολικό άκρο του οροπεδίου, όπου κουτσομπόλευαν αλλά και τραγουδούσαν. Η βρύση ήταν στον δρόμο, τον μοναδικό, που πήγαινε για το Θραψίμι κι από αυτόν περνούσαν τότε αντάρτες και καπεταναίοι, με γένια και φυσεκλίκια∙ γέμιζαν στη βρύση τα παγούρια τους, έπιναν και οι ίδιοι από την πέτρινη κούπα, για να «χαιρετήσουν» τη βρύση, και μετά έβρεχαν τα γένεια τους και τα μαλλιά τους»(σελ.99).
Το διήγημα «Η Ριρή» που χάρισε και τον τίτλο στο βιβλίο περιγράφει μια κατάσταση που μεταβαίνουμε από το εκείθεν στο εντεύθεν, η μεταφυσική διάθεση, η συμμετοχή στην εκκλησιαστική κοινότητα μετατρέπεται σε χοϊκή και γήινη διάθεση. Εδώ ξεπηδούν τα ένστικτα της ζωής, του έρωτα, ακατέργαστα, πρωτόγονα, αταβιστικά, ισχυρά σαν ένας χείμαρρος που γκρεμίζει στο πέρασμα του το κάθε φράγμα. Βεβαίως ο έρωτας και η επιδίωξη της ισχύος είναι σταθερά και αναλλοίωτα χαρακτηριστικά που πιθανόν να εκλογικεύονται ή να εκτρέπονται μέσα στα πλαίσια του πολιτισμού, αλλά για να θυμηθούμε τον Νίτσε και τον Φρόϋντ δεν παύουν να συνοδεύουν διηνεκώς την ανθρώπινη ύπαρξη.
Τέλος το διήγημα για τον Κώστα Τσιρόπουλο, για αυτόν τον εκλεκτό στοχαστή, περιγράφει με χιούμορ και ζωντάνια αυτή την ιδιαίτερη ατμόσφαιρα που υπήρχε στο παλιότερο βιβλιοπωλείο των Εκδόσεων των Φίλων, στην επονομαζόμενη στοά του Απότσου.
Ο Γιάννης Τσέγκος εκπληρώνει αυτό το στοιχείο που επιζητούσε ο Γ.Σεφέρης, να γράφει απλά αλλά και αληθινά. Όμως επιτυγχάνει να περιγράψει με γνήσιο τρόπο την ελληνική κοινωνία μετά τον πόλεμο μέχρι τις ημέρες μας, τους ανθρώπους της με τα ιδιαίτερα αλλά και αναλλοίωτα χαρακτηριστικά τους, όπως ακριβώς είναι με χιούμορ και κατανόηση για την αδυναμία τελικά της ανθρώπινης ύπαρξης.

Δύο κείμενα για τον Παναγιώτη Κονδύλη του Μάριου Μαρκίδη και του Αντώνη Λαυραντώνη που δημοσιεύθηκαν στο περιοδικό "Σημειώσεις" τεύχος 53 και 54 αντίστοιχα.





Μια και περάσαμε από το στάδιο αποσιώπησης στο στάδιο οικειοποίησης του Π.Κονδύλη από το πολιτικό κατεστημένο είναι αναγκαίο να θυμηθούμε δύο κείμενα που είναι απαραίτητα για να κατανοήσουμε την εξέλιξη του. Το πρώτο του Μ.Μαρκίδη εκφωνήθηκε τον Νοέμβριο του 1999 σε τιμητική εκδήλωση στην Στοά Αρσάκη που οργάνωσαν η Εταιρεία Συγγραφέων και οι Εκδόσεις Νεφέλη και στην συνέχεια δημοσιεύθηκε στη Σημειώσεις τ.53. Επιγράφεται "ο Κονδύλης κι εμείς: οι δρόμοι που πήραμε και είναι αφιερωμένο στον συγγραφέα και αγαπητό φίλο Γιάννη Τσέγκο. Υποστηρίζει ότι ο Λαυραντώνης είναι ο πνευματικός πατέρας του Π.Κονδύλης, κάτι που ο τελευταίος πρώτος υποστήριξε. Γράφει ο Μαρκίδης: " Ο Γιάννης ο Τσέγκος, ψυχίατρος σήμερα, άνθρωπος με ανάλογη ετοιμότητα στον χαρακτήρα του να παραβιάζει τις κομματικές συμμορφώσεις και να λοιδωρεί τις λαϊκές σκοπιμότητες, ήταν εκείνος που συνέδεσε τον Κονδύλη με την παρέα μας. Δεν ξέρω πόσο συνέπεσαν τα ενδιαφέροντα του Κονδύλη με τα ενδιαφέροντα ημών των υπολοίπων, καθώς εκείνος - με το μυαλό σφουγγάρι που διέθετε- μπόρεσε γρήγορα να επισκέπτεται τις ιδέες σε "τέσσερις ζωντανές και δύο νεκρές γλώσσες" (Γ.Χατζόπουλος), ενώ οι περισσότεροι από μας μείναμε λίγο ως πολύ δεμένοι με τα "ωραία ελληνικά" και τα αυτόχθονα ποιήματα"(σελ.28). Στην συνέχεια ο Μαρκίδης θα αναφερθεί στην αλληλογραφία ανάμεσα στον Κονδύλη και στον Λαυραντώνη όταν ο πρώτος ζούσε στην Γερμανία. (Τις επιστολές αυτές είχα την τύχη να μας τις παρουσιάσει ο Λαυραντώνης στο σπίτι του Γ.Χατζόπουλου με την παρουσία του συγγραφέα Ρευμόνδου Πετρίδη). Επίσης θα επισημάνει ο Μαρκίδης ότι ο Κονδύλης ήταν "ένα ολότελα εξαρτημένο άτομο" από την ανάγνωση και την γραφή(σελ.33). Θα τονίσει ότι "ούτε ο Λαυραντώνης ούτε ο Κονδύλης ήθελαν τους πολίτες κοπάδια(σελ.34), ενώ θα τελειώσει με την απόφανση του Γ.Χατζόπουλου "ο Κονδύλης ήταν ένας άνθρωπος που δεν ζητούσε χάρη από κανέναν και δεν χαριζόταν σε κανέναν"(σελ.37).
Στο επόμενο τεύχος των Σημειώσεων θα δημοσιευθεί το άρθρο του Α.Λαυραντώνη " Τα διαμορφωτικά χρόνια του Κονδύλη" υπό μορφή επιστολής στον Μαρκίδη. Εκεί θα αναφερθεί στην πνευματική του σχέση με τον Κονδύλη, θα γράψει για τον χρόνο που γνωρίστηκαν, για τις συζητήσεις που έκαναν και την αλληλογραφία τους που ακόμη δεν έχει δημοσιευθεί.Ο ίδιος χαρακτηρίζει τον εαυτό του σπαρτακιστή-λουξεμπουργκιστή, όμως ο πυρήνας των συμπερασμάτων, που είναι Θουκιδίδειος περιέχεται στην ακόλουθη φράση "τα βαθύτερα όμως, τα θεμελιώδη χαρακτηριστικά της ανθρώπινης φύσης, που καθορίζουν διιστορικά τον χαρακτήρα των ανθρώπινων κοινωνιών ως εξουσιαστικών-υποδουλωτικών-εκμεταλλευτικών, παραμένουν δυστυχώς (ή ευτυχώς  αμετάβλητα!(σελ.31). Ο Κονδύλης στο ίδιο μήκος κύματος θα γράψει ένα κείμενο που θα δημοσιευθεί αργότερα με τον τίτλο "οι επαναστατικές ιδεολογίες και ο μαρξισμός" στο βιβλίο του "Μελαγχολία και Πολεμική"(εκδ.Θεμέλιο,2002). Κάπως προφητικά ο Λαυραντώνης τελειώνει γράφοντας " σκέψου όμως τι θα γίνει αν κάποιοι από τους "φωτισμένους" και "προοδευτικούς" πρωτεργάτες της "πολιτιστικής μας καλλιέργειας" ανακαλύψουν κανένα αδιάθετο κονδύλιο για "πολιτιστικά προγράμματα" και με στόχο την γρήγορη κατασπάραξή του παρουσιάσουν λ.χ. κάποια "Ανθολογία Αποφθεγμάτων των Νεοελλήνων Φιλοσόφων" και επιλέγοντας μερικά απ' αυτά (προφανώς για το ανέβασμα του πολιτιστικού μας επιπέδου, σε συνδυασμό με τις προσπάθειες που κάνουν και τα άλλα γνωστά "πολιτιστικά κέντρα") μας τα κρεμάσουν κορνιζαρισμένα στα λεωφορεία και τις τουαλέτες των Ντίσκο, όπως έγινε με την "Ανθολογία των Ποιητών".Είναι τάχα δύσκολο να βρεθεί κάποιος ασημαντούτσικος αρμόδιος για να πάρει την απόφαση; Αν μάλιστα κρίνει κανένας από τη γενική αδιαφορία με την οποία αντιμετωπίζονται γελοιότητες σαν τη μετατροπή της Ρωμαϊκής Αγοράς σε σουβλατζίδικο, των Πανεπιστημιακών Προπυλαίων σε πασαρέλα μανεκέν μόδας και την αστειότητα της "Βουλής των Εφήβων", τίποτα παρόμοιο δεν μπορεί να αποκλεισθεί"(σελ.38).

