Τρίτη, 27 Δεκεμβρίου 2011

ΣΑΒΒΑΣ ΠΑΥΛΟΥ:Σχόλια για τις τουρκικές προβοκάτσιες και δολιοφθορές

Δεν σας φταίνε οι καημένοι οι Τούρκοι γιατί είσαστε νεοκύπριοι ή κατώτερης ευφυΐας
Δεκεμβρίου 27, 2011


Οι αποκαλύψεις του πρώην πρωθυπουργού της Τουρκίας, για την εντεταλμένη πυρπόληση των ελληνικών δασών, εκ μέρους των τουρκικών μυστικών υπηρεσιών, δεν ήταν κεραυνός εν αιθρία για όσους παρακολουθούν τις εξελίξεις, τις νοοτροπίες και τις τακτικές που αναπτύσσει και εφαρμόζει η τουρκική, πειθαρχημένη και αποτελεσματική, επεκτατική πολιτική. Και άλλες φορές ειπώθηκε και επεξηγήθηκε ότι πολλά τεκμήρια για τις πυρκαγιές των ελληνικών δασών οδηγούν στις τουρκικές μυστικές υπηρεσίες, όμως αμέσως, μόλις γραφόταν αυτό, ένας οχετός από κείμενα και λόγους, γραμμένους και εκφωνούμενους από υψηλόμισθους και εις τα ανώτερα δώματα εντύπων και ραδιοτηλεοπτικών μέσων ευρισκομένους, ακολουθούσε, που μιλούσε για συνομωσιολόγους, εθνικιστές και άλλους φανατικούς, που τις αδυναμίες της Ελλάδας τις αποδίδουν, με «μανία και προκατάληψη», στους Τούρκους.

Θα ήταν καλό, αν είχαμε μια δυναμική και ελεύθερη δημοσιογραφία στην Ελλάδα, κάποιοι να έψαχναν και να εντόπιζαν τη σχετική συζήτηση, όταν αναφερόταν, η πιθανότητα έστω, ότι πίσω από τις φωτιές βρίσκονται οι μυστικές τουρκικές υπηρεσίες, τι γραφόταν, με μίσος και λοιδορία, από διάφορους προοδευτικώνυμους δημοσιογράφους.

Έχω ιδίαν πείρα όταν απέστειλα απάντηση στο ιδεοληπτικό και προκατασκευασμένο άρθρο του Λιάκου, στο Βήμα Αθηνών, για τους νεκρούς της μπανιέρας του 1963 και συνάντησα την πείσμονα άρνηση να δημοσιευτεί -η δικαιολογία του Πρετεντέρη, με τον οποίο επικοινώνησα, ήταν ότι ήρθε είκοσι μέρες μετά, συνήθως δημοσιεύουν απαντήσεις εντός δεκαπενθημέρου. Λοιπόν το Βήμα αφήνει την προπαγάνδα του Ντενκτάς χωρίς απάντηση, κατ΄ ακρίβειαν την προωθεί, με το δικαιολογητικό ότι το κείμενο έφτασε κοντά της λίγο αργά.

Το ιστολόγιο δημοσιεύει το κείμενο που εστάλη στο Βήμα, ως απάντηση στον Λιάκο, θυμίζοντας ότι εν τω μεταξύ αναγνωρίσθηκε ακόμη μια προβοκάτσια των Τούρκων -αξιωματούχος του τουρκικού κράτους παραδέχτηκε ότι οι βόμβες εναντίον τζαμιών στην Κύπρο, ενέργειες για τις οποίες κατηγορήθηκαν οι Έλληνες του νησιού, τοποθετήθηκαν από τουρκικά χέρια, εντεταλμένα από τις μυστικές υπηρεσίες της Τουρκίας.

Ας κλείσουμε όμως αυτό το σημείωμα, που προηγείται του κειμένου «Παραχαράξεις και διαστρεβλώσεις» με μια απλή διαπίστωση: Η Τουρκία μπορεί να ευθύνεται για πολλά και διάφορα στην Κύπρο. Δεν ευθύνονται όμως οι καημένοι οι Τούρκοι αν οι Κύπριοι μείωσαν το επίπεδο της σκέψης και της ευφυΐας τους, αν έγιναν νεοκύπριοι και ιστορικώς αγράμματοι.

Παραχαράξεις και διαστρεβλώσεις

(ένα κείμενο που όφειλε να δημοσιεύσει το Βήμα)

γράφει ο Σάββας Παύλου


Εδώ και 1800 περίπου χρόνια, ο Λουκιανός μας έδωσε το σπινθηροβόλο κείμενό του «Πώς δει ιστορίαν συγγράφειν». Μη διαθέτοντας τη διεισδυτικότητα και εμβέλεια του εκ Σαμοσάτων μεγάλου συγγραφέα για συμπυκνωμένες, μα και χαριτωμένες, ιστορικές θεωρήσεις, μπορώ απλώς να αναφέρω μια μικρή υπόδειξη: τι πρέπει να αποφεύγουμε όταν γράφουμε ιστορία. Και αυτή η μικρή υπόδειξη είναι η επανάληψη της παγκοίνως γνωστής και παραδεκτής ρήσης για αποφυγή της πρόχειρης παράθεσης, χωρίς βάσανο και έλεγχο, δεδομένων και τεκμηρίων. Όλα πρέπει να παρατίθενται αφού διασταυρωθούν και επιβεβαιωθούν πολλές φορές. Σε σημείωμά του Αντώνη Λιάκου στο Βήμα (ημερομηνίας: 2 Ιουνίου 2002) και με τίτλο: «Οι διχασμένες μνήμες. Μια απάντηση στις επικρίσεις για την ΕΟΚΑ», αναφέρεται και η ιστορία των τεσσάρων νεκρών που βρέθηκαν πεταμένοι στην μπανιέρα του σπιτιού τους. Τριών παιδιών και της μητέρας τους. Ένα, πράγματι, αποτρόπαιο έγκλημα που συνέβη στην τουρκοκυπριακή συνοικία της Λευκωσίας στις 24 Δεκεμβρίου 1963. Η αναφορά συνοδεύεται και από το ακόλουθο σχόλιο: «Το τουρκοκυπριακό σπίτι που έγινε η σφαγή είναι ένα πραγματικό σπίτι και όσα καταγγέλλονται είναι πραγματικά γεγονότα».

Όμως όσα καταγγέλλονται για την υπόθεση αυτή δεν είναι πραγματικά γεγονότα. Ακόμη, το θέμα έχει χρησιμοποιηθεί κατά κόρον από την τουρκική προπαγάνδα και απετέλεσε βασικό επιχείρημα για να εδραιωθεί η γενικότερη αντίληψη στο εξωτερικό για τους φτωχούς και ανυπεράσπιστους Τουρκοκύπριους (poor Turks). Πάντως από την αρχή ήταν γνωστό ότι στο έγκλημα αυτό δεν ενέχεται καθόλου η ελληνική πλευρά, ήταν ένα απεχθές έγκλημα το οποίο επιτέλεσε τουρκική σχιζοφρένεια και παραφροσύνη, συγκεκριμένα του Τούρκου γιατρού της ΤΟΥΡΔΥΚ ο οποίος μετά αποπειράθηκε να αυτοκτονήσει. Η ηγεσία της τουρκοκυπριακής ανταρσίας, αφού εξαφάνισε αμέσως, μεταφέροντας αεροπορικώς στην Τουρκία, τον συζυγοκτόνο και παιδοκτόνο γιατρό, γιατί ήταν εύκολο να υποπέσει σε αντιφάσεις και ως ένοχος να μη μπορέσει να κατασκευάσει μια διήγηση δολοφονικής επίθεσης εκ μέρους άλλων, εκμεταλλεύτηκε το γεγονός για λόγους προπαγάνδας αποδίδοντάς το στη γενοκτόνο διάθεση των Ελλήνων της Κύπρου (εφ. Ελευθερία, Λευκωσία, 10 – 1- 1964, σ. 1).[1]

Το θέμα δεν περιορίζεται όμως στον έλεγχο των πηγών. Για έναν που ξέρει να διαβάζει πίσω από τις γραμμές η ιστορία των τεσσάρων νεκρών της μπανιέρας είναι σημαντική για να κατανοήσει αρκετά γύρω από την κυπριακή υπόθεση. Η εύκολη διαστρέβλωση εκ μέρους της τουρκικής πλευράς και η αδίστακτη χρήση του γεγονότος για προώθηση της προπαγάνδας της, η συνεχής και πρόθυμη χρήση της φωτογραφίας αυτής από τα ισχυρά δυτικά ειδησεογραφικά πρακτορεία αποτελούν στάσεις και συμπεριφορές αρκετά αποκαλυπτικές. Χαρακτηριστικά πρέπει να αναφέρουμε εδώ ότι η φωτογραφία, με καταγγελία της υποτιθέμενης ελληνικής ενοχής, έκανε το γύρω του κόσμου μέσα από τις σελίδες του γνωστού Readers Digest καθώς και σε ετήσια αγγλική φωτογραφική έκδοση (1965). Ακόμη, είναι αρκετά αποκαλυπτική και η επιπόλαια αναφορά στο θέμα αυτό από Κύπριους και Ελλαδίτες συγγραφείς και μελετητές. Γιατί, στην εξέλιξη του κυπριακού, βλέπουμε ακόμη και την τάση τα θύματα του τουρκικού επεκτατισμού να μετατίθενται στην πλευρά των θυτών κι αυτή η μετάθεση να γίνεται εκ μέρους των θυμάτων, μια αυτοκαλλιέργεια ενοχών που παραπέμπει σε ψυχαναλυτικούς όρους. Φαίνεται ότι η θέση του ταπεινωμένου θύματος δεν γίνεται εύκολα αποδεκτή, φαίνεται ότι ο φόβος και το σπαρακτικό αίσθημα ανικανότητας και αδυναμίας για την ανατροπή των κατοχικών δεδομένων και την αντιμετώπιση του τουρκικού επεκτατισμού εξηγεί εν μέρει αυτή την τάση αν συνυπολογιστεί ότι συνεπικουρείται από τις προσπάθειες για λύση η οποία, εξ όσων εμφαίνεται, θα είναι τόσο οδυνηρή για την ελληνική πλευρά που πρέπει, για να γίνει αποδεκτή, να χρησιμοποιηθούν και τέτοια μέσα καλλιέργειας ενοχών.