Σοφία Αργυρίου: Το εθνικό κίνημα των Ελληνοκυπρίων-κατά την τελευταία περίοδο της Αγγλοκρατίας (πρόλογος Π.Παπαπολυβίου), εκδόσεις Ασίνη, Αθήνα 2017, σελ.584.


Ένα εξαιρετικό έργο για τον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα των Ελληνοκυπρίων, τον αγώνα της ΕΟΚΑ. Άρτιο επιστημονικά έχει αξιοποιήσει αρχεία και πρωτογενείς πηγές. Περιγράφει με ακριβή τρόπο την δυσάρεστη κατάσταση, τις άθλιες συνθήκες που ζούσε ο ελληνισμός κάτω από το καθεστώς της αποικιοκρατίας. Στόχος ήταν η Ένωση. Μετά το δημοψήφισμα και τις ειρηνικές προσπάθειες ακολούθησε ο ένοπλος αγώνας της ΕΟΚΑ, με αόρατο ηγέτη τον Γ.Γρίβα. Το πιο σημαντικό δεν ήταν οι μερικές εκατοντάδες ανταρτών που έδρασαν στην ύπαιθρο και στις πόλεις αλλά η επιτυχής κινητοποίηση όλου του πληθυσμού, όλου του λαού από τους μαθητές των σχολείων ως τους εργαζόμενους.Πρόκειται για μια υποδειγματική τακτική ανταρτοπολέμου και αριστοτεχνικού συνδυασμού στρατιωτικών και μη στρατιωτικών μέσων. Σημαντικό ρόλο στην στρατολόγηση των ανταρτών είχε η εκκλησία, τα κατηχητικά της γέννησαν τους αγωνιστές. Η αντίδραση ήταν πανεθνική αφού συμμετείχαν από την δεξιά ως το ΑΚΕΛ . Το τελευταίο παρότι αποδοκίμασε τους δυναμικούς τρόπους της ΕΟΚΑ συμμερίστηκε τον στόχο της Ένωσης. Όμως υπήρξε ο κίνδυνος διολίσθησης σε εμφύλιο σπαραγμό, αλλά ευτυχώς με παρέμβαση του Μακάριου αποσοβήθηκαν τα χειρότερα. Η αντίδραση των Εγγλέζων ίσως δεν είχε να ζηλέψει πολλά από την πρακτική των ναζί. Μετέφερε δυνάμεις 50.000 στρατιωτών, δημιούργησε στρατόπεδα συγκέντρωσης, βασάνισε εκατοντάδες πολίτες πολλές μάλιστα γυναίκες, εφάρμοσε διάφορες μορφές συλλογικής τιμωρίας από περιορισμό κατ' οίκον ως βαριά πρόστιμα. Ο αγώνας της ΕΟΚΑ ήταν εθνικοαπελευθερωτικός και αντιαποικιακός. Οι Άγγλοι έβαλαν στο παιχνίδι τους Τούρκους, οι οποίοι εξαρχής επεδίωκαν την διχοτόμηση, για αυτό και επιχείρησαν να δημιουργήσουν χωριστούς δήμους. Οι Τούρκοι όχι μόνο επάνδρωσαν την αστυνομία αλλά διακρίθηκαν σε πράξεις ωμότητας κατά των Ελλήνων όπως αποκεφαλισμούς. Η ανεξαρτησία προσφέρθηκε στον Μακάριο κάτω από τον κίνδυνο οι Άγγλοι να προχωρήσουν τα σχέδια της διχοτόμησης. Η πίεση των Καραμανλή- Αβέρωφ ήταν καταλυτική ώστε ο Μακάριος να υπογράψει. Η Συμφωνία της Ζυρίχης παρότι έβαλε τέλος στην Αγγλοκρατία δεν δημιούργησε ένα ανεξάρτητο κράτος. Η Κύπρος ήταν με την εγγύηση Αγγλίας, Τουρκίας και Ελλάδος που διατηρούσαν το δικαίωμα επέμβασης, οι Τουρκοκύπριοι εξασφάλισαν υπερβολικά δικαιώματα όπως 30% των εδρών στην Βουλή, σημαντικά υπουργεία όπως το Άμυνας, δικαίωμα veto κλπ.Όλα αυτά τα δεδομένα δημιούργησαν τις προϋποθέσεις για να ξετυλιχθούν τα επόμενα επεισόδια του κυπριακού δράματος που σήμερα γνωρίζουμε.

Πέμπτη, 1 Φεβρουαρίου 2018

Ούτε εθνομηδενιστές, ούτε πατριδοκάπηλοι





Η βασική διαφορά που έχουν τα παλαιότερα συλλαλητήρια για την Μακεδονία με αυτό που έγινε στην Θεσσαλονίκη και αυτό που θα επαναληφθεί την Κυριακή 4/2 στην Αθήνα είναι ότι τα πρώτα έγιναν με την ευλογία και την επίνευση του ελληνικού κράτους ενώ τώρα γίνονται με την πρωτοβουλία της κοινωνίας και παρά την αποδοκιμασία του πρώτου. Φαίνεται ότι μια κοινωνία απογοητευμένη, τσακισμένη, παρακμασμένη βρήκε αφορμή και λόγους για να σηκωθεί στα πόδια της. Η ιδεολογία του εθνομηδενισμού αναδύθηκε χρονικά με την άνοδο της παγκοσμιοποίησης και προωθήθηκε στα ΑΕΙ και στα Μέσα Ενημέρωσης κυρίως από την εποχή Σημίτη σπάζοντας με αυτό τον τρόπο την βενιζελική παράδοση αλλά και την παράδοση των Γεώργιου(ο "Γέρος") και Αντρέα Παπανδρέου. Διανοούμενοι όπως ο Λιάκος, η Ρεπούση και διάφοροι δημοσιογράφοι έπαιξαν έναν κρίσιμο ρόλο. Κατ' αυτόν τον τρόπο επιχείρησαν να αναιρέσουν τα πορίσματα των Παππαρηγόπουλου, Σβορώνου, Ασδραχά,Δημαρά αλλά και νεότερων ιστορικών όπως του Γ.Δερτιλή αφενός για την πολιτιστική συνέχεια του ελληνισμού, αλλά αφετέρου για το γεγονός ότι ο ελληνισμός δεν είναι νεότερη κατασκευή ούτε μέχρι το '21 υπήρχαν μόνο ελληνόφωνοι χωρικοί που γίνανε Έλληνες με την επανάσταση. Σε αυτό το σημείο γίνεται μια σκόπιμη σύγχυση ανάμεσα στην υπαρκτή πολιτιστική συνέχεια και στην ιδεοληψία της φυλετικής καθαρότητας. Επίσης σκόπιμα συγχέουν τον εθνισμό με τον εθνικισμό. Είναι εντυπωσιακό ότι ο Θ.Βερέμης όταν γράφει με επιστημονικό ύφος όπως στο έργο του για τις ελληνοτουρκικές σχέσεις δεν υποστηρίζει ότι ο ελληνισμός είναι πρόσφατη κατασκευή αλλά τον βλέπει να είναι σε σύγκρουση με τον οθωμανισμό από την μάχη του Ματζικέρτ. Ένα ακόμη λάθος που έγινε από μέρους των εθνομηδενιστών είναι η επίκληση της Ευρώπης ως λόγο να αναιρεθεί η ύπαρξη των εθνών. Όμως οι πρώτοι Έλληνες ιδεολόγοι ευρωπαϊστές όπως ο Κ.Τσάτσος και ο Γ.Θεοτοκάς ο μεν πρώτος υποστήριζε ότι το ελληνικό έθνος είναι ανάδελφο ενώ ο δεύτερος θεωρούσε ότι ο ελληνισμός θα έπρεπε μέσα στην Ευρώπη να διατηρήσει τα χαρακτηριστικά του. Τελικά ο λόγος, κατ'αυτούς, που θα έπρεπε να στραφούμε προς την Ευρώπη δεν ήταν να διακόψουμε έξαφνα την ιστορική μας πορεία αλλά να ενισχύσουμε την γεωπολιτική μας θέση. Κάτι τέτοιο φαίνεται δεν το συμμερίζονται οι εθνομηδενιστές που βλέπουν την παγκόσμια ανομία ως ιδανικό και ευκαιρία ενώ βέβαια όταν είχαν την εξουσία δεν προχώρησαν σε ορισμένες ουσιαστικές μεταρρυθμίσεις όπως ο θεσμικός εκσυγχρονισμός του κράτους και της δημόσια διοίκησης αλλά διαιώνισαν και ενίσχυσαν την κομματοκρατία, το πελατειακό κράτος, την μίζα και το ρουσφέτι. Θεωρώ ότι ο εθνομηδενισμός ηττήθηκε παρότι είχε μαζί του το κράτος, τα μέσα ενημέρωσης μέρος των παραδοσιακών κομμάτων αλλά και ένα μέρος της ΔΗΜΑΡ και του ΣΥΡΙΖΑ .Διάφοροι διανοούμενοι όπως η Ψιμούλη επιχείρησε να αποδομήσει την θυσία του Σουλίου και άλλοι όπως ο Γιαννουλόπουλος και ο Ν.Θεοτοκάς να απομειώσουν τον λόγο και τον βίο του στρατηγού Μακρυγιάννη.Αυτό έγινε όχι μόνο γιατί απαντήθηκε από διάφορους στοχαστές όπως ο Π.Κονδύλης και άλλους που κινήθηκαν γύρω από περιοδικά όπως η ΝΕΑ ΚΟΙΝΩΝΙΟΛΟΓΙΑ παλαιότερα, το ΑΡΔΗΝ (και άλλα όπως η ΕΛΛΟΠΙΑ και τα ΤΕΤΡΑΔΙΑ) αλλά διότι ο εθνομηδενισμός ήταν μια ιδεολογία που δεν είχε ρίζες στην ελληνική κοινωνία με όλες τις αντιθέσεις και αποχρώσεις και επιπλέον ερχόταν σε διάσταση με τις λαμπρές στιγμές της ελληνικής αριστεράς όπως ήταν η εθνική αντίσταση. Μια ιστορική φυσιογνωμία της ελληνικής αριστεράς ο Μίκης Θεοδωράκης πρωτοστατεί πλέον στην πατριωτική αφύπνιση. Εφημερίδες όπως ο "Δρόμος της αριστεράς" ταυτίζεται με το "Άρδην" για το εθνικό ζήτημα. Αλλά ας δούμε τι υποστηρίζει ακόμη μια αναρχική ομάδα με την ονομασία "Πυργίται":
"Ξεκινώντας από το πρόσφατο συλλαλητήριο, ας πούμε ευθύς εξ αρχής πως το θεωρούμε περισσότερο εθνικού παρά εθνικιστικού χαρακτήρα και πως ως τέτοιο θα το προσεγγίσουμε. Πολύ περισσότερο, δε, όταν είναι φανερό, για όσους θέλουν να το δουν, πως πίσω από τον εθνικό χαρακτήρα υποκρύπτονται βαθιές κοινωνικές διεργασίες που σχετίζονται άμεσα με τον οικονομικής υφής εξανδραποδισμό της τελευταίας δεκαετίας.
Έχοντας αναφέρει το παραπάνω, δεν αγνοούμε πως στο συλλαλητήριο συμμετείχαν – φυσικά – άπαντες οι εθνικιστές, αλλά δεν ήταν αυτοί που έδωσαν το «εσωτερικό χρώμα» της κινητοποίησης παρά μόνον, ίσως, το επίχρισμά της. Σε 300 – 400 χιλιάδες κόσμου (με μια μάλλον προσγειωμένη εκτίμηση) η παρουσία τους ήταν μειοψηφική και η ανάδειξή τους προήλθε κυρίως από την προσοχή που, βεβαίως, τους έδωσαν οι «αντίπαλοί» τους ως απόπειρα δικής τους άμυνας.
Για εμάς υπάρχει μια λεπτή αλλά υπαρκτή και πολύ σημαντική διαφορά μεταξύ εθνισμού και εθνικισμού. Ο εθνισμός συνδέεται με την ύπαρξη και κυρίως τη συνειδητοποίηση πολιτιστικών συγγενειών, κυρίως γλωσσικών, συγγενειών «έθους» και αντιλήψεων για τη ζωή και τον θάνατο, βασικό ρόλο στις οποίες παίζουν και οι θρησκευτικές ή άλλες φιλοσοφικές αντιλήψεις. Συνδέεται, επίσης και με την αντίληψη μιας ιστορικής συνέχειας αυτών των χαρακτηριστικών, που μπορεί να είναι σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό υπαρκτή. Αντίθετα, ο εθνικισμός συνδέεται, αναγκαία, με την ύπαρξη μιας κρατικής οντότητας, η οποία οργανώνει τον πυρήνα και την ιδεολογική συνοχή της στη βάση μιας κυρίαρχης εθνότητας– είτε υπαρκτής είτε υπό κατασκευή – σε έναν γεωγραφικό χώρο, προσδοκώντας στην μακροημέρευσή της μέσω της ταύτισης των συμφερόντων της εξουσίας με τα συμφέροντα των μελών της εθνότητας.
Ο εθνισμός, λοιπόν, δεν διαθέτει τα επιθετικά χαρακτηριστικά του εθνικισμού που επιθυμεί να ενσωματώσει δια της καταπίεσης ή του πολέμου άλλους πληθυσμούς με διαφορετικά χαρακτηριστικά. Αποτελεί μια λογική ιστορική διεργασία η οποία μπορεί να συνδέεται ή να μην συνδέεται καθόλου με μια οργανωμένη δομή εξουσίας.
Οι συμμετέχοντες στο συλλαλητήριο δεν επέδειξαν στην πλειοψηφία τους τέτοιας μορφής επιθετικά χαρακτηριστικά προς τον πληθυσμό των Σκοπίων, επομένως ο χαρακτηρισμός τους συλλήβδην ως «εθνικιστών» είναι πλήρως ανεδαφικός.
Κάποιοι θα απέρριπταν τη διάκριση που κάνουμε, θεωρώντας πως δεν μπορεί να υφίσταται το ένα δίχως το άλλο, ο εθνικισμός δηλαδή δίχως τον εθνισμό και το αντίστροφο. Ο εθνισμός, όμως, είναι πανάρχαια υπόθεση. Έχει να κάνει με τα «νομιζόμενα» και «πρέπει» ενός τόπου με κυρίαρχο στοιχείο φυσικά τη γλώσσα, επειδή η γλώσσα αποτελεί θεμελιώδες εργαλείο της σκέψης και συγχρόνως τρόπο διαμόρφωσής της. Ο εθνικισμός, όμως, αφορά τη νεωτερική εποχή στα πλαίσια κυρίως της βιομηχανικής ανάπτυξης και συνδέεται με τη διαδικασία διάλυσης των παλιών αυτοκρατοριών και τη συγκρότηση της εξουσίας γύρω από το λεγόμενο εθνικό ιδεώδες. Προσοχή, το εθνικό ιδεώδες, όμως, εδώ νοείται ως μια ιδεολογικοποιημένη κατασκευή και όχι ως μια βιωμένη κατάσταση εθνισμού σε συνθήκες πραγματικής ζωής.