Το σημαντικότερο: Τις προβοκάτσιες και διαστρεβλώσεις τις κάνουν οι δυνατοί, οι αδύνατοι οχυρώνονται πίσω από αρχές και νόμιμα προτάγματα. Ως αδύνατοι ξέρουν ότι αν μπουν στο χορό της προβοκάτσιας και των παράνομων ενεργειών θα δημιουργήσουν τέτοια δεδομένα στο θέμα τους που θα συντρίψουν πρώτα απ’ όλα τους ίδιους αφού αυτά προσιδιάζουν στο θράσος των ισχυρών. Η υπόθεση των νεκρών της μπανιέρας που αποδεικνύεται ειδησεογραφική προβοκάτσια της τουρκικής πλευράς, η προβοκάτσια της έκρηξης στο σπίτι του Κεμάλ Ατατούρκ που αποτέλεσε το έναυσμα για τη δοκιμασία του ελληνισμού της Κωνσταντινούπολης με τις βιαιοπραγίες, τους βιασμούς και τους νεκρούς των Σεπτεμβριανών του 1955, η προβοκάτσια με την έκρηξη, στις 7 Ιουνίου 1958, στο Τουρκικό Γραφείο Τύπου της Λευκωσίας που ομολόγησε σε συνέντευξή του ο Ντενκτάς και η οποία προκάλεσε την ένταση των διακοινοτικών ταραχών με νεκρούς και τραυματίες, αποδεικνύουν ότι ο κυπριακός ελληνισμός είναι το αδύνατο στοιχείο. Συναισθανόμενη τους πραγματικούς συσχετισμούς δυνάμεων, η ελληνική πλευρά στην Κύπρο παρ’ όλον ότι είναι η συντριπτική πλειοψηφία και κατέχει τις ιστορικές και πολιτιστικές περγαμηνές του νησιού εν τούτοις κινείται προσεκτικά, πάντα στα πλαίσια της διεθνούς νομιμότητας και των αρχών δικαίου και με βάση τα προτάγματα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, συνήθως με υποχωρήσεις και αποδοχή της μη πλήρους εφαρμογής τους προς όφελος των τουρκικών συμφερόντων, όταν η τουρκική πλευρά κινείται άνετα, χωρίς υπολογισμούς και δισταγμούς, στους ρυθμούς της παραχάραξης, διαστρέβλωσης και προβοκάτσιας.


--------------------------------------------------------------------------------

[1] ) Βλ. ακόμη: Χριστόδουλος Παπαχρυσοστόμου, Άπαντα, τόμος Δ’, Λευκωσία 1999, σ. 157 – 159. Πολύ σημαντική είναι και η μαρτυρία του Τούρκου φωτογράφου, (ο οποίος φωτογράφισε τους νεκρούς της μπανιέρας) που αποδεικνύει περίτρανα τη σκευωρία, στο βιβλίο του Κώστα Γεννάρη, Εξ Ανατολών, εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 2001 , σ. 15 – 18.

//savvaspavlou.wordpress.com/

Σάββατο, 17 Δεκεμβρίου 2011

ΣΩΤΗΡΗΣ ΓΟΥΝΕΛΑΣ :μια ορθόδοξη κριτική στον Νίτσε



Για πρώτη φορά ο Σ.Γουνελάς ασχολήθηκε με το έργο του Νίτσε "Λόγοι για την Παιδεία" τους οποίους αποτιμούσε θετικά। Σε αυτό το κείμενο ασχολείται με ένα άλλο έργο του Νίτσε।