Εδώ είναι σημαντικό να σημειώσουμε πως και ο εθνικισμός, όταν πρωτοεμφανίστηκε στο προσκήνιο, ήταν ένα επαναστατικό ρεύμα που πρέσβευε την απελευθέρωση από τη δεσποτική εξουσία είτε των αυτοκρατόρων είτε των αποικιοκρατών. Τον 19ο αιώνα έως τις αρχές του 20ου, σχεδόν όλες οι ανερχόμενες εξουσιαστικές συγκροτήσεις ήταν εθνικιστικές. Οπότε το ευρύτερο γεωπολιτικό παιχνίδι παιζόταν γύρω από το πλαίσιο της «αυτοδιάθεσης των λαών». Θέλουμε να πούμε πως εκείνη την εποχή ο εθνικισμός δεν είχε καθόλου «κακό» όνομα. Αυτό άρχισε να το αποκτά μετά το 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο και ειδικότερα τα τελευταία 40 περίπου χρόνια. Ο λόγος γι’ αυτό είναι απλός. Μεταπολεμικά άρχισε να συγκροτείται βήμα – βήμα η σύγχρονη Δυτική αυτοκρατορία (ΕΕ – ΝΑΤΟ). Η αυτοκρατορική δόμηση της εξουσίας που προϋποθέτουν οι νέοι σχηματισμοί είναι εξ ορισμού ανταγωνιστική προς τον εθνικισμό, εφ’ όσον αυτή φιλοδοξεί να κυριαρχήσει σε ένα πλήθος διαφορετικών εθνοτήτων με έναν ενιαίο τρόπο δίχως τη «δυσκολία» προσαρμογής της στις επί μέρους πληθυσμιακές διαφοροποιήσεις. Επί πλέον, ήδη πριν τον πόλεμο, με την επικράτηση των μπολσεβίκων στη Ρωσσία και την συγκρότηση της 3ης Διεθνούς, είχαμε τη γέννηση ενός άλλου αυτοκρατορικού επεκτατικού οράματος με όχημα την δήθεν «κοινωνική απελευθέρωση», το οποίο, ενώ ήταν εξ ίσου εχθρικό προς τον εθνικισμό, τον αντιμετώπιζε ωστόσο εργαλειακά κατά τόπους για την επίτευξη των δικών του σκοπών.
Κάπου εδώ θα συναντήσουμε αργότερα και την κατασκευή του Μακεδονικού ζητήματος ως μέρους της πολιτικής της Κομιντέρν (Κομμουνιστική Διεθνής) για τα Βαλκάνια, πολιτική που εφάρμοσε το ΚΚΕ σε μια προσπάθεια αναίρεσης των αποτελεσμάτων των Βαλκανικών πολέμων και ενοποίησης των Βαλκανίων υπό την εποπτεία των Σοβιετικών. Στις μέρες μας, η σύγκρουση αυτοκρατορίας και εθνο-κρατικών δομήσεων εντείνεται και τα πράγματα περιπλέκονται ακόμη περισσότερο σε κοινωνικό επίπεδο, καθώς η Δυτική αυτοκρατορία ενσωματώνει και χρησιμοποιεί στοιχεία του πάλαι ποτέ επαναστατικού διεθνισμού, για να υποσκάψει τη βάση του εθνο-κράτους, θέλοντας πλέον να το απορροφήσει ολοκληρωτικά στις δομές της. Το κράτος δηλαδή πρέπει να ισχυροποιηθεί μεν εφ’ όσον θα κάνει τη δουλειά του αυτοκρατορικού ελεγκτή μιας γεωγραφικής επαρχίας, αλλά να χάσει τα εθνικά του χαρακτηριστικά, που δημιουργούν «περιττές» διαφοροποιήσεις στα πλαίσια της αυτοκρατορίας.
Τα λέμε όλα αυτά (εξ ανάγκης κι εν συντομία) για να ξεκαθαρίσουμε πως δεν έχουμε κανένα πρόβλημα με τον εθνισμό του οποιουδήποτε, αρκεί αυτό να εκφράζει μια βιωματική και όχι φαντασιακή συνθήκη και κυρίως να είναι ειλικρινής, δηλαδή να μην τροφοδοτείται από ιστορικά ψεύδη. Όχι κραυγαλέα ιστορικά ψεύδη τουλάχιστον, όπως συμβαίνει τώρα με την περίπτωση των Σλαύων των Σκοπίων, γιατί, δυστυχώς, το σύνολο της Ιστορικής αλήθειας και γενικότερα του παρελθόντος θεωρούμε πως δεν μπορούμε να το γνωρίζουμε στην πληρότητά του. Ειλικρίνεια, επίσης, σημαίνει το να δεχόμαστε το σύνολο της αλήθειας (σε όση ιστορική αλήθεια έχουμε πρόσβαση) είτε μας βολεύει είτε όχι.
Στα πλαίσια που περιγράφηκαν, λοιπόν, ο διεθνισμός μεταπολεμικά άρχισε να κερδίζει έδαφος, είτε ήταν ο κομμουνιστικός διεθνισμός, είτε ο διεθνισμός από τον οποίον διεπόταν η εξελισσόμενη Ευρωπαϊκή «ολοκλήρωση». Μετά το 1990, με την επικράτηση μιας τάσης των οραμάτων για παγκόσμια κυριαρχία, ο κομμουνιστικός διεθνισμός, σταδιακά (και ολοκληρωτικά στις μέρες μας) ενσωματώθηκε στον διεθνισμό της παγκοσμιοποίησης. Δεν χρειάστηκε και πολύ προσπάθεια γι’ αυτό· άλλωστε και οι δύο, όπως είπαμε προηγουμένως, είχαν παρόμοιες λογικές με στόχευση την ουτοπία μιας παγκόσμιας αυτοκρατορίας. Στις μέρες μας είναι εύκολο το να καταφέρεται κάποιος εναντίον του εθνικισμού, γιατί πλέον έχει την ολόπλευρη ιδεολογική υποστήριξη της επικρατούσας τάσης της διεθνούς εξουσίας. Ο διεθνισμός, όμως, πλέον, έχει αποδειχθεί χειρότερος του εθνικισμού, γιατί έχει ευρύτερες φιλοδοξίες και έχει ισχυρότερη εμμονή στην κατασκευή πλαστών ταυτοτήτων. Κατασκεύασε επί 70 χρόνια την ανύπαρκτη ταυτότητα του Σοβιετικού πολίτη και σήμερα κατασκευάζει την εξ ίσου ανύπαρκτη ταυτότητα του Ευρωπαίου πολίτη. Δεν είμαστε βέβαιοι για το ποιος από τους δύο θα αποδειχθεί ο χειρότερος υπήκοος, αλλά είμαστε σίγουροι πως και το σημερινό οικοδόμημα έχει ημερομηνία λήξεως όπως η οποιαδήποτε κατασκευή που δεν συμβαίνει με αβίαστο τρόπο. Πάντως, ο εντόπιος επαναστατικός διεθνισμός στην ουσία κλείνει το μάτι, ευνοώντας από το δικό του μετερίζι αυτήν την εξέλιξη.
Οι εθνικιστές, λοιπόν, βρέθηκαν με την πλάτη στον τοίχο. Όχι όμως μόνον αυτοί. Το σύνολο των ανθρώπων που δεν έβλεπαν το λόγο για να απορρίψουν τον εθνισμό τους βρέθηκαν απολογούμενοι, βιώνοντας μια άνευ προηγουμένου επίθεση ανακατασκευής στη γλώσσα και την ιστορία τους. Ιστορία που μπορεί να την έμαθαν μερικώς στρεβλά υπό τα κελεύσματα είτε της πάλαι ποτέ «εθνικοφροσύνης» είτε αντίστοιχα της μεταπολεμικής «αριστεροσύνης», αλλά που στη γενικότητά της δεν ήταν ψεύτικη. Λέμε στη «γενικότητα», επειδή οι λεπτομέρειες έχουν τη σημασία τους. Επίθεση συγκεκαλυμμένη αρχικά και απροκάλυπτη στη συνέχεια. Θα λέγαμε πως τα τελευταία 20 χρόνια ο Ελλαδικός χώρος εισέρχεται και βιώνει τα τελικά στάδια της νεωτερικότητας και του μοντερνισμού της Δύσης και, όπως όλες οι τάσεις που τον επηρέασαν τα τελευταία 40 χρόνια, αυτό συνέβη πολύ γρήγορα, ασυνάρτητα και βίαια, αλλά πάντως μεθοδευμένα. Το αποτέλεσμα είναι πως σήμερα η συντριπτική πλειοψηφία ψάχνει σταθερό έδαφος να πατήσει και δεν το βρίσκει πουθενά, κάτι που επιτείνεται φυσικά και από τον καθημερινό οικονομικό πόλεμο.
Κάποιοι, βεβαίως, θα βρουν – και βρίσκουν – αυτό το έδαφος με το να γίνουν περισσότερο υποτακτικοί ως υπήκοοι μέσα στη «θαλπωρή» μιας κομματικής στρούγκας. Κάποιοι άλλοι ακόμα βρίσκονται σε αναζήτηση, την ώρα που πολλοί έχουν ήδη ξεκινήσει την Οδύσσειά τους στο εξωτερικό, αφήνοντας πίσω τους ένα δυσαναπλήρωτο κενό. Παρασκηνιακές πολιτικές δυνάμεις περιμένουν την ευκαιρία τους, καθώς το «άστρο» της «πρώτης φοράς αριστερά» δύει. Υπάρχει, ωστόσο, αυτήν τη στιγμή, μία ακαθόριστη μεν, ευδιάκριτη δε, τάση διάσπαρτων ανθρώπων που αναζητά μια περισσότερο βαθιά και ειλικρινή σχέση με την ιστορία και το «είναι» τόσο του εαυτού τους όσο και αυτού του τόπου με όλες του τις αντιφάσεις, με άγνωστη, προς το παρόν, κατάληξη. Αυτή η βαθύτερη ζύμωση είναι, κατ’ αρχήν, από εμάς καλοδεχούμενη.
Τα λέμε αυτά, γιατί πιστεύουμε πως όλα τα παραπάνω έπαιξαν το ρόλο τους στη μεγάλη παρουσία κόσμου στο συλλαλητήριο της Θεσσαλονίκης. Ας τα σκεφθούν όλα αυτά όσοι πιπιλάνε την καραμέλα του «εθνικιστή» και του «φασίστα», επειδή έτσι συμφέρει στην ιδεολογική τους τύφλωση και ας βάλουν (επί τέλους!) έναν καθρέφτη ενώπιων τους."(πηγή:https://anarchypress.wordpress.com/2018/01/31).
Όλα τα παραπάνω δεν αναιρούν το γεγονός ότι η πατριδοκαπηλία είναι ο άλλος επικίνδυνος εχθρός διότι χρησιμοποιεί την πατρίδα δημαγωγικά και κινείται επιπόλαια και χωρίς στρατηγική. Η πατριδοκαπηλία είναι επικίνδυνη γιατί είτε εμπαίζει το έθνος είτε το οδηγεί σε καταστροφές όπως συνέβη στην Κύπρο το 1974.

Κυριακή, 28 Ιανουαρίου 2018

«Συναντήθηκα με το θαύμα σα φίλος» Τα πεζά του ποιητή Νίκου Καρούζου



                                                     Α’


Οι ποιητές, διασώζουν στα γραπτά τους κείμενα μια  βαθιά αίσθηση του κόσμου αλλά και της γλώσσας που γράφουν . Γι’ αυτό τα δοκίμια ποιητών όπως του Ν. Καρούζου, ή του Γ. Σεφέρη, ή του Ο. Ελύτη  μας ενδιαφέρουν γνωστικά και μας γοητεύουν αισθητικά.
Από τις εκδόσεις ΙΚΑΡΟΣ, το 1993,  εκδόθηκαν το σύντομο δοκίμιο του Ν. Καρούζου «Μεταφυσικές εντυπώσεις απ’ τη ζωή ως το θέατρο» και το 2010  η εκτενέστερη και πληρέστερη συλλογή,  σε φιλολογική επιμέλεια της Ελισάβετ Λαλουδάκη  με τον τίτλο «Πεζά κείμενα». 
Στο πρώτο βραχύβιο δοκίμιο, που γράφτηκε το 1966, ο κόσμος ερμηνεύεται ως προέκταση μίας πραγματικότητας που τον ξεπερνά. Ο άνθρωπος αναζητεί το Ιερό ώστε «κάθε θρησκεία είναι κι από ένα βαθύ δικαίωμα της ανυποταξίας του ζώντος θεού»[1]. Σε αυτή του την προσπάθεια η ποίηση έρχεται ως αρωγός και συμπαραστάτης καθώς η ποίηση «χαρίζει την ολοκληρία της γλώσσας, μ’ άλλα λόγια την άναρχη οντότητα της γλώσσας εσχατικά του μύθου»[2], ενώ η θρησκεία «συνεχόμενο προς την ποίηση λειτούργημα » μας «χαρίζει τη μυθική ολοκληρία της γλώσσας»[3].
 Ο Καρούζος ταυτίζει ελευθερία και θρησκεία , ελευθερία και πίστη ενώ «στη νύχτα της υπάρξεως, και ο προφήτης και ο ποιητής, όργανα λεπτότατα του φωτός, ταυτόσημα εξεργάζονται την απροσμέτρητη οδύνη, που συνειδηταίνει και το φως, που φανερώνει πως ακόμη και το φως είναι μύθος. Ο θεός, αλήθεια, είναι πιο νυχτερινός κι απ’ τη νύχτα, πιο λέξη από κάθε λέξη, περ’ απ’ τις λέξεις όλες, περ’ από κάθε φως»[4]. Η αναζήτηση του Ιερού, της θεότητας, της αγιότητας  τελικά «είναι ο βαθύτερος πραγματισμός της υπάρξεως, η βαθύτερη χρήση της ελευθερίας, το εσώτατο κίνητρο, που κατευθύνει στην κλίμακα των απελευθερώσεων έως το θάνατο και τη θέωση. Ο άνθρωπος ακαταμάχητα θέλει το ύψος, εκείνο που τον λυτρώνει απ’ τις αμέτρητες αιχμαλωσίες του αποτελέσματος και του χαρίζει την ποθούμενη και γι’ αυτό τόσο ρεαλιστική αυτοβεβαίωση. Άρα, λοιπόν, η μεταφυσική αντίληψη δεν είναι παρανόηση της φυσικότητας, μα είναι η αποκορύφωση της φυσικότητας, η δύναμη που κάνει κατόρθωμα τη φυσικότητα και που χωρίς τη λειτουργία της η φυσικότητα σκλαβώνει τον άνθρωπο»[5].
Ο Καρούζος γεφυρώνει το εντεύθεν με το εκείθεν, ώστε οι αναχωρητές, τα ενσαρκωμένα  παραδείγματα αυτής διαδρομής, δεν συνιστούν  φυγή από τον κόσμο, αλλά «οι ελευθερούμενοι προς την αγιότητα, με το να είναι ωφέλιμοι στο θεό είναι και για τον κόσμον ωφέλιμοι»[6]. Η πορεία προς την αγιότητα αποδίδει αυτοδυναμία στην εσωτερικότητα και αρτίωση. Στο έργο του Μπέκετ «Περιμένοντας τον Γκοντό» αποκαλύπτει μια άλλη οδό αναζήτησης της αγιότητας καθώς «το αρνητικό της οντικής παραδοξότητας, που μπορεί με τη δύναμη της αδιάστατης τωρινότητας να φανερώσει το θεό. Ώστε να αναβλύσει μέσα μας ερωτική ελευθερία, που να μας οδηγεί δημιουργικά στο βασίλειο του ταυτιστικού ευτυχισμού, εκείνου που, εγκαταλείποντας τα δεσμά του συνειδησιακού βασιλείου, αγγίζει τώρα και για μας την ολότητα, τη θεότητα»[7].
Η ζωή όσο και η ποίηση του Ν. Καρούζου έχει σφραγισθεί από το θεμελιακό γεγονός, της απώθησης του θανάτου και της αναζήτησης του Θεού, σε ένα κόσμο που όμως λειτουργεί χωρίς τον Θεό.
Τα περισσότερα από τα μικρά δοκίμια του Ν. Καρούζου δημοσιεύθηκαν στο σημαντικό περιοδικό «Ευθύνη». Σε ένα από αυτά που δημοσιεύθηκε στο τεύχος 31 τον Νοέμβριο του 1963 αφενός υπερασπίζεται τον εκκλησιαστικό χαρακτήρα της ποίησης  του από την μανιασμένη επίθεση ενός μέρους της κριτικής που δεν μπορεί να αποδεχθεί κάτι τέτοιο, αφετέρου προσπαθεί να κάνει έναν σύντομο προσωπικό απολογισμό. Για εκείνους  που η «κοινοτοπία της αθεΐας»  τους οδηγεί να θεωρούν σαν ανέφικτη την ποιότητα στην τέχνη με τον εκκλησιαστικό χαρακτήρα της, απαντά με το παράδειγμα του Πασκάλ, το «τρομερό λουλούδι της υπάρξεως, που με τόση εσωτερική λάμψη μας έδειξε ολότελα την ηλιθιότητα της λογικής, φανερώνοντας την ακεραιότητα της αγωνίας, υπήρξε φαίνεται, τυχερός –για χάρη του Θεού- με το να μη γεννηθεί Έλληνας κι ακόμη με το να ζήσει σ’ άλλη εποχή, με άλλη μορφή παραγωγικών δυνάμεων και παραγωγικών σχέσεων»[8]. Το τελευταίο ισχύει διότι ο Πασκάλ γλίτωσε από την φανατισμένες επιθέσεις κάποιων Ελλήνων κριτικών.
Ο Καρούζος επιχειρώντας μια προσωπική αναδρομή γράφει ότι κατά την νεότητά του αγάπησε την «δυναμική πεπρωμενοκρατία του Nietzsche, τις θυελλοφόρες  κορυφές του Ζαρατούστρα, έζησα τη μεγάλη ανάσα της δρακόντειας απελπισιάς που κομματιάζει το στήθος και φτύνει τη λογική. Ερωτεύτηκα το μαρξισμό, γεμάτος ερωτήματα για τη ναρκισσευόμενη λογική του, και πέρασα στην περιπέτεια του κοινωνικού επαναστάτη, κρατώντας σαν ιψενικός ήρωας  -δηλαδή  μοναχικά κι ανώφελα- τη σημαία του Ιδανικού με πάθος. Επίσης, χώθηκα στη γαλαρία του Freud, ως ένα σημείο γοητευμένος»[9].
Οι πνευματικές του περιπέτειες δεν είναι παρά τα αναγκαία βήματα, τα γυμνάσματα της ψυχής, για να δει,  όπως λέει ο λαός μας, «Θεού πρόσωπο». Γράφει λοιπόν : «Έτρωγα το χρόνο, για να βγω στο ξέφωτο του Ιησού με την ψυχή οριστικά έκπληκτη. Συναντήθηκα με το θαύμα σα φίλος. Ο Nietzsche χαστούκισε το θαύμα , κι όμως ήτανε καλή αφετηρία για την ευσέβεια. Με βοήθησε –τι περίεργο ίσως- να θυμηθώ τον Ιησού, με βοήθησε αποφασιστικά. Νιώθω σήμερα πως ήμουνα στους καιρούς της νεότητας αρραβωνιασμένος με την αγωνία. Γιατί βλέπω κάθε εικοσιτετράωρο και πιο καθαρά, πως η θρησκευτικότητα είναι ο γάμος με την αγωνία. Και δεν μπορούσε να ήτανε άλλη απ’ το Χριστιανισμό η θρησκεία μου στην Ελλάδα. Και δεν μπορώ να βεβαιώσω τίποτα μέσα μου δίχως την Ορθοδοξία των Ελλήνων. Όταν γύριζα στον αυστηρό Ιησού γύριζα στις ρίζες μου, όταν γύριζα στον απέραντο Ιησού γύριζα στο μέλλον»[10]
Ο Ν. Καρούζος με διαύγεια δείχνει ότι ακολουθώντας τα βήματα του Νίτσε μπορεί να συναντηθούμε με τον Θεό. Αλλά πιο μεγάλη σπουδαιότητα έχει η υπαρξιακής αφετηρίας ταύτιση της θρησκείας με την αγωνία και το συμπέρασμα που φτάνει, ότι η ορθοδοξία  και ο νέος ελληνισμός έχουν μια προνομιακή σχέση. Θα  μπορούσαμε να συμπληρώσουμε πως διαβάζοντας τα ποιήματα και πεζά του, ότι έχει θεμελιώσει μια καρδιακή, πυρηνική σχέση με την γλώσσα μας, τις λέξεις, τις φράσεις της, ώστε με τον λόγο του κατακτά νέες δυνατότητες. Θυμίζει σε αυτόν τόσο τον Ηράκλειτο (κοινός Λόγος) όσο και τον Βιτγκενστάιν (τα όρια της γλώσσας μου σημαίνουν τα όρια του κόσμου μου), που δοκιμάστηκαν με την αναζήτηση των ορίων και των δυνατοτήτων  του λόγου και της γλώσσας.  