Κατά Νίτσε :Με αφορμή την έκδοση του Αντίχριστου

Καλλιτέχνης χωρίς πίστη είναι σαν ζωγράφος τυφλός εκ γενετής»
Ταρκόφσκι, Σμιλεύοντας το χρόνο, σ. 60-61.
Όταν έγραφα την Κρίση του πολιτισμού είχα ήδη σημειώσει στην εισαγωγή ότι τρία πρόσωπα, ο Μαρξ, ο Νίτσε και ο Φρόυντ έστρωσαν το δρόμο στον σύγχρονο αποχριστιανισμό των κοινωνιών. Τους αφιέρωσα χωριστές ενότητες αλλά όσον αφορά τον Νίτσε δεν ασχολήθηκα εκεί παρά με τα θετικά του. Εννοώ τον τρόπο που αντιμετώπιζε το ζήτημα της παιδείας ειδικά μέσα από τα Μαθήματα για την παιδεία** που είχαν στο μεταξύ εκδοθεί και στα ελληνικά. Σήμερα μελετώντας την πρόσφατη έκδοση του Αντίχριστου ξανακοίταξα και άλλα βιβλία του και αποφάσισα να μιλήσω εκτενέστερα για την περίπτωση του σε καιρούς μάλιστα που η συμβολή του στον αποχριστιανισμό του κόσμου φαίνεται πολύ πιο καθοριστική και απαιτεί ξαναδιάβασμα του όλου έργου.
Παρενθετικά σημειώνω, για όσους δεν ξέρουν, ότι το τρίπτυχο Μαρξ-Νίτσε-Φρόυντ θριάμβευε τη δεκαετία του εξήντα και εβδομήντα στη Γαλλία (το μαρτυρούν αν μη τι άλλο τα γεγονότα του Μάη του ’68) και πώς το έργο διανοητών σαν τον Deleuze, τον Lyotard και άλλους που φιγουράρουν σε σημερινές βιβλιογραφίες των νεωτέρων θεολόγων μας, στο βάθος αποτελεί απόπειρα σύνθεσης (επί το επαναστατικότερον) του έργου εκείνων.
Αλλιώς γράφει κανείς για βιβλίο γραμμένο στην εποχή μας και εκδομένο στις μέρες μας και αλλιώς για βιβλίο του 1888 με τον ηχηρό τίτλο Ο Αντίχριστος όταν μάλιστα συγγραφέας του είναι ο Νίτσε. Θα μπορούσα να ισχυριστώ ότι το πνεύμα του Νίτσε- με αρκετή εκλαίκευση βέβαια αλλά και αρκετές παρανοήσεις- έχει διαποτίσει στις μέρες μας το ευρωπαϊκό αν όχι και το ελληνικό στερέωμα. Πόσοι και ποιοί τον έχουν μελετήσει στην Ελλάδα είναι άλλο ζήτημα, θα βρεθούν πάντως αρκετοί πρόθυμοι να υπερθεματίσουν εν ονόματί του. Ο ίδιος ο Νίτσε, μιλώντας στον πρόλογό του για τον Αντίχριστο, λέει ότι «ανήκει στους πολύ λίγους» από τους οποίους «ίσως δεν ζει κανείς τους ακόμα»!
Όσοι έχουν έστω και λίγο ασχοληθεί μαζί του θα ξέρουν ότι κατέχεται από έναν αριστοκρατισμό που υποτίθεται ότι προέρχεται από τον αρχαιοελληνικό κόσμο, αριστοκρατισμό που δεν μπορεί επ΄ουδενί να δεχτεί το ευαγγελικό κήρυγμα και μάλιστα την παύλεια ρήση «ουκ ένι Ιουδαίος ουδέ ¨Ελλην, ουκ ένι δούλος ουδέ ελεύθερος, ουκ ένι άρσεν και θήλυ¨ πάντες δε υμείς είς εστέ εν Χριστώ Ιησού.» (Γαλ.3,27). Βασικό θέμα που τον ενδιαφέρει κυρίως στη Γενεαλογία της ηθικής αλλά και στον Αντίχριστο είναι η ‘υψηλοφροσύνη’, η επιδίωξη της κυριαρχίας ενός ανώτερου ανθρώπινου όντος, ‘δυνατού’, ‘υπερβόρειου’, εκτός ‘νεωτερικότητας’, έξω από την ‘ευτυχία των αδυνάτων’, έξω από την ‘αδυναμία’, την ειρήνη, την συμπόνια. Με δυο λόγια ο ανώτερος τύπος που ζητάει ο Νίτσε είναι «ο εκ διαμέτρου αντίθετος» στο «κατοικίδιο ζώο, το αγελαίο, το άρρωστο ζώο άνθρωπος», «τον χριστιανό…»(σ.37).
Φοβάμαι ότι η προσέγγιση του Νίτσε στο χριστιανισμό αφορά ένα κομμάτι του και μάλιστα το πιο λειψό, κολοβωμένο, στερημένο αληθινού πνεύματος. Άλλωστε, τί πάει να πει ‘προσέγγιση του χριστιανισμού’, παρά προσέγγιση μιας ιδεολογίας ή μιας θεωρίας; Εάν δεν είσαι μ έ σ α, όχι στον χριστιανισμό αλλά στην Εκκλησία, ως πνευματικό γεγονός και μυστήριο, για ποιό πράγμα θα μιλήσεις και σε ποιά Αλήθεια θα εναντιωθείς; Δεν υπάρχει μια αθεράπευτη αντίφαση να εφαρμόζεις μια ανελέητη ρασιοναλιστική αν όχι και θετικιστική ανάγνωση στα Ευαγγέλια κι από την άλλη να ‘επενδύεις’ στην πρωτογενή κατάσταση την ‘πέραν του καλού και του κακού’, δηλαδή πέραν της συνείδησης; Και μόνο το γεγονός ότι θεωρεί τον Χριστό «άγιο αναρχικό που ξεσήκωσε τον κατώτερο λαό, τους απόβλητους και τους αμαρτωλούς, τους εντός του Ιουδαισμού ενάντια στην άρχουσα τάξη» (σ.73), παραγνωρίζοντας παντελώς ακόμη και τη μαρτυρία των Ευαγγελίων για τη στάση του ρωμαίου διοικητή Ποντίου Πιλάτου απέναντί του και φυσικά τη ρήση του ίδιου του Χριστού «η βασιλεία η εμοί ουκ έστιν εκ του κόσμου τούτου», δείχνει το μέγεθος της π α ρ α ν ά γ ν ω σ η ς που επιχειρεί. Είναι τέτοια η προσκόλλησή του στη σημασία που έχει η διατήρηση του αριστοκρατικού καθεστώτος και ιδεώδους ή, αν θέλετε, η εμμονή του στην ταξική διαφορά και στην πάση θυσία συντήρηση των εξαθλιωμένων μαζών στο ίδιο σταθερό σημείο, που δεν μπορεί να δει ούτε καν τη διάκριση που κάνει ο Παύλος μεταξύ ‘κυρίου’ και ‘δούλου’. Για τον Χριστό, όπως και για τον Παύλο, προέχει η ‘απελευθέρωση’ του ανθρώπου από τον πνευματικό θάνατο και την υποδούλωση στα πάθη: δεν προέχει η εξίσωση κυρίων και δούλων. Αυτό, είτε αρέσει στους σημερινούς χριστιανούς, είτε δεν αρέσει, δεν αποτελούσε στην ουσία για την Εκκλησία άμεση προτεραιότητα. Η ποιότητα της ζωής εξαρτάται κατά το Ευαγγέλιο από τη σχέση με το Πρόσωπο του Λόγου που ενανθρώπησε, όχι από τη σχέση κυρίων-δούλων, που στάθηκε για τον Νίτσε η μεγαλύτερη ίσως αφορμή απόρριψης της χριστιανικής παράδοσης.
Στο σημείο αυτό είναι χρήσιμο να παραθέσω απόσπασμα του γερμανού φιλόσοφου Μαξ Σέλλερ. Είναι από το βιβλίο του Ο μνησίκακος άνθρωπος (μετ. Κωστή Παπαγιώργη, Ίνδικτος, 2002), πρωτογραμμένο το 1912 με εξαιρετικές παρατηρήσεις πάνω στη διαφορά αρχαιοελληνικού έρωτα και χριστιανικής αγάπης αλλά και βαθιά κριτική των αντίχριστων θέσεων του Νίτσε. Γράφει:
«…είναι μεγάλη πλάνη να εννοούμε το χριστιανισμό με βάση λίγο πολύ απόμακρες αναλογίες με ορισμένα σημερινά δημοκρατικά κινήματα, και να μετατρέπουμε τον Ιησού, …σε ένα είδος ‘λαϊκού δικαστή’, σε ένα είδος ‘κοινωνικού πολιτικού’, σε έναν άνθρωπο που ξέρει τι πρέπει να προσφέρουμε στους ενδεείς και στους απογυμνωμένους, σε έναν ‘Αντι-Μαμμωνά’ που εχθρεύεται κάθε οικονομικό σύστημα. Αυτή η εικόνα του Ιησού, ευρύτατα διαδεδομένη την εποχή του Νίτσε, έπαιξε μεγάλο ρόλο στην εκπόνηση της άποψής του και εξηγεί γιατί πίστεψε, πλήττοντας τον νεωτερικό σοσιαλισμό και κομμουνισμό, ότι πλήττει ταυτόχρονα τη χριστιανική ηθική και το πνεύμα της. Έτσι, είτε εξαίρουμε είτε υποβιβάζουμε τον Ιησού και τη χριστιανική αρχή, επειδή προεικόνιζαν τις σοσιαλιστικές ή δημοκρατικές τάσεις της νεωτερικής ιεραρχίας αξιών, πέφτουμε σε πλάνη, γι’ αυτό άλλωστε το αξίωμα στο οποίο βασίζεται ο Νίτσε και οι ‘σοσιαλιστές’ είναι άκυρο. Παρόμοια, ο χριστιανισμός δεν υποστήριξε ποτέ την ‘ισότητα των ψυχών ενώπιον του Θεού’ όπου ο Νίτσε εντόπισε τη ρίζα κάθε δημοκρατίας, αν με αυτή εννοούμε τη δράση του Θεού ο οποίος αποκαθαίρει την π ρ α γ μ α τ ι κ ή αξία του ανθρώπου από ψευδο-αξίες που γεννήθηκαν από τις περιστάσεις, τις μικρότητες, τις αποτυφλώσεις και τα επιμέρους συμφέροντα»( ο.π.σ. 98-99).
Τα παραπάνω σημαίνουν συνακόλουθα ότι η επίθεσή του κατά της ‘χριστιανικής ηθικής’ ισχύει για τον συμβατικό-κοινωνικό χριστιανισμό και προπαντός της εποχής του, πάντως ούτε με το Χριστό έχει σχέση, ούτε με τον Παύλο, ούτε με τους Πατέρες, τουλάχιστον της ορθόδοξης Εκκλησίας. Η διατύπωσή του: «Ο ‘πρώτος Χριστιανός’-πολύ φοβάμαι κι ο ‘τελευταίος Χριστιανός’ επίσης, τον οποίο μπορεί πιθανώς και να προλάβω-, είναι (από πλευράς ενστίκτου) επαναστάτης κατά παντός προνομιούχου: η ζωή του, ένας αγώνας για ‘ίσα δικαιώματα’» (σ.107), αποτελεί πυροτέχνημα ψεύδους ή λάθους. Ωστόσο, αποτελεί μέγα παράδοξο στο βιβλίο, το περιεχόμενο των σελίδων 74-85, όπου ο Νίτσε δηλώνοντας στην αρχή «Εκείνο που ενδιαφέρει εμένα είναι ο ψυχολογικός τύπος του Λυτρωτή» (σ.74) από τη μία αναγγέλλει την προσήλωσή του σε μια ψυχολογική ερμηνεία του Χριστού και της πραγματικότητας που τον αφορά άμεσα, με όλα όσα μπορεί να συνεπάγεται μια τέτοια ερμηνεία, και από την άλλη καταφέρνει όντως-μοναδική φορά στο βιβλίο αν όχι σε όλα τα βιβλία του- να αγγίξει ορισμένες βαθιές χριστιανικές αλήθειες. Λόγου χάρη: «Τι σημαίνει ‘χαρμόσυνο άγγελμα’; Η αληθινή ζωή, η αιώνια ζωή ευρέθη- δεν είναι υπόσχεση, είναι παρούσα, είναι ε ν τ ό ς υ μ ώ ν: ως ζωή αγάπης, της αγάπης που δεν αφαιρεί, δεν αποκλείει, δεν αποστασιοποιεί.» (σ.75). Τα παιχνίδια της φυσιολογίας τα οποία παίζει παρακάτω και τα περί ‘αφής’ και ‘επαφής’ απ’ όπου ανάγεται σε «ένστικτο μίσος κατά πάσης απτής πραγματικότητας, ως μια φυγή προς το ‘ακατάληπτο’, το ‘ασύλληπτο’,… ως μια ζωή εξασκημένη σε έναν κόσμο που καμιά πραγματικότητα πια δεν τον αγγίζει» (σ.75-76), που εννοείται αφορούν τον Χριστό, δεν μπορεί να ισχύουν. Θα αρκούσε να αναλογιστούμε την τόσο συχνή επαφή του με τους πάσχοντες που θεράπευε, το συγχρωτισμό του με τον όχλο-που περιφρονεί ο Νίτσε- για να μην αναφέρω το λαμπρό παράδειγμα ‘αφής’ όταν τον πλησιάζει η αιμορροούσα του Ευαγγελίου και θεραπεύεται αγγίζοντας το χιτώνα του, ενώ εκείνος μέσα στο συνωστισμό ρωτά «τις μου ήψατο των ιματίων;» προκαλώντας την έκπληξη των μαθητών. Το ‘ακατάληπτο’ και το ‘ασύλληπτο’ στην περίπτωση του Χριστού συνδυάζεται με απέραντη ευαισθησία, με απέραντη ‘αφή’.
Ωστόσο, επανερχόμενος στην σημασία των σελίδων που ξεχώρισα πριν, θα μπορούσα να ισχυριστώ ότι στο βιβλίο υπάρχουν δύο κύρια επίπεδα: αυτό που αφορά το Πρόσωπο Χριστός και που ο Νίτσε –τι σημαίνει άραγε αυτό;- αποφεύγει να τον αποκαλέσει έτσι χρησιμοποιώντας συνήθως τη λέξη « Λυτρωτής», και υπάρχει ένα δεύτερο επίπεδο που αφορά την παραμόρφωση της διδασκαλίας ή μάλλον της πρότασης ζωής που έκανε. Παραμόρφωση που αρχικά, κατά τον Νίτσε, οφείλεται στο οχλοπρεπές περιβάλλον του και αργότερα σε άλλους παράγοντες. Ωστόσο, είναι τέτοιο το μένος του γενικά κατά του Χριστιανισμού, που αυτές οι ξεχωριστές σελίδες που φανερώνουν όντως Αλήθειες του Χριστού, πνίγονται μέσα σ’ ένα κυκεώνα καταγγελιών και κατηγοριών αλλά και οικοδόμησης επιχειρημάτων και αποδείξεων, ώστε να συντριβεί ο υπεύθυνος για όλα τα κακά του κόσμου και προπαντός για την συμπόνοια, την δηλητηρίαση με την ηθική των δούλων, με την ηθική της παρακμής, με την απατηλή γλώσσα του ιερέα κλπ.
Σε όλο σχεδόν το βιβλίο έρχεται και ξανάρχεται ο όρος decadence, γραμμένος γαλλιστί που μεταφράζεται παρακμή, και την οποία ο Νίτσε «διάβαζε» στην ευρωπαϊκή ιστορία (αν μπορούμε να το πούμε) από τον καιρό του Σωκράτη. Κάπου ο Χριστός χαρακτηρίζεται «ο πιο ενδιαφέρων από όλους τους «decadents», «decadent» ωστόσο. Αυτή η λέξη με τις παραδηλώσεις που έχει ειδικά σήμερα, τις οποίες παρέλαβε μεταξύ 19ου και 20ου αιώνα, συναπτόμενη με το πρόσωπο του Χριστού ή γενικότερα με την χριστιανική παράδοση, μάλλον γελοία ακούγεται, όχι μόνο σε αυτιά χριστιανών. Θα πρόσθετα εδώ ότι παρά τον αρχαιοελληνισμό του ο Νίτσε παρουσιάζει τεράστια κενά στις αναφορές του σε ελληνοχριστιανικό διάλογο ή συσχέτιση, εννοιολογικού και γλωσσικού επιπέδου. Έχει «δέσει» απόλυτα τον ιουδαϊσμό με τον χριστιανισμό και δεν αφήνει συνάμα να εισέλθει μέσαθέ τους τίποτα ελληνικό. Περιττό να πω ότι αυτό οφείλεται σε άγνοια, όχι μόνο ιστορικής τάξης αλλά και πατερικής θεολογίας. Ο Ν. αγνοεί παντελώς τους Πατέρες της Εκκλησίας και δή τους κατόχους αρχαιομάθειας (Μέγα Βασίλειο, Γρηγόριο, Χρυσόστομο κλπ). Αλλά ένας άνθρωπος, με τέτοια γνωστικά κενά (ας αφήσουμε έξω την πίστη), για ποιό χριστιανισμό θα μιλήσει, παρά για ένα κολοβωμένο και παραμορφωμένο χριστιανισμό, ίσως ούτε καν τον χριστιανισμό του Λούθηρου; Και ποιά είναι η κολοσσιαία εκείνη αυταπάτη που τον έχρισε κάτι σαν κεφαλή του αντιχριστιανισμού;