                                                       B’
                             Οι ηδονιστές της Ορθοδοξίας

Στον Ν. Καρούζο ο ελληνισμός και ο χριστιανισμός δεν είναι μόνο δύο ιστορικά μεγέθη αλλά και δύο θεμελιώδη πνευματικά ρεύματα, που συναντήθηκαν μέσα στον χρόνο ώστε «η Ελληνική Σκέψη με τη Χριστιανική Αποκάλυψη βγαίνουν απ’ την ίδια λαλιά και η πρώτη οπλίζει  φυσικά  τη δεύτερη, δεν έχουμε παρά την κίνηση του νερού και φυσικά τη μαγική του ακεραιότητα. Έχουμε τον πολλαπλασιασμό ενός, θαύματος άλλωστε. Ελληνική Σκέψη και Χριστιανική Αποκάλυψη ούτε να προστεθούν είναι μπορετό, ούτε ν’ αφαιρεθούν η μια απ’ την άλλη, ούτε να διαιρεθούν»[11].
Η  τέχνη ερμηνεύεται ως πορεία από το εγκόσμιο προς το χαμένο αρχέτυπο. Η σκέψη αυτή του ποιητή  «βγαίνει απ’ το βίωμα της ακατάσχετης νοσταλγίας των παραδείσων, ήτοι του Ενός που κρυσταλλώνει το άφθιτο Πρόσωπο στην ουρανική νοερότητα».[12] Στην εγκόσμια ύπαρξη πυρακτώνεται ο πόνος  που «πηγάζει απ’ τη μαύρη ράχη της αδαμικής ελευθερίας με την άγρια κατωφέρειά της. Είμαστε πιασμένοι στην αλάνθαστη παγίδα του θανάτου. Τα εμπόδια είναι ανυπέβλητα, είν’ ο χρόνος και η πολλαπλότητα. Τρομερές ερινύες»[13]. Η τέχνη, η ομορφιά  δεν είναι παρηγοριά και διέξοδος διότι «δεν είναι μόνο η κορωνίδα της υπάρξεως, αλλά και η τυραννίδα της υπάρξεως»[14].
Ο Καρούζος βρίσκει το Ιερό να αντανακλάται μέσα στην κτίση. Συγχρόνως δείχνει πως ένα πεζό κείμενο αποκτά ποιητικά χαρακτηριστικά: «ανάγκη να ταξιδέψουμε στη Φανερωμένη του κάθε τόπου. Να θρησκέψουμε  τις λέξεις. Ανάγκη να καταλάβουμε πόσο θρησκόληπτη είναι η θάλασσα, είτε σε τρικυμία είτε σε γαλήνη. Έθνος αγάπης η ποίηση, λαός ονείρων. Όπως ο κρότος ειν’ η χώρα των ήχων ενωμένη, τότε που παύει ο φλήναφος. Όλα καλογερεύουν μες στη φύση. Κ’ η ομορφιά- καλογέρεμα της ψυχής. Η σύρριζη κουρά της λήθης ως το θάνατο. Κι ο θάνατος κομίζει φαλακρή τη Δαλιδά. Κάθε που ρωτάς εγκαταλείπεις έξω το στήθος. Ανασφαλίζεις το ευ της μανίας. Αλίμονο στην τύχη μας. Κι ως θα ‘κραζε ο έλληνας χωριάτης, λαχάρικο πράμα η ζωή. Για ύψος και για βάθος. Όχι αστείες επιφάνειες. Όχι στιλπνότητες του αέρα. Ούτε τσίρκο των στεναγμών, αλλ’ ο αέρας μαχόμενος. Που σημαίνει προοδεύω στον πόνο. Μια τέτοια πρόοδος η ποίηση. Περίθρησκη. Συγκεντρώνει έρωτα…Και στα πλατάνια ο Πλάτωνας, ακούει την προσευχή. Προχωρώ. Αισθάνομαι το θαύμα. Ως αέναη μέθοδος αναδαιμονίζει τα δευτερόλεπτα. Σημείον ο θάνατος»[15].
Ο σχολιασμός της επιστολής του Απόστολου Παύλου «προς Εφεσίους Ε’ 20-33», στην οποία αναφέρεται «ότι ο ανήρ εστί κεφαλή της γυναικός, ως και ο Χριστός κεφαλή της εκκλησίας, και αυτός εστί σωτήρ του σώματος», αναδεικνύει την γραφή  του Καρούζου σε έναν βαθύ, γνήσιο και άρτιο θεολογικό λόγο. Επισημαίνει ότι οι επιστολές του Απόστολου Παύλου  αποτυπώνουν λόγο «θεοσωματικό» καθώς «είναι λόγος εκστάσεως, ήτοι ελευθερίας τελειωμένης»[16], που δεν αποψιλώνουν ή καταλύουν το σώμα, αλλά το κατορθώνουν , αφού «η ενότητα σώζει το σώμα όταν γυρεύει ερωτικά»[17].  Από αυτό το σημείο θα αναχθεί στην ελευθερία που δεν είναι μονάχα βίωμα αλλά και πράξη, ώστε να συναντήσει την αγάπη, δηλαδή την «θυσιαστική λειτουργία της ψυχής, όπου κατευθύνει την αγωνία και στον έρωτα στην ανάβαση, κατηγορία του ύψους, ο σύνδεσμος της τελειότητας όπως λέει ο Παύλος»[18]. Η αγάπη είναι σταυρικό βίωμα και γι’ αυτό η αποστροφή  του «η δε γυνή ίνα φοβήται τον άνδρα», δείχνει ότι «βρίσκεται πάντα μέσα στην έκσταση, δε βλέπει τίποτα κοινωνικούς ή βιολογικούς όρους εξουσιασμού της γυναίκας»[19].
Το δοκίμιο αυτό δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Σύνορο, τ.34, καλοκαίρι 1965. Προφανώς δημιούργησε ενδιαφέρον και απορίες και γι’ αυτό θα επιστρέψει με επιστολή στο επόμενο τεύχος που καταλήγει: «η μόνη διαφορά στις εικόνες του θρησκευτικού μας οράματος βρίσκεται στην υπαρξιακή στάθμη της τραγικότητας, της θυσιαστικής μοίρας, που χρειάζεται να διαλέξει ο άνθρωπος για να γίνει ουρανοκτήμων, ήτοι ένθεο Σώμα προς την ένθεη Σταύρωση για την ένθεη Ανάσταση. Άνθρωπος και χτίση»[20].
Εύστοχα και συγκινητικά είναι όσα θα γράψει σε πρώτο πρόσωπο για τον «ριζορθόδοξο  Κόντογλου», γεγονός που μαρτυρά  την βαθειά πνευματικής τους σχέση και φιλία : «ο ιερατικός Φώτης, βαθύ, καλοθέλητο πνεύμα της βυζαντινής και της λαϊκής Ελλάδας, είχε συνταιριάσει την κοτρονίσια κουβέντα με τ’ αγιωτικά μας…Ο Φώτης ήτανε παλικάρι κι ο θάνατος ήρθε στο σώμα του σαν άλλη αναπνοή. Το πνεύμα του, ιερεμιακό κι ανυποχώρητο, ζει και θα ζήσει όσο υπάρχει ρωμαίικο κι όσο υπάρχουν εκκλησάκια και χορτάρι ευωδερό στα ελληνικά έαρα. Το έργο του Κόντογλου, με όλη τη μονομέρεια του Οράματος, αστράφτει θυμό και οίνο της Θείας Ευχαριστίας. Αληθινό στη ρίζα του, και μοναδικό στην προσήλωση των βυζαντινών παραδόσεων, είναι σαν όλα τ’ αληθινά πράγματα χαρά θανάτου, ευτυχία λύπης, ήχος βαρύς της Διάρκειας των Ελλήνων. – Εδώ τελείωνα. Πρέπει να συνεχίσω. Θέλοντας να χαρακτηρίσω την παρουσία του Φώτη Κόντογλου, καταλήγω σε τούτη τη λέξη : ριζορθόδοξος. Όλα του, και ζωγραφική και λογοτεχνία, και άρθρα και ιερεμιάδες, φυτρώνουν άγρια κι ανόθευτα με μοναχή τους ρίζα την Ορθοδοξία».[21] Όλο το έργο του Κόντογλου, ακόμη και ο «Πέδρο Καζάς», σημαίνεται από την βαθιά και γνήσια σχέση με την ορθοδοξία. Βεβαίως εμπνεύστηκε από τα δημοτικά τραγούδια, την βυζαντινή αγιογραφία, τον Πανσέληνο, τον Πατροκοσμά, το Εικοσιένα, το Μακρυγιάννη. Από την Ευρώπη, όμως, γράφει ο Καρούζος,  δεν πήρε τίποτα, μα τίποτα, εκτός από τον Κρητικό Γκρέκο «κι αυτός ως ένα σημείο. Ευρώπη σήμαινε θάνατος»[22].
Στον Φ. Κόντογλου θα επανέλθει στον συλλογικό τόμο Μνήμη Κόντογλου (εκδόσεις Αστήρ, 1975) για να επισημάνει την καίρια, την θεμελιώδη συμβολή του  στην ανάγνωση της «αληθινής μας ελληνικότητας »[23], στην ανάδειξη της προσπάθειας του να έρθει στο φως η πραγματική ρωμιοσύνη  και στην σύνδεσή της με την «ηλιόλουστη Ορθοδοξία»[24]. Στόχευε σε μια ρωμιοσύνη δίχως φραγκικές επιδράσεις. Η επιτυχία του, σαν «απόλυτος Έλληνας»[25],  ήταν «να κάνει πλατύτερη, θεωρητικότερη και ενεργότερη συνείδηση, πως το ψαχνό της μακραίωνης νεοελληνικότητας είν’ η Ορθοδοξία»[26].
Ο Ν. Καρούζος μαγνητίζεται από τους στοχαστές που η τέχνη τους και η ζωή τους καθορίστηκε από την σχέση τους με την εκκλησιαστική μας παράδοση. Η πιο αντιπροσωπευτική τέτοια περίπτωση, όπου η ωριμότητα της τέχνης συνδυάστηκε με την πλέον ολοκληρωμένη βίωση της Ορθοδοξίας υπήρξε ο Α. Παπαδιαμάντης, για τον οποίο έγραψε: «ο Παπαδιαμάντης είναι ένας ηδονιστής της Ορθοδοξίας, όπως αυτή διαποτίζει τον ψυχισμό των νεότερων ελλήνων. Και δεν μπορούσε να είναι τίποτ’ άλλο. Ο καλλιτέχνης ισορροπεί την ακεραιότητα του θεού και την ακεραιότητα του δαίμονα. Λίγο να γείρει προς το μέρος του θεού, θα ζημιώσει τη μορφή της ζωής. Όπως αν γείρει λίγο προς το μέρος του δαίμονα, θα ζημιώσει την ουσία της ζωής»[27]. Μία παρόμοια περίπτωση υπήρξε ο Θεσσαλονικιός Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης. Τα γραπτά του «σε αγνή κατάσταση, κι ας τα παιδεύει ο λογισμός, είναι γιομάτα ζωή αλλοπρόσαλλη, σαν τη σημερινή, μα ενωμένη στην όραση ενός πολύ ευαίσθητου και στοχαστικού ανθρώπου. Και μάλιστα προσωπικού ανθρώπου. Γιατί δεν έχει τίποτα που να μην  είναι αυθεντικό η φωνή του Πεντζίκη»[28].   Η καταγωγή του έλκει «από μια προαιώνια σοφία, ριζωμένος ωσάν οποιοδήποτε δέντρο, με τα οποιαδήποτε κλαδιά και τα οποιαδήποτε φύλλα»[29].
Σε δοκίμιο που δημοσιεύθηκε στην Νέα Εστία τον Ιούνιο του 1967, εξομολογείται την πρώτη από τις τέσσερις επισκέψεις του στο Άγιο Όρος το Πάσχα (μήνα Απρίλιο) του ίδιου έτους. Πιο πολύ εντυπωσιάστηκε από την τέχνη του Μανουήλ Πανσέληνου ώστε έγραψε: « η ορθάνοιχτη ομορφιά του μακεδόνα ζωγράφου και η απαράμιλλη χάρη, ως πάμφωτο παιχνίδι της ζωής και του θανάτου, που ο χρωστήρας τ’ αποκαλύπτει μέσα στην ορθόδοξη πίστη του Χριστού, σαν τραγουδημένο, με χρώματα και θροϊστικές γοητείες, είναι το κάθετο ανάβλυσμα φυσικού φανερώματος προς τους φυσικότερους ουρανούς. Ενόσω κοιτάζεις τις τοιχογραφίες του πρωτάτου, οτιδήποτε μη μεταφυσικό μοιάζει αδέξια φιλοδοξία. Ο Πανσέληνος διδάσκει πως η μεταφυσική είν’ ένα τόσο αναγκαίο πράγμα, όσο βέβαιο πράγμα είναι η ζωή»[30].