Στην Εισαγωγή του στον Αντίχριστο ο Κ. Δεληκωσταντής γράφει: «είναι αυτονόητο ότι η κριτική της χριστιανικής και της νεωτερικής ηθικής από τον Nietzsche πρέπει να αξιολογηθεί με βάση τη γενικότερη φιλοσοφική του τοποθέτηση. Πίσω απ’ αυτή βρίσκεται η αρχή ότι ‘ο Θεός είναι νεκρός᾿. Αυτό φυσικά δεν σήμαινε μόνον τον θάνατο του Θεού των χριστιανών, αλλά και το τέλος της μεταφυσικής και των αξιών της, το τέλος του διχασμού και της διάσπασης της πραγματικότητας σε φυσική και υπερφυσική και των μηδενιστικών συνεπειών της. Στον χριστιανισμό ο Nietzsche πολεμά την ανθρωπολογική σύγχυση, την εχθρική προς τη ζωή στάση, το ήθος των δούλων, τη μετατροπή του ήθους από έκφραση δύναμης σε έκφραση αδυναμίας και σε ιδεολογική επικάλυψη αυτής της αδυναμίας. Αυτές τις μηδενιστικές τάσεις καταπολεμά και στη νεωτερική ηθική, την οποία θεωρεί συνέχεια του χριστιανισμού.»(σ.13)
Θα πρέπει να ειπωθεί εδώ ότι πριν από τον Νίτσε ένας άλλος ετοίμασε το δρόμο κι αυτός ήταν ο Λούθηρος. Κατά τον Σέλλερ- «αρνούμενος στην αγάπη έναν πρωταρχικό και υπερφυσικό χαρακτήρα, παράπλευρα προς την πίστη, και θεωρώντας την εσωτερική πράξη της αγάπης ως άχρηστη για τη σωτηρία, πρόδωσε τη χριστιανική ιδέα της αγάπης βαθύτερα και από το θεσμό που καταπολεμούσε, οπότε συνεισέφερε περισσότερο από τον πάπα στη διαμόρφωση του νεωτερικού ανθρωπισμού, για τον οποίο η αγάπη είναι μόνο μια υποκειμενική, ανθρώπινη δύναμη που αποδίδεται στο σώμα και τις αισθήσεις.[…] Αφαιρώντας από την οδό της σωτηρίας τον θεμελιώδη παράγοντα της χριστιανικής ηθικής, την αγαπητική πράξη (αγάπη του πλησίον και του εαυτού μας), ο Λούθηρος καθιέρωσε τη ρήξη ανάμεσα στη θρησκεία και στην ηθική-υποβιβάζει την αγάπη σε αμιγώς ανθρώπινη δύναμη, βασισμένη στη φυσική συμπάθεια και έτσι έμμεσα αλλά τελεσφόρα, αναδεικνύεται σε πρόδρομο των μοντέρνων και θετικών ιδεών της ανθρωπότητας και του φιλανθρωπισμού» (ο.π. σ. 124 και 126).
Έτσι επέρχεται σιγά-σιγά η παραμόρφωση της χριστιανικής αγάπης, εδραιώνεται ο νεωτερικός φιλανθρωπισμός, (ακόμη και ο Καντ χαρακτηρίζει την αγάπη ‘μια αισθησιακή συγκίνηση παθολογικής τάξεως’), φτάνοντας σε μια άχρωμη και γλυκερή αγάπη εναντίον της οποίας ξεσηκώνεται ο Νίτσε, χωρίς να μπορέσει η να θελήσει να διακρίνει την αυθεντική χριστιανική αγάπη από τις παραμορφώσεις της και την έκπτωσή της σε στείρα ηθική.
Εγείρονται βέβαια τεράστια ζητήματα τα οποία δεν τελειώνουν με τη δική μου σύνοψη μιας πραγματικότητας που αντιστοιχεί σε ιστορία αιώνων και μάλιστα εκεί στη Δύση. Και προκύπτουν ερωτήματα όπως:
Πόσο εδώ στην Ελλάδα είμαστε ενήμεροι αυτών των ζητημάτων και μπορούμε να διαφοροποιηθούμε πάνω στη βάση μιας άλλης ιστορικής συνέχειας που είναι η ελληνική και ορθόδοξη-χριστιανική, περασμένη από τη βυζαντινή περίοδο και τα βιώματα των λαών της χιλιετούς αυτοκρατορίας, για την οποία οι περισσότεροι θεολόγοι της εποχής του Νίτσε και όχι μόνο αυτής (ενν. και φιλόσοφοι και ποιητές και επιστήμονες) είτε δεν έχουν ιδέα, είτε έχουν ελάχιστη;
Γενικεύοντας θα έλεγα ότι ο Νίτσε πολεμά τον ίδιο τον Χριστό και όχι έναν παρακμασμένο και αλλοιωμένο χριστιανισμό. Όσο για το «θάνατο του Θεού των χριστιανών», «το τέλος της μεταφυσικής και των αξιών της» κλπ., επειδή σε σημαντικούς διανοητές έλληνες (Χρ. Μαλεβίτση, Χρ. Γιανναρά αν όχι και Στ. Ράμφο) πέρασε όντως η ίδια αντίληψη ότι στον Νίτσε αυτά είναι πιο πολύ δ ι α π ί σ τ ω σ η για την κατάσταση της εποχής του αν όχι και προφητεία, ίσως ήρθε ο καιρός να ειπωθεί ρητά ότι μια τέτοια αντίληψη μάλλον συσκοτίζει τα πράγματα όσον αφορά την περίπτωση του αν δεν τα εξωραϊζει. Δεν χρειάζεται παρά μια ανάγνωση του Αντίχριστου για να καταλάβουμε ότι ο Νίτσε όχι μονάχα διαπιστώνει τον «θάνατο του Θεού» και το «τέλος της μεταφυσικής» αλλά θεωρεί ότι η παρακμή -μεταφυσική ή άλλη- άρχισε με τον Σωκράτη, συνεχίστηκε με τον Ιουδαϊσμό και κορυφώθηκε με το Χριστιανισμό. Όλο το «ressentiment» (μνησικακία) για το οποίο καταγγέλλει τους χριστιανούς, θα μπορούσε να πει κανείς ότι τον κατοικεί και τον ωθεί στην δική του επίθεση. Είναι ποτισμένος με το δηλητήριο που όντως πρόσβαλε τους χριστιανούς της Ιεράς Εξέτασης και όσους άλλους μετέτρεψαν την Εκκλησία της Αγάπης σε σφαγείο (περιλαμβανομένων και των σταυροφόρων). Είναι άραγε τυχαίο ότι ποτέ δεν αναφέρει λέξη για τέτοια πράγματα;
Θα μπορούσα να ισχυριστώ, χωρίς να θέλω τώρα να το αναπτύξω, ότι ο Νίτσε είναι η προσωποποίηση της μνησικακίας κι ας λέει ότι θέλει για τα «ελεύθερα πνεύματα» στα οποία ανήκει και για τον «υπεράνθρωπο» που πρεσβεύει. Ούτε είναι τυχαίο άλλωστε ότι τα γραπτά του έδωσαν αφορμή για να προωθηθεί η θεωρία της «αρίας φυλής» και ο εξολοθρεμός των Εβραίων χάρη στον Χίτλερ που εφάρμοσε κατά γράμμα ορισμένες υποδείξεις του Νίτσε, ακόμη κι αν τους έδωσε μια κτηνώδη και ωμή διάσταση που δεν υπήρχε σ’ εκείνον. Όλο το ζήτημα του Νίτσε είναι η «βούληση για δύναμη», μια μανιακή επιδίωξη υπέρβασης κάθε ορίου που εν τέλει τον οδηγεί στην εξουθένωση και αποδείχνει σαφέστατα τη ματαιοπονία της προσπάθειας. Αυτή ήταν «η απελευθέρωση της δημιουργικής όψης του» και η πραγμάτωση του αληθινού του «είναι». Ποιο ήταν το αληθινό του είναι; Το βύθισμα μέσα στην άνοια; Αυτή ήταν η δύναμη του «υπερανθρώπου»; Και τί είναι πάλι αυτή η διατύπωση η δύναμη του «υπερανθρώπου»; Ή εκείνη ή άλλη διατύπωση (του Νίτσε) «Το ουσιώδες είναι η ίδια η πραγματικότητα»; Ποια είναι αυτή η περιβόητη πραγματικότητα, στην οποία πρέπει να σκύψουμε το κεφάλι, να της υποταχτούμε, να προσαρμοστούμε απόλυτα μαζί της; Ό,τι υπάρχει στο ρεύμα της ζωής, από το άγριο κύμα ως την καταιγίδα, μπορεί να αποτελέσει κριτήριο ζωής και ανάπτυξη του ανθρώπου σε υψηλό επίπεδο ή αποτελεί κάτι σαν εγκλωβισμό στην «άγρια φύση» και προσπάθεια να την συναγωνιστούμε και να γίνουμε χειρότεροι από αυτήν, πιο δυνατοί –υποτίθεται- «υπεράνθρωποι»;
Παρ’ όλα αυτά θα μπορούσε κανείς να υπερασπιστεί τον αριστοκρατισμό του όχι στην αρνητική του όψη αλλά στη θετική: την ανάγκη δηλαδή κριτηρίων (προερχόμενων από παιδεία, καλλιέργεια, φυσικό χάρισμα, γενναιοψυχία κλπ.), την ανάγκη ‘ψυχικής φτιαξιάς’, όπως γράφει κάπου ο Ταρκόφσκι, που να μπορεί να αντισταθεί στην ισοπέδωση των αξιών. Ισοπέδωση που συνέβη με την είσοδο των μαζών στην ιστορία και του γενικευμένου εκδημοκρατισμού που απαιτεί ‘ισότητα’ στο γράμμα, πράγμα ολότελα στείρο, πολτοποιεί τον άνθρωπο και τον στερεί την πνευματική του ανάπτυξη και πραγμάτωση. Το λάθος του Νίτσε είναι ότι φόρτωσε το Χριστιανισμό μ’ αυτή την ‘ισότητα’, ενώ είναι προϊόν της Γαλλικής Επανάστασης. Η Επανάσταση αυτή μπορεί να απελευθέρωσε τις μάζες από τον ζυγό άλλων τάξεων, αλλά καλλιέργησε την απάτη ότι αυτή είναι όλη κι όλη η ‘ἀπελευθέρωση’: κοινωνική και ατομική. Ο άνθρωπος ως ελεύθερο κοινωνικό όν, και ως ελεύθερο άτομο-πολίτης. Τίποτε άλλο. Με κομμένο το όραμα του ουρανού, βουτηγμένος σε απόλυτο μεταφυσικό κενό, απαιτεί λυσσαλέα τα δικαιώματά του, μόνο μέσα σε αυτά τα πλαίσια: πνευματικά νεκρός.
Να τι δεν φαίνεται να συνέλαβε ο Νίτσε: ότι με το πέρασμα του χρόνου, η αλλοίωση και η παραμόρφωση της χριστιανικής Αλήθειας και Παράδοσης και η εκλογίκευσή της παρέδωσε τον άνθρωπο στις φαντασιώσεις της λογικής του, που θέλει πάση θυσία να ερμηνεύσει τα πάντα μόνο ρασιοναλιστικά, μεγεθύνοντας στο έπακρο την ανθρώπινη διάνοια, καταργώντας κάθε μυστηριακή διάσταση και κάθε σάρκωση του Λόγου. Μηδενίζοντας το γεγονός του σαρκωμένου Θεού, ο άνθρωπος ξαναγυρνά σε ένα γιγαντισμό του Λόγου, θεοποιεί το Λόγο χωρίς Θεό αυτή τη φορά, θεοποιώντας συνάμα τον εαυτό του. Αυτό που ο Νίτσε φτάνει να ζητήσει ως ‘μεταστοιχείωση των αξιών’ βρίσκεται μέσα στην…Εκκλησία! Ο Χριστός ‘ποιεί καινά τα πάντα’, μεταστοιχειώνει και ανακαινίζει ακριβώς τις ανθρώπινες φθαρμένες αξίες. Ο Νίτσε δέσμιος του αρχαιοπρεπούς αριστοκρατισμού του και περιφρονητής ο,τιδήποτε εβραϊκού και χριστιανικού (το τελευταίο παρέλαβε και ο ίδιος κολοβωμένο, καλβινοποιημένο και ευσεβιστικό), έχοντας πλήρη άγνοια της βυζαντινής χιλιετίας αλλά και της αδιαίρετης Εκκλησίας, φαντάστηκε τη ‘μεταστοιχείωση’ να γίνεται στο μέλλον, φαντάστηκε ότι δεν έχει γίνει. Ότι η ‘ανακαίνιση’ της ζωής που καλεί και φέρνει ο Χριστός σβήστηκε από τους αστοιχείωτους όχλους (τα ‘τσάνταλα’ των Ινδών, όπως τα αποκαλεί) της εποχής εκείνης και τους κληρονόμους τους, οπότε μόνος και έρημος, περιπλανώμενος στα όρη και στα άγρια βουνά, αυτοχρίεται προφήτης μιας πραγματικότητας που ήρθε στη Γη και αυτός δεν πήρε είδηση τις διαστάσεις Της! Αντί να τα βάλει με τους παραμορφωτές της αυθεντικής διδασκαλίας και Εκκλησίας, ταύτισε Εκκλησία, Εβραίους, Χριστό, αποστόλους και παραμορφωτές, με μια λέξη Θεό και ανθρώπους και τους πέταξε στον αρχαιοελληνικό του καιάδα, ανασύροντας μέσα από την παιδεία του ξανά την αρχαία γνώση, εξ ου και η εμμονή του στην Αναγέννηση και η στροφή του σε αυτήν. Είναι δυνατόν τόσα χρόνια από τότε που μεσουράνησε να μη βλέπει κανείς ότι ο ‘υπεράνθρωπός’ του είναι μια ‘πρωτότυπη’ (λόγω ‘Ζαρατούστρα’) επιστροφή στην ευρωπαϊκή αναγέννηση; Τί λογής ‘μεταστοιχείωση αξιών’ είναι αυτή που μας γυρνά πίσω σε ορισμένη ιστορική περίοδο και δοσμένο κοσμοείδωλο και που συνοδεύεται μάλιστα από εκθειασμό της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας που κατ’ αυτόν μεγάλυνε τον άνθρωπο; Δεν είχε ακούσει ποτέ για ρωμαϊκή θηριωδία και για στρατοκράτισσα Ρώμη;
Αφήνοντας για άλλη φορά την κριτική του Νίτσε για φιλοσόφους τύπου Καρτέσιου, αλλά και την έξοχη κριτική του στην ιδέα του Κράτους, σταματώ εδώ, αφού παραθέσω την ακόλουθη μονοκοντυλιά από ένα σπουδαίο βιβλίο που εκδόθηκε σχετικά πρόσφατα:
«Αυτό που οι νεώτεροι φιλόσοφοι ονομάζουν ηθική (λέξη που δε χρησιμοποιώ σχεδόν ποτέ) και στην οποία αφιερώνουν μάλιστα ιδιαίτερο κεφάλαιο στη φιλοσοφία τους, δεν έχει καμιά σχέση με το Χριστιανισμό. Θαυμαστά και επιγραμματικά την αλήθεια αυτήν τη διατυπώνει ο Μπλέηκ: ‘If Morality was Christianity, Socrates was the Saviour’ (Μπορεί αυτός να είναι ένας από τους λόγους που ο Νίτσε δεν κατάλαβε γρυ και από το Χριστιανισμό και από το Σωκράτη).» Ζήσιμου Λορεντζάτου, Collectanea, C 494, σ. 250, Δόμος 2009).
*εισαγωγή Κ. Δεληκωσταντής, Μετ.-Προλ.-Σημ.-Γλωσσάριο Βαγγ. Δουβαλέρης, Φιλ. Θεώρηση Δημ. Πολυχρονάκης, γεν. επιμέλεια-Επίμετρο Κ. Μπελέζος, εκδ. ‘Ιδεόγραμμα’, Αθήνα 2007.
**Βλ. Σ. Γουνελά, Η κρίση του Πολιτισμού, 4η ενότητα, ‘Φ. Νίτσε: Οι διαλέξεις για την παιδεία και η σημασία τους για μας τους σημερινούς Έλληνες και τους Ευρωπαίους’, εκδ. Αρμός 1997, σσ.113-138. Το βιβλίο περί του οποίου γίνεται λόγος στην ελληνική έκδοση είναι: Φρήντριχ Νίτσε, Μαθήματα για την παιδεία, Μετ.-Προλ.- Σημ. Ν. Σκουτερόπουλος, εκδ. Ροές , 1988.
πηγή: Αντίφωνο, πρωτοδημοσιεύτηκε στη Σύναξη τχ 118, σελ. 96-103




http://www.antifono.gr/portal/Πρόσωπα/Γουνελάς-Σωτήρης/Αρθρογραφία/3145-Κατά-Νίτσε-Με-αφορμή-την-έκδοση-του-Αντίχριστου.html





Τρίτη, 13 Δεκεμβρίου 2011

Κυκλοφορεί το νέο βιβλίο του Γ. Καραμπελιά,Συνωστισμένες στο Ζάλογγο, Οι Σουλιώτες, ο Αλή πασάς, και η αποδόμηση της ιστορίας


Συνωστισμένες στο Ζάλογγο, Οι Σουλιώτες, ο Αλή πασάς, και η αποδόμηση της ιστορίας

Τιμή: 15 €
Σχήμα: 13Χ21
Σελίδες: 200


Κριτική παρουσίαση από την Ange-ta

Στον βαθμό που αναπτύσσεται και εδραιώνεται η «αποδομητική» ιστορική σχολή, θα πρέπει να αναμετρηθεί και με το αγωνιστικό/ανταγωνιστικό στοιχείο των προεπαναστατικών και επαναστατικών χρόνων. Θα πρέπει να «απομυθοποιηθεί» το κρυφό σχολειό, η 25η Μαρτίου, η Τριπολιτσά, τα Ορλωφικά, η ίδια η «κλεφτουριά»…

…να αποσιωπηθούν ή να υποβαθμιστούν τα επαναστατικά γεγονότα τα οποία προηγούνται της Επανάστασης. Διότι αυτά ακριβώς καταδεικνύουν πως η αφετηρία της δεν ήταν αποκλειστικώς οι λόγιοι και η «γαλλική Επανάσταση». μια άλλη αποφασιστική συνιστώσα υπήρξαν οι ένοπλες συσσωματώσεις των Ελλήνων, από τον Κροκόνδειλο Κλαδά, τον 15ο αι., έως τους Σουλιώτες, τους Μανιάτες, την κλεφτουριά. Κατ’ εξοχήν, δε οι Σουλιώτες καταλαμβάνουν κεντρικό ρόλο, εξ αιτίας του μακρόχρονου αγώνα τους, επί δύο αιώνες, ενάντια στους Τούρκους και της συμμετοχής τους στην Επανάσταση.

Η αποδομητική σχολή επιχειρεί, λοιπόν, να καταδείξει, αν χρειαστεί, και δια του βιασμού των ιστορικών στοιχείων, πως οι Σουλιώτες δεν ήταν τίποτε άλλο παρά πρωτόγονες φάρες, αλβανικής καταγωγής και γλώσσας, οι οποίες δεν διέθεταν κάποια εθνική ή έστω πρωτοεθνική συνείδηση. Αν το επιτύχει, τότε θα έχει προσθέσει ένα ακόμα λιθαράκι στο βασικό ιδεολογικό της πρόταγμα: η εθνική συνείδηση είναι απούσα από τους Έλληνες πριν από την Επανάσταση, ενώ το ελληνικό έθνος διαμορφώνεται, κυρίως, μέσω του κράτους. Οι Σουλιώτες «δεν είναι» Έλληνες, αλλά «εξελληνίζονται» επιγενέστερα!

Γι’ αυτό και είναι απαραίτητο να «απομυθοποιηθούν» και να διαστρεβλωθούν γεγονότα-σταθμοί στην ιστορία των Σουλιωτών, αλλά και στη νεώτερη ιστορική συνείδηση των Ελλήνων: Η αυτοπυρπόληση του Σαμουήλ στο Κούγκι δεν έγινε ποτέ. είναι αμφίβολο εάν ανατινάχτηκε η Δέσπω στου «Δημουλά τον Πύργο». προπαντός, ο χορός του Ζαλόγγου, όχι μόνο αποτελεί «εθνικιστικό μύθο», αλλά είναι πιθανό οι Σουλιώτισσες να έπεσαν στο βάραθρο σπρωγμένες από τους ίδιους τους Σουλιώτες πολεμιστές! Συνωστισμένοι στη Σμύρνη, συνωστισμένες στο Ζάλογγο
Της Δέσπως
Αχός βαρύς ακούγεται πολλά ντουφέκια πέφτουν.
Μήνα σε γάμο ρίχνονται, μήνα σε χαροκόπι;
Μηδέ σε γάμο ρίχνονται, μηδέ σε χαροκόπι.
Η Δέσπω κάνει πόλεμο με νύφες και μ’ αγγόνια.
Αρβανιτιά την πλάκωσε στου Δημουλά τον πύργο.
- Γιώργαινα ρίξε τ’ άρματα, δεν είν’ εδώ το Σούλι
εδώ είσαι σκλάβα του πασά, σκλάβα των Αρβανίτων.
- Το Σούλι κι αν προσκύνησε κι αν τούρκεψεν η Κιάφα
η Δέσπω αφέντες Λιάπηδες δεν έκανε δεν κάνει.
Δαυλί στο χέρι άρπαξε, κόρες και νύφες κράζει:
Σκλάβες Τούρκων μη ζήσετε, παιδιά μαζί μου ελάτε.
Και τα φουσέκια ανάψανε κι όλοι φωτιά γενήκαν.

Μόνο «Πυρίτιδα, Μολύβι και ψωμί», ζήτησαν οι Σουλιώτες, μετά από 4 ολόκληρα χρόνια σκληρής και αδυσώπητης πολιορκίας από τον Αλή Πασά των Ιωαννίνων. Οι πολιορκημένοι ζούσαν με αγριόχορτα μόνο. Ακόμα και το νερό τους έλειπε. Ωστόσο δεν θα λάβουν καμία βοήθεια και όταν οι Ρώσοι αποφασίσουν να τους συνδράμουν, θα είναι πλέον πολύ αργά.
Έτσι στις 12 Δεκεμβρίου του 1803 θα αναγκαστούν να συνθηκολογήσουν. Δύο χιλιάδες Σουλιώτες θα κατευθυνθούν προς την Πάργα και άλλοι περίπου χίλιοι προς το Ζάλογγο. Και ενώ η πρώτη κολόνα φτάνει στην Πάργα, η δεύτερη με αρχηγό τον Κίτσο Μπότσαρη θα χτυπηθεί στα στενά του Ζαλόγγου.
Στις 17 Δεκεμβρίου του 1803, έπεσαν στον βράχο του Ζαλόγγου εξήντα γυναίκες, αφού πρώτα έριξαν στο βάραθρο τα ίδια τα παιδιά τους, προτιμώντας τον θάνατο παρά της ατίμωση. Η Αγία Παρασκευή και το Κούγκι, ανατινάζονται από τον καλόγερο Σαμουήλ, για να μην παραδώσει στον Βελή πασά την πυρίτιδα που είχε απομείνει. Η τραγωδία των Σουλιωτών συνεχίζεται στη Ρινιάσσα στις 23 Δεκεμβρίου 1803, όπου θα γραφεί μια άλλη ηρωική σελίδα αυτή της Δεσπως Σέχου Μπότση που αυτοπυρπολήθηκε σαν άλλος Σαμουήλ με όλο της το σόϊ και κορυφώνεται στο Σέλτσο, όπου είχαν καταφύγει οι Μποτσαραίοι…
Στις 23 Απριλίου του 1804 θα ολοκληρωθεί η καταστροφή και θα χαθεί το άνθος του Σουλίου, όπως αναφέρει ο Δημήτρης Νότη Μπότσαρη.