                                                    Γ’
               
                                Πτώση, Παράδεισος και Ουτοπία

Ο Καρούζος περιπλανήθηκε στους δρόμους της κοινωνικής ουτοπίας με σκοπό να φέρει στοιχεία του Παραδείσου στο κόσμο της πτώσης.
 Γράφει λοιπόν: «ο μαρξισμός κι ο φροϋδισμός: κατοικίδιες αλήθειες. Η σκέψη-μουτσούνα κι όχι η σκέψη-σάρκα. Ωστόσο, μπορεί να φόβισε το κακό για κοινωνικές παραχωρήσεις ο ένας κι ο άλλος, πάλι, μπορεί ν’ αποτέλεσε κάποιαν άσκηση των συνειδήσεων  ενάντια στην υποκρισία. Κάτι κι αυτό, μα η άγρια φύση του Ανείπωτου, μονάχα στου Θεού το θέλημα ξεχύνεται για να συνταράζει τον ύπνο μας»[31].
Θα αντιμετωπίσει την τάση για υπερκατανάλωση ως καταστροφή των ουσιωδών στοιχείων της υπάρξεως: «χάνουμε την ένταση μέσα μας κι απορίχνουμε την υπόσταση στα βορβορώδη ρείθρα της υπερκαταναλώσεως, μ’ αυτό τον τρόπο μεταβάλλοντας από θεϊκό δώρο της έμορφη καθημερινότητα σε φρικαλέο δυνάστη, σε γρυλίσματα χοίρων»[32]. Ανάμεσα στα αστικά πλήθη αισθάνεται την έρημο να προχωρά. Η διέξοδος είναι «ο δρόμος οπού μπορεί να μας οδηγήσει προς το Πρόσωπο κι αυτός ο δρόμος είν’ η επανεύρεση μέσα στις σύγχρονες αγέλες, όπου χαιρόμαστε κ’ υποφέρουμε δίχως ταυτότητα, της εξατομικευμένης ευθύνης, της αγαπητικής εκείνης ενέργειας του πνεύματος, όπου χτίζει κι ανυψώνει την Άχραντη συντροφικότητα…»[33] Συγχρόνως θα πρέπει να ξεφύγουμε από την «εξουσιαζόμενη και εξουσιάζουσα μάζα», ώστε να γίνουμε αυτεξούσιοι «να λιγοστέψουμε τον υλισμό μας και να πετύχουμε κάποιαν αποκόλλησή μας απ’ τα είδωλα της Τεχνικής, ώστε να σημάνει και κάποια λυτρωτική  κατάπαυση στον ίλιγγο τον ερεβώδη του τεχνολογικού διονυσιασμού της Ιστορίας»[34].
Ο Καρούζος θα σταθεί στην τραγωδία του κυπριακού ελληνισμού, στην τουρκική εισβολή και κατοχή ενός μεγάλου μέρους του νησιού. Βλέπει ότι στο πολύπαθο νησί έγινε ένα μεγάλο κακό, φρικαλέο και ανείπωτο όπου διασταυρώθηκαν «η θρασεμένη κακία, η αρπακτικότητα, ο όλεθρος, η κωφάλαλη αγριότητα». Όμως η ρωμιοσύνη θα βρεί δυνάμεις για να σταθεί ολόρθη: «ο έλληνας, άλλωστε, σαν ένας απ’ τους πιο δυνατούς ανθρώπινους τύπους, βρίσκει και στου γκρεμού τ’ αχείλι καινούργια δύναμη να φανερώσει, καινούργια βάθη στην ψυχή του την ακατάβλητη, δεν είναι για να σβήσει απ’ το χάρτη ο έλληνας, με τέτοια κληρονομιά που διαθέτει, τέτοια γλώσσα-μήτρα, τέτοια πραγματική κι ασύνορη δόξα, δεν είν’ ο έλληνας από κανένα χτεσινό νταμάρι ξεφανερωμένς, είν’ ο αρχαιότατος διδαχός της χιλιάκριβης της λευτεριάς και με το πνεύμα και με το αίμα, είν’ ο ταγμένος από φυλετικού γεννησιμιού του στο φως και τη μεγάλη καθαρότητα της αλήθειας, είν’ εκείνος που’ χει χαράξει στο γρανίτι της Ιστορίας τ’ ανεξίτηλα αιτήματα της ηθικής και της αξιοπρέπειας, της λεβεντιάς και της ακράδαντης δικαιοσύνης»[35].
Αντίθετος θα σταθεί στις μεταπολιτευτικές γλωσσικές ακρότητες, όπου συχνά με πρόσχημα την εδραίωση μίας «δημοτικιστικής» καθαρότητας, παρόμοιας σε φανατισμό και φορμαλισμό με αυτό των γλωσσαμυντόρων της καθαρεύουσας, ξεκινούσε αρχικά η απίσχνανση και στην συνέχεια  η διάλυση της γλώσσας. Για αυτό θα καταγγείλει τον Ψυχάρη ως «ανεκδιήγητο» και «αστείο»[36].  Παρόλα αυτά δεν ανησύχησε από την κατάργηση του πολυτονικού και  την σχολίασε θετικά.
Βεβαίως δεν συμμερίζεται τον «ηρωικό μηδενισμό» του Ν.Καζαντάκη, αλλά αποδέχεται ότι «έχει προσφέρει στη νέα ελληνική λογοτεχνία την πιο θησαυριστική γλώσσα που, παρ’ όλες τις ακρότητες της, δεν παύει να’ ναι μια ξέχωρα δυναμική και ιδιότυπη πραγματικότητα»[37].
 Σε τρία σύντομα δοκίμια θα αναφερθεί στον δίχως «μεταφυσικό έρμα», τον αιχμάλωτο του σώματος  Κ. Καβάφη. Όμως  θα βρεί  αξιοθαύμαστα στοιχεία καθώς αν και χρησιμοποιεί μια πεζή, ξερή πραγματικότητα δημιουργεί ποιητικά αποτελέσματα. Θα τον συγκρίνει με το θέατρο του  Μπέκετ και με τα ρεμπέτικα, που δύσκολα έγιναν αποδεκτά αλλά εκφράζουν «με τον δροσερό βγαλμένο απ’ την πραγματική ζωή, ριζικό θρήνο, την απελπισμένη λεβεντιά και την κατάκαρδη λύπη»[38]. Τελικά θα του αναγνωρίσει πως «άλλαξε την κατεύθυνση της ποίησης» καθώς ότι υπήρξε «ιδιότυπος σκηνοθέτης του λόγου», «έξοχα μυθοχαρής», που η Ελλάδα και ο κόσμος δεν θα πάψουν να τον έχουν ανάγκη[39].