Και ενώ ο ίδιος ο Χρόνος υποκλίνεται στις Μεγάλους Ώρες Του, θα βρεθούν «ιστορικοί» που δεν θα διστάσουν να υβρίσουν, να αποκρύψουν γεγονότα, να χαλκέψουν στοιχεία και τέλος, αφού ξεμπερδέψουν με τα ιστορικά γεγονότα, να ειρωνευτούν αυτές τις εξαίρετες εκφάνσεις του Ανθρώπου, που Τον υψώνουν πάνω από τον βούρκο της χυδαιότητας και της καθημερινότητας.
Τι ήταν ο χορός του Ζαλόγγου;
Μύθος ή ιστορία;
Ρίχτηκαν οι Σουλιώτισσες στο γκρεμό του Ζαλόγγου, αφού πρώτα είχαν ρίξει τα βλαστάρια τους – για να μην πέσουν αιχμάλωτοι στα χέρια του Πασά – ή δεν ρίχτηκαν;
Στριμώχτηκαν λέει η «ιστορικός» Ψιμούλη, βαδίζοντας στο δρόμο που χάραξε η άλλη «ιστορικός» η Ρεπούση. Συνωστίστηκαν στην άκρη του γκρεμού και …………………. πέσανε! Τι γυναικεία συμπαράσταση μα την αλήθεια. Είμαι σίγουρη ότι αυτή η κυρά κάποιο λόγο σε κάποια συγκέντρωση περί των ανθρωπίνων δικαιωμάτων θα έχει εκφωνήσει, για την γυναικεία καταπίεση. Και ωστόσο δεν θα φειστεί να ειρωνευτεί αυτές τις γυναίκες που απέδειξαν με τον δραματικότερο τρόπο την παλληκαριά τους, αλλά και την ισότητα τους με τους συντρόφους τους!
Μετά τον συνωστισμό της Σμύρνης έρχεται ο συνωστισμός του Σουλίου. Τελικά όλη η ιστορία κατάντησε ένας ατέλειωτος συνωστισμός. Θα μπορούσαμε να περιμένουμε να διαβάσουμε ότι και οι Εβραίοι συνωστίστηκαν στα κρεματόρια, αλλά προς το παρόν ο αντισημιτισμός είναι η ιδεολογία της φασιστικής δεξιάς και δεν έχει πέραση, ενώ οι άλλοι συνωστισμοί είναι της φασιστικής αριστεράς, που έχει ανοιχτή λεωφόρο!
Το τελευταίο βιβλίο του Γιώργου Καραμπελιά, «Συνωστισμένες στο Ζάλογγο» αναφέρεται στην ιστορία του Σουλίου και την κακοποίηση που έχει υποστεί από τον κάθε δήθεν ιστορικό ή ψυχολόγο. Στην μικρή αυτή μελέτη ο Γιώργος Καραμπελιάς αποδεικνύει βήμα – βήμα βασισμένος σε μια σημαντική δεξαμενή βιβλιογραφίας την Αλήθεια! Αυτή την Αλήθεια, που μας ανάθρεψε και που μας δίνει κουράγιο κάθε φορά που το μαχαίρι φτάνει στο κόκαλο της ρωμιοσύνης, να πεταχτούμε από την αρχή, να αντρειέψουμε και να θεριέψουμε όπως λέει και Γιάννης Ρίτσος.
Διαβάζοντας τις «Συνωστισμένες στο Ζάλογγο», δεν μπορείς παρά να εξοργιστείς με την Ψιμούλη, η οποία προσπαθεί να μας πει ότι το Ζάλογγο δεν ήταν παρά ένας απλός συνωστισμός, κάτι που κατά την γνώμη μου σοκάρει πιο πολύ επειδή αυτές τις ύβρεις τις ακούει κανείς από γυναίκα. Εξίσου σοκάρει και η άποψη του Α. Πολίτης, ο οποίος ούτε λίγο ούτε πολύ - παριστάνει τον ……ψυχολόγο και προσπαθεί να ερμηνεύσει την πράξη των Σουλιωτισσών, με ..σαδομαζοχιστικά εργαλεία. Διαβάστε τι γράφει αυτός ο αρουραίος, που δεν μπορεί καν να διανοηθεί τι είναι ηρωισμός και τι είναι αυτό που κινεί την ιστορία, και φρικιάστε:

«Υπάρχει όμως μια δεύτερη εντυπωσιακή ιδιαιτερότητα, μια μοναδικότητα πιστεύω: η ευρωπαϊκή καλλιέργεια του χορού και η διασάλπισή του από τα φιλελληνικά ηχεία. (..) Το να συναντάς τις αρετές της ιπποσύνης και της αριστοκρατικής ευγένειας σ έναν λαό ακαλλιέργητο, καταπιεσμένο και φτωχό, προσδίδει επιπλέον διανοητική ικανοποίηση, κι έπειτα η λογοτεχνία, πολύ περισσότερο η ρομαντική, θέλγεται από τις ακραίες καταστάσεις. Το Σούλι λοιπόν, έχοντας από την μια μεριά τον άκρο ηρωισμό και από την άλλη την άκρα βιαιότητα του Αλή συνιστούσε εξαίρετο παράδειγμα το ίδιο και ο γυναικείος ηρωισμός – και εδώ να ζητήσουμε την βοήθεια της ψυχανάλυσης ίσως να ανακαλύψουμε κι έναν κρυμμένον ανδρικό ερωτισμό».
Κα όπως παρατηρεί ο συγγραφέας, από το κάδρο αυτής της ελεεινής εικόνας - ερμηνείας αφαιρέθηκαν τα διαμελισμένα στο βάθρο του γκρεμού νεογνά, για να μην χαλάσει ο ρομαντικός – ερωτικός τόνος που έδωσε αυτός ο κύριος.
Στον αντι-χορό του Ζαλόγγου, δεν θα λείψει και ο Κορδάτος, ο οποίος στην τύφλωση του να ερμηνεύσει όλα τα ιστορικά γεγονότα σύμφωνα με τον ιστορικό υλισμό, έτσι όπως αυτός τον είχε καταλάβει, κάτι που κάνει και η σημερινή ηγεσία του ΚΚΕ - γράφει:
Επειδή ( Ο Αλή πασάς) χτύπησε τους εκμεταλλευτές και δυνάστες της φτωχολογιάς, καθώς και τους Σουλιώτες και τους Κοτζαμπάσηδες του έψαλαν όσα σέρνει η σκούπα και έτσι σχηματίστηκε η παράδοση ότι ήταν αιμοβόρος άρπαγας και σκληρός τύραννος…
Δηλαδή, κατά τον «μαρξιστή» Κορδάτο το παρακάτω λαϊκό τραγούδι, τον έγραψαν οι Κοτζαμπάσηδες,
αφού, κατά τον ίδιο, ο Αλή χτύπησε τους δυνάστες της φτωχολογιάς!

Σηκώνεται ο Αλή Πασάς και λέει στους πασάδες:
“Θέλω το Σούλι να χαθή μαζί με τα χωριά του.
Θέλω και τα κορίτσια τους σε τούρκικα χαρέμια.
Θέλω και τα παιδάκια τους όλα να τα τουρκέψουν.
Θέλω το Νότη Μπότσαρη ραγιάς μου να μου γένη”.

και γράφει παρακάτω, για να ολοκληρώσει την … έρευνά του:

Δεν είναι σωστό ότι ο Αλή κτύπησε τους Σουλιώτες με τον πιο σκληρό τρόπο; Σωστό είναι, αλλά τι ήταν οι Σουλιώτες; Η απάντηση ήταν ότι ήταν κλέφτες που ρήμαζαν τα γύρω χωριά.


Δυσκολεύομαι να βάλω τάξη στις σκέψεις μου, είτε από υπερφόρτωση του θυμικού μου είτε από βραχυκύκλωμα της κοινής λογικής. Φτάσαμε στο σημείο, που η επιθυμία για σβήσιμο από τα αρχεία της ιστορίας όλων εκείνων των γεγονότων που δίνουν αξία στον άνθρωπο και που κάνουν τη ζωή άξια να την ζεις έχει μετεξελιχτεί σε καθαρή μανία καταδιώξεως. Ο Κολοκοτρώνης ήταν αδελφή, ο Γλέζος ήταν μεθυσμένος όταν κατέβαζε την σβάστικα από την Ακρόπολη, οι Σουλιώτισσες γλίστρησαν και έπεσαν στο γκρεμό, ο Λεωνίδας ήταν μαζί με άλλους 600.000 και όχι μόνο με 300, ο Μέγαλεξανδρος άστα να πάνε και συνεχίζεται.
Ας επιστρέψουμε όμως στο ερώτημα που θέτουν κάποιοι ορκισμένοι φωταδιστές, λάτρεις της ιστορικής «αλήθειας» τύπου Πολίτη, Ψιμούλη, Κορδάτου, Ρεπούση κλπ. κλπ. κλπ.
Τι ήταν ο χορός του Ζαλόγγου Μύθος ή πραγματικότητα;
Και ας πούμε ότι ήταν μύθος`! Αλλά, Μύθος με Μι Κεφαλαίο. Ένας Μύθος από αυτούς που δίνουν στην Ανθρωπότητα, πάλι με Άλφα Κεφαλαίο δικαίωμα να ανασαίνει πάνω σ αυτόν τον υπέροχο πλανήτη μαζί με τα άλλα πλάσματα της Γης χωρίς να ντρέπεται!
Και ερωτάω:
Ποιος είναι ο λόγος να αποκόψεις έναν λαό από τους μύθους του; Η ας θέσουμε το ερώτημα αλλιώς: μπορεί να ζήσει ένας λαός χωρίς μύθους; Η απάντηση είναι όχι! Κανένας λαός δεν μπορεί να ζήσει χωρίς την ύπαρξη Μύθων ή χωρίς κάποια Πίστη σε κάτι που του υπόσχεται Σωτηρία από τα καθημερινά του βάσανα.
Είναι ένα ερώτημα που έχει θέσει η φιλοσοφία από τη γέννησή της.
Πώς να ζήσεις χωρίς την ελπίδα της Σωτηρίας; Ο μύθος δίνει απάντηση σ αυτό το μεγάλο ερώτημα στηριζόμενος σε κοσμικές αξίες, ενώ η θρησκεία σε υπερβατικές. Η ανθρωπότητα μπορεί να περπατήσει στο δρόμο της Αρετής είτε με τον ένα είτε με τον άλλον τρόπο. Αν αφαιρέσεις από τον άνθρωπο και τα δύο το αποτέλεσμα θα είναι η εσχάτη βαρβαρότητα και ένας απαίσιος θάνατος! Αλλά αυτός ο λαός, ο ελληνικός δεν αξίζει ένα τέτοιο τέλος.
Μακάρι να βρούμε και μεις το θάρρος να τραγουδήσουμε, αγκαλιά με τους προγόνους μας, προκειμένου να βγούμε με το κεφάλι όρθιο από το σημερινό αδιέξοδο που μας συνωστίζει όλο και πιο βαθειά στο βούρκο της χυδαιότητας και της λογικής της αγοράς.