Όμως στον Σολωμό, στον «μεγάλο κι ολοφάνερο δάσκαλο», θα εκβάλλουν οι χείμαρροι του δημοτικού τραγουδιού για να γνωρίσουν μια νέα ζωή , ενώ  στον Κ.Παλαμά  διατρανώνεται η συνέχεια της γλώσσας μας «από την αρχαιότητα ως τα δημοτικά τραγούδια, ως τη ζωντανή λαλιά του νεοέλληνα»[40], αφού ο ποιητής «κατέβηκε ή μαλλον ανέβηκε στο λαό, προσευχήθηκε στο λαό»[41].
Με βραχύ σχεδόν επιγραμματικό τρόπο θα αναφερθεί στον Γ.Θεοτοκά, στον Α.Τερζάκη, στον Μ.Καραγάτση, στον αυτόχειρα συγγραφέα  Γιώργο Μακρή, στον Α.Εμπειρίκο, στον φιλόσοφο  Ντίμη Αποστολόπουλο, στον Θ.Νιάρχο, στον Α.Κατακουζηνό,  αλλά και στον Γκογκόλ και στον Βαλερύ.
Με ένα κείμενο κάπως υπερρεαλιστικό θα γράψει πως η «Λογική λατρεύει τα μακαρόνια», θα εξομολογηθεί  ότι είναι «αναρχοκομμουνιστής», ενώ στον ίδιο τόνο θα συγκρίνει τον Μάρξ και τον Μπακούνιν[42].
Στο δοκίμιο με τον τίτλο «Κοινωνικοί αγώνες και σοσιαλιστική ηθική», που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Τομές, τ.33, Φεβρουάριος 1978 θα παρουσιάσει τις Αναμνήσεις του αιρετικού τροτσκιστή Α.Στίνα. Κάπως αισιόδοξα θεωρεί ότι ο Λένιν θα συγκρατούσε την γραφειοκρατική παραμόρφωση και τον υπερασπίζεται ακόμη και έναντι κάποιων επικρίσεων του Στίνα, που φτάνουν να χαρακτηρίζουν τον Λένιν και τον Τρότσκι ως απατεώνες με αφορμή την αιματηρή κατάπνιξη της εξέγερσης της Κροστάνδης. Αλλά όμως καταλήγει ότι ο «ανθρώπινος παράγοντας υπάρχει τελικά αστάθμητος και ανησυχητικός, ο σοσιαλισμός από ιστορική αναγκαιότητα μεταβάλλεται σε ιστορική πιθανότητα και επομένως η συμβολή του μαρξισμού-λενινισμού στο όραμα του σοσιαλιστικού μέλλοντος της ανθρωπότητας ως «επιστημονικής θεωρίας» μεταπίπτει σε συμβολή ενός θεωρητικού φορμαλισμού, με έναν αριθμό θετικές και ένα μεγαλύτερο αριθμό αρνητικές συνέπειες»[43].
Οι πνευματικές ανησυχίες του Καρούζου θα απλωθούν ως τον Βούδα και τον Λάο-Τσε.
 Παρότι αποβλέπει στην κοινοβιακότητα και στην ακτημοσύνη θεωρεί ότι αυτή δεν μπορεί να είναι αποτέλεσμα κάποιων εξωτερικών οικονομικών όρων, αλλά της ελευθερίας που «είναι κυρίως πνευματική υπόθεση που κατορθώνει το εσωτερικά μαχόμενο ανθρώπινο πρόσωπο»[44]. Στο δοκίμιο με τον τίτλο «Ποίηση και Ιστορία», που δημοσιεύτηκε στο βολιώτικο περιοδικό «Η Ζάλη», τ.4,Απρίλιος 1989, προβληματίζεται  και  πάλι για τον Μάρξ που «αναγγέλλει  τη συντροφικότητα κι αντικαθιστά το άτομο με τις μάζες» αλλά και τον Νίτσε που «ανυμνεί ως δαιμονιακός ποιητής της φιλοσοφίας, την τραγική μοναξιά του ηγετικού ατόμου μέσα στους κινδύνους της ηδονικής πανωλεθρίας»[45].
Σε ένα αυτοβιογραφικό κείμενο που χρησίμευσε ως σκελετός μιας τηλεοπτικής ταινίας που του είχε αφιερωθεί καταλήγει: «λατρεύω τη φύση, τον καθαρό αέρα, την εποποιία του πρασίνου στην Ελλάδα, δυστυχώς όμως έξω απ’ τα φαλακρά αυτοκινητοκρατούμενα (να μου επιτραπεί η λέξη) αστικά κέντρα. Το πράσινο της ύπαιθρης Ελλάδας μου θυμίζει την επιταγή «μηδέν άγαν». Είναι σαν θεϊκός λογαριασμός  της διαλεχτής λιτότητας των όντων»[46]
Ο Ν.Καρούζος  αναζητεί την αφθαρσία σε ένα κόσμο φθοράς, τον Παράδεισο σε μια εποχή δαιμονική, το νόημα σε μια περίοδο παράλυσης και καταναλωτικής αποχαύνωσης, την γλωσσική αρτιότητα στον καιρό της γλωσσικής καταστροφής, την λιτότητα και την ισορροπία  όταν το χρήμα θεοποιείται. Η προσπάθεια του θαυμαστή  μας αποδεικνύει πως η πεζή πραγματικότητα μπορεί να μεταμορφωθεί σε ποίηση.



[1] Νίκος Καρούζος, Μεταφυσικές εντυπώσεις απ’ τη ζωή ως το θέατρο, εκδόσεις Ίκαρος, Αθήνα 1993, σελ.15.
[2] ό.,π. σελ. 15.
[3] ό.,π. σελ. 16.
[4] ό.,π. σελ. 16.
[5] ό.,π. σελ. 18.
[6] ό.,π. σελ. 20.
[7] Ό. π. , σελ. 37.
[8] Νίκος Καρούζος, Πεζά κείμενα, φιλολογική επιμέλεια Ελισάβετ Λαλουδάκη, Ίκαρος Εκδοτική Εταιρεία, Αθήνα 2010, σελ. 43.
[9] Ό. π., σελ. 44.
[10] Ό. π., σελ. 44.
[11] Ό. π., σελ. 51.
[12] Ό. π., σελ. 55.
[13] Ό. π., σελ. 56.
[14] Ό. π., σελ. 56,57.
[15] Ό. π., σελ. 63.
[16] Ό. π., σελ. 66.
[17] Ό. π., σελ. 67.
[18] Ό. π., σελ. 70.
[19] Ό. π., σελ. 71.
[20] Ό. π., σελ. 75.
[21] Ό. π., σελ. 77,78.
[22] Ό. π., σελ. 80.
[23] Ό. π., σελ. 186.
[24] Ό. π., σελ. 186.
[25] Ό. π., σελ. 187.
[26] Ό. π., σελ. 187.
[27] Ό. π., σελ. 99.
[28] Ό. π., σελ. 116.
[29] Ό. π., σελ. 118.
[30] Ό. π., σελ. 120.
[31] Ό. π., σελ. 135
[32] Ό. π., σελ.149.

[33] Ό. π., σελ. 151.
[34] Ό. π., σελ. 151.
[35] Ό. π., σελ. 156.
[36] Ό. π., σελ. 171.
[37] Ό. π., σελ. 179.
[38] Ό. π., σελ. 88.
[39] Ό. π., σελ. 268,269.
[40] Ό. π., σελ. 278.
[41] Ό. π., σελ. 282.
[42] Ό. π., σελ. 207,208,209.
[43] Ό. π., σελ. 219.
[44] Ό. π., σελ. 234.
[45] Ό. π., σελ. 308.
[46] Ό. π., σελ. 314.