!

Δευτέρα, 12 Δεκεμβρίου 2011

Προβολή της ταινίας "Κενή γη"

Οι ΤΣΙΡΙΤΣΑΝΤΟΥΛΕΣ παρουσιάζουν:


Τη νέα μικρού μήκους ταινία

ΚΕΝΗ ΓΗ

Δευτέρα 19 & 26 Δεκεμβρίου στις 21:00
Στο «ΔΥΝΑΜΟ»
Παραμυθίας 28-30, Κεραμεικός
Δείτε το χάρτη : http://bit.ly/thVb2V

Είσοδος ελεύθερη

Η ταινία θα προβληθεί πριν τη θεατρική παράσταση «Η νύχτα των παλιάτσων».

Συντελεστές :

Σενάριο- Σκηνοθεσία : Ντίνα Μαυρίδου
Εμφανίζονται : Μήτσος Μαυρίδης, Μαρίνος Μουζάκης, Νάντια Μποβολή
Κάμερα – Φωτογραφία : Παντελής Παντελόγλου
Μοντάζ – Ειδικά εφέ : Μαρίνος Μουζάκης
Μουσική : Νίκος Γιούσεφ, Ειρήνη Τηνιακού
Υποστήριξη παραγωγής : Ηρώ Κατσιφλώρου, Χριστίνα Χριστοδούλου, Θάνα Χριστοδούλου
Κατασκευές : Εύη Χατζησάββα
Μετάφραση στα Αγγλικά : Κωνσταντίνος Πουλής, Nick Koundouros
Παραγωγή: Τσιριτσάντσουλες 2011


Το σενάριο βασίστηκε στα πεζά των : Κώστα Δεσποινιάδη, Ε.Χ. Γονατά και Φ. Κάφκα.


«Πόσο θα ’θελα, έστω και για δυο στιγμές, να κοιτάζω αμέριμνος το χιόνι που πέφτει στο πυκνό σκοτάδι. Πόσο θα ’θελα, έστω και για δυο στιγμές, όλα τα ανθρώπινα να μου ήταν ξένα.»
Από το «Νύχτες που μύριζαν θάνατο» του Κώστα Δεσποινιάδη (εκδ. Πανοπτικόν).

Παρουσίαση των βιβλίων του Δ.Μπαλτά απο τις ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ

Το Εναλλακτικό Βιβλιοπωλείο καί οι Εναλλακτικές Εκδόσεις σάς προσκαλούν την Παρασκευή 16 Δεκεμβρίου, ώρα 19.30, στό Εναλλακτικό Βιβλιοπωλείο στήν παρουσίαση των βιβλίων του Δημήτρη Μπαλτά:

Σταθμοί της Ρωσσικής Φιλοσοφίας.

Η Ρωσσία του Νικολάι Γκόγκολ.

Ντοστογιέφσκι. Ζητήματα φιλοσοφικής ανθρωπολογίας



Τα βιβλία θα παρουσιάσουν:

Γιώργος Καραμπελιάς (συγγραφέας)

Κώστας Μπλάθρας (δημοσιογράφος)

Φώτης Σχοινάς (Δρ Φιλοσοφίας)

και ο συγγραφέας

-η παρουσίαση της εκδήλωσης απο το ΑΝΤΙΦΩΝΟ


Κυριακή, 11 Δεκεμβρίου 2011

Μ.ΜΕΛΕΤΟΠΟΥΛΟΣ :Τρείς επαναστατικές μεταρρυθμίσεις στην Παιδεία

ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ
Οι Εκδόσεις Παπαζήση
με αφορμή την έκδοση του βιβλίου
ΠΡΑΚΤΙΚΟΣ ΟΔΗΓΟΣ ΤΟΥ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟΥ
έχουν την τιμή να σας προσκαλέσουν σε διάλεξη
του συγγραφέα του βιβλίου
κ. ΜΕΛΕΤΗ Η. ΜΕΛΕΤΟΠΟΥΛΟΥ,
με θέμα:
ΤΡΕΙΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΕΣ
ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΠΑΙΔΕΙΑ
Η διάλεξη θα πραγματοποιηθεί
την Πέμπτη 22 Δεκεμβρίου 2011 και ώρα 19.00
στην Στοά του Βιβλίου
( Πεσμαζόγλου 5 ).
Τον ομιλητή θα προλογίσει
ο κ. Αντώνης Δ. Παπαγιαννίδης,
δικηγόρος-δημοσιογράφος.
Θα ακολουθήσει συζήτησ

Ο Π.ΚΟΝΔΥΛΗΣ και η μετάφραση











ΡΗΞΗ Τ.80

Από μια συζήτηση :Ο Παναγιώτης Κονδύλης και η μετάφραση


Πραγματοποιήθηκε την Δευτέρα 21 Νοεμβρίου στο Ινστιτούτο Γκαίτε της Αθήνας δημόσια συζήτηση με θέμα :«Π.Κονδύλης :Η μετάφραση ως μέθοδος».Η εκδήλωση διοργανώθηκε από κοινού από το Ινστιτούτο Γκαίτε και το παράρτημα της Γενικής Διεύθυνσης Μετάφρασης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.
Η ψυχή της εκδήλωσης υπήρξε ο Στράτος Μειντανόπουλος υπεύθυνος στην Ελλάδα της εν λόγω διεύθυνσης. Εκτός του ιδίου χαιρετισμό απηύθυνε και ο διευθυντής του Ινστιτούτου Γκαίτε στην Ελλάδα.
Την συζήτηση συντόνισε ο καθηγητής του ΑΠΘ Αθανάσιος Καϊσης. Συμμετείχαν ο Λευτέρης Αναγνώστου (Μεταφράζοντας τον Κονδύλη ) ,ο Φώτης Δημητρίου (Ορισμένες θέσεις του Κονδύλη για την κοινωνική οντολογία ), ο Κώστας Κουτσουρέλης (Π.Κονδύλης :Η μετάφραση ως πολιτική ), ο Μιχάλης Παπανικολάου (Ο Κονδύλης ως μεταφραστής των κειμένων του ), ο Φάλκ Χόρστ (Γλώσσα και αντίληψη της πραγματικότητας στον Κονδύλη ) και ο Παναγιώτης Χριστιάς ( Γραφή και υποκειμενικό αίσθημα ισχύος στον Κονδύλη).
Είναι προφανές ότι η διοργάνωση τέτοιου είδους εκδηλώσεων αποδεικνύει το συνεχές ενδιαφέρον για το έργο του Π.Κονδύλη. Για όποιον το μελετά υπήρξε μια ευχάριστη είδηση : η μετάφραση των έργων «Συντηρητισμός» και η «Γένεση της Διαλεκτικής» ολοκληρώθηκε και σύντομα πρόκειται να εκδοθούν στην χώρα μας. Επίσης πρόκειται να εκδοθούν τα κατάλοιπα του που αφορούν σημειώσεις για τον β’ και γ’ μέρος της Κοινωνικής Οντολογίας (το α’ μέρος εκδόθηκε με τον τίτλο το «Πολιτικό και ο Άνθρωπος » ), ενώ προετοιμάζονται κάποιες εκδόσεις στην αγγλική γλώσσα.
Το περιεχόμενο των εισηγήσεων ήταν ουσιαστικό , όπως ουσιαστικές ήταν και οι παρεμβάσεις που έγιναν από το ακροατήριο. Ενδιαφέρουσα ήταν η σύνθεση του ακροατηρίου που περιλάμβανε συγγενείς και φίλους του Κονδύλη (όπως η αδελφή του και ο ψυχίατρος Γ.Τσέγκος που τον σύστησε στην παρέα του περιοδικού «Σημειώσεις» ) , μελετητές του έργου του όπως και έναν ιερέα και θεολόγο.
Ο Α.Καϊσης υπήρξε φίλος του Κονδύλη και έχει θεωρήσει τους νομικούς όρους που περιέχονται στην μετάφραση του Π.Κονδύλη στο έργο του Κ.Σμίτ «Πολιτική Θεολογία».Στην εισαγωγή της περιλαμβάνονται μάλιστα ευχαριστίες του Κονδύλη προς τον Καϊση για την συνδρομή του στην ακριβή μετάφραση των νομικών όρων.
Ο Λ.Αναγνώστου περαίωσε με επιτυχία την μετάφραση του έργου του Κονδύλη «Πολιτικό και ο Άνθρωπος» , ενώ ολοκλήρωσε και τα άλλα δύο σημαντικά έργα του Κονδύλη («Συντηρητισμός» και η «Γένεση της Διαλεκτικής»).Βεβαίως περίσκεψη δημιουργεί η επιλογή να αντικαταστήσει δύο όρους που χρησιμοποιεί ο Κονδύλης :την « Ισχύ» με την «Εξουσία» και το «Πολεμικός» με άλλο όρο. Κατά την άποψη μου θα έπρεπε να το αποφύγει και να ακολουθήσει τον Κονδύλη στον τρόπο που μετέφρασε ορισμένους κρίσιμους όρους , οι οποίοι μάλιστα κατέχουν εξέχουσα σημασία στην σκέψη του ,από την γερμανική στην ελληνική γλώσσα.
Ο Φ.Δημητρίου αναφέρθηκε στην προσπάθεια που κάνει στο Πανεπιστήμιο της Χαϊλδαβέργης να εκδοθούν στα γερμανικά τα κατάλοιπα του συγγραφέα. Ενδιαφέρουσα ήταν η παρατήρηση του, ότι σε αυτά περιέχονται πολλές κριτικές επισημάνσεις στο έργο του Κ.Σμίτ.
Ο Κ.Κουτσουρέλης επεσήμανε ότι ο Κονδύλης δεν υπήρξε μόνο μεταφραστής των έργων του στην νεοελληνική , αλλά διηύθυνε δύο σειρές , στις Εκδόσεις Γνώση και στις Εκδόσεις Νεφέλη, από τις οποίες μεταφράστηκαν και εκδόθηκαν παραπάνω από εβδομήντα σημαντικά έργα ευρωπαίων στοχαστών.
Σημαντική υπήρξε η εισήγηση του Φ.Χόρστ , φίλου του Κονδύλη, ο οποίος θεωρούσε τα έργα του πριν εκδοθούν στην γερμανική. Ο Χόρστ , ο οποίος έχει γράψει το εισαγωγικό σημείωμα στο «Πολιτικό και ο Άνθρωπος» εργάζεται και αυτός στην έκδοση στην γερμανική των καταλοίπων του Κονδύλη.
Τελειώνω με δύο σκέψεις :
- η άποψη που διατυπώθηκε ότι υπάρχουν δύο ασυνεχείς περίοδοι στο μεταφραστικό έργο του Π.Κονδύλη εκ των οποίων η πρώτη απαρτίζεται από τα έργα που εκδόθηκαν όταν εργαζόταν στον «ΚΑΛΒΟ» και η δεύτερη από τα μεταγενέστερα έργα του είναι αθεμελίωτη και αδόκιμη. Υποτίθεται ότι στην πρώτη περίοδο χρησιμοποιεί μια περισσότερο ακατέργαστη λαϊκή δημοτική ,ενώ στην δεύτερη που υποτίθεται ότι έχει καθιερωθεί πλέον ως στοχαστής ,χρησιμοποιεί μια εκδοχή της λόγιας ως αποτύπωση ενός λόγου αυθεντίας και ισχύος. Στην πραγματικότητα το μόνο κριτήριο που ίσχυε ήταν το ενδιαφέρον και η αγάπη του Κονδύλη για την ενιαία ελληνική γλώσσα , της οποίας υπήρξε ένας άριστος γνώστης και η οποία θεωρούσε ότι περιέχει τεράστιες δυνατότητες στις οποίες άλλωστε οφείλεται η δημιουργία σημαντικής νεοελληνικής ποίησης .
- Στο ΑΠΘ έχει παραχωρηθεί από τους κληρονόμους του Π.Κονδύλη , η βιβλιοθήκη του και τα κατάλοιπά του. Σύντομα, όπως ειπώθηκε , από τον Καϊση πρόκειται να ψηφιοποιηθούν και να αναρτηθούν στο διαδίκτυο. Πρόκειται για μια εξέλιξη με μεγάλο ενδιαφέρον για όσους επιθυμούν να μελετήσουν σε βάθος τον Π.Κονδύλη και το έργο του.

Δευτέρα, 21 Νοεμβρίου 2011

Η τελευταία συνέντευξη του Άρη Κωνσταντινίδη με αναφορά στον Κ.Καραβίδα





Με τον Κωνσταντίνο Καραβίδα ασχολήθηκα στα δύο βιβλία μου Εθνισμός και Κοινοτισμός καθώς και Ο κόσμος ο μικρός ο μέγας.Από τον Μελέτη Μελετόπουλο είχα γνωρίσει την κόρη του Ζωή Καραβίδα σύζυγο του δημοσιογράφου Κ.Καλλιγά η οποία μας είχε μιλήσει πολλές φορές για τον πατέρα της και το έργο του.Την συνέντευξη του Άρη Κωνσταντινίδη την μετέφερα απο το ιστολόγιο του Γιάννη Σταύρου


Η τελευταία συνέντευξη του Άρη Κωνσταντινίδη (1993)(αποσπάσματα)
Yπάρχει ένας άνθρωπος που σας επηρέασε όταν ήσασταν μικρός;Δύσκολα θα το έλεγα। O πιο καλός άνθρωπος που γνώρισα, αφού μεγάλωσααρκετά, ήταν ο Kώστας Kαραβίδας। Yπάλληλος στην Aγροτική Tράπεζα। Eίχεασχοληθεί όμως με τα κοινοτικά και την αποκατάσταση των προσφύγων στηMακεδονία। Ήταν ένας καλλιεργημένος άνθρωπος. Έγραφε και ποιήματα. Eίχε εκδώσει και μια ποιητική συλλογή με τίτλο Mακεδονικοί Ύμνοι! Στοεξώφυλλο έγραφε ότι οι Έλληνες είχαν ένα φοβερό εχθρό, το χειρότερο απ'όλους τους εχθρούς και αιώνιο: τους Έλληνες!«Aυτό θα τον φάει τον Έλληνα, ο Έλληνας του Έλληνα...»Aκριβώς. Δεν ξέρουμε πια πώς θα ξεφύγουμε απ' τον Έλληνα που δενπαραδέχεται τον Έλληνα. (χαμογελάει)Tι ήταν αυτό που σας γοήτευσε σε αυτό τον άνθρωπο, στον Kώστα Kαραβίδα;H σπιρτάδα του μυαλού του και η απλότητα. σπάνια χαρακτηριστικά.H αρχιτεκτονική ήταν μια επιλογή σας;Δεν ξέρω... Nομίζω ότι αυτή με επέλεξε κι όχι εγώ. Mε βρήκε στο δρόμο τηςκαι με σκλάβωσε. (γελάει)Yπήρξε σκλαβιά για σας η ενασχόλησή σας με την αρχιτεκτονική;Σκλάβοι είμαστε γενικότερα: σκλάβοι των εμμονών μας; Mόνο που η σκλαβιάέχει κι ενδιαφέρον... Περιέχει την επιθυμία να ελευθερωθείς. Nομίζω ότι ηελευθερία είναι κάτι που ανθεί μέσα στη σκλαβιά.Tι είναι ελευθερία;Όταν ήμουν μικρός, μου άρεσε πολύ να παρατηρώ τις μπουγάδεςαπλωμένες στις αλάνες ή στις ταράτσες των σπιτιών.Γιατί;Δεν ξέρω αν εσείς προλάβατε τις μπουγάδες απλωμένες... Ήταν τρομεράενδιαφέρον θέαμα... Eίχαν κάτι θεατρικό, αλλά και αποκαλυπτικό.Παρατηρώντας τα ρούχα, τις πετσέτες, τα υφάσματα, τις μυρωδιές τους,ανακάλυπτες τους ανθρώπους. Διέκρινες την καταγωγή τους, την τάξη τους,τις συνήθειές τους, τη ζωή τους... Για μένα οι μπουγάδες ήταν το γούστοτων ανθρώπων απλωμένο, οι επιλογές τους κρεμασμένες σε δύο μανταλάκια,έκθετες...Aλλως ειπείν, η ελευθερία είναι η έκθεση του εαυτού μας;H έκθεση του εαυτού μας στη θέα των άλλων.Σήμερα σπάνια πια βλέπει κανείς μπουγάδες απλωμένες...Kαι πιο σπάνια ανθρώπους ελεύθερους. (γέλια) H τεχνολογία επινόησε τοαυτόματο πλύσιμο και στέγνωμα... του εαυτού μας. Για να αποφεύγουμε τηνέκθεση... Γιατί η έκθεση του εαυτού μας θέλει δύναμη. Kαι δεν την έχουμε,δυστυχώς.Mικρός τι παιχνίδια παίζατε;Έφτιαχνα κάτι πραγματάκια... M' άρεσε να φτιάχνω... Nα κάνω πράγματα με ταχέρια μου. Mου άρεσαν πολύ τα χρώματα.Zωγραφίζατε;Nαι. Δεν θυμάμαι τι, αλλά ζωγράφιζα.Γιατί δεν γίνατε ζωγράφος;Δεν ξέρω αν θα μπορούσα να γίνω ζωγράφος. Ξέρω όμως ότι από μικρός είχαμια έφεση να σχεδιάζω. Mου άρεσε να βγαίνω στην ύπαιθρο και να σχεδιάζω.Tι σχεδιάζατε;Δεν θυμάμαι ακριβώς... Γέφυρες. Mε τρέλαιναν οι γέφυρες και τα μαντριά.H απλότητα ήταν μια έννοια που ανακαλύψατε ή σας διέκρινε από παιδί;Ένα είναι βέβαιο, όπως σας έχω ξαναπεί παλιότερα: δεν διάβασαποτέ και πουθενά περί απλότητος... (χαμογελάει) Nιώθω ότι στην απλότητακαταλήγουμε με λογισμό. Ίσως να με βοήθησε κι ο Όσκαρ Oυάιλντ να συναντηθώμε την απλότητα στην αρχιτεκτονική. Ίσως...Πώς;Σ' ένα κείμενό του είναι δύο φίλοι... Kουβεντιάζουν στον κήπο, στοπεριβόλι, και λέει κάποια στιγμή ο ένας στον άλλον: «Δεν πάμε μέσα;»«Γιατί;» «Aισθάνομαι πιο άνετα μέσα». Aν η φύση ήταν άνετη, το ανθρώπινογένος δεν θα είχε εφεύρει την αρχιτεκτονική! (γέλια)Γιατί οι άνθρωποι νιώθουν πιο άνετα μέσα;Γιατί έξω υπάρχει ζέστη, κρύο, χιόνι, ο καυτός ήλιος, η βροχή... Όλα αυτάδεν βοηθάνε να νιώθουμε και πολύ άνετα έξω. Έτσι δεν είναι; (χαμογελάει)Στη φράση αυτή του Όσκαρ Oυάιλντ διακρίνω την αναγκαιότητα τηςαρχιτεκτονικής... H απλότητα δεν μου είναι και τόσο εμφανής, για να είμαιειλικρινής.Όλα τα στοιχεία που είπα λίγο πριν υπάρχουν στη φύση και, αν παρατηρήσετε,έρχονται από πάνω. Iδού η απλότης. Για να προφυλαχθούμε, καταρχήν, απόαυτά το πρώτο που πρέπει να κάνουμε είναι να καλυφθούμε από πάνω. Γι' αυτόκαι η αρχιτεκτονική σε μια πρώτη φάση είναι καλυπτική. Mπορείς να ζήσειςπιο άνετα κάτω από ένα υπόστεγο. Δεν μπορείς να ζήσεις το ίδιο άνετα σεένα οικόπεδο που είναι μόνο μαντρωμένο. Tο πρωταρχικό είναι η στέγη...Aυτή δεν είναι μια απλή διαπίστωση;Aλλωστε, και οι άνθρωποι συνηθίζουν να λένε: «Δεν έχω πού την κεφαλήνκλίναι»...Aκριβώς... H απλότητα είναι άμεσα συνδεδεμένη με το αναγκαίο και το χρήσιμο.Aρα, η αρχιτεκτονική είναι σε άμεση σχέση με τις κλιματολογικές συνθήκεςπου επικρατούν σε κάθε τόπο;Aμεσα δεμένη. Συμφωνώ.Στην Eλλάδα ποια άλλα στοιχεία πρέπει να λάβει υπόψη του ο αρχιτέκτονας;Tο φως! H Eλλάδα έχει τον ήλιο όταν βρίσκεται στο ζενίθ του. Γι' αυτό έχεικι αυτό το δυνατό φως. Ό,τι συμβαίνει στην Eλλάδα είναι πιο διαυγές,καθαρότερο απ' αλλού. H Eλλάδα είναι ο πιο φυσικά ισορροπημένος τόπος.Eσείς θα μπορούσατε να κάνετε αρχιτεκτονική -να χτίσετε- κάπου αλλού εκτόςEλλάδας;Oπουδήποτε, αρκεί να μελετούσα πριν τις τοπικές συνθήκες. H αρχιτεκτονικήπρέπει να φυτρώνει σαν ένα δέντρο και να γίνεται ένα με το τοπίο.Για σας, η αρχιτεκτονική θα πρέπει να υπαγορεύει έναν τρόπο ζωής...Aκριβώς. Γι' αυτό και, όταν έρχεται κάποιος να του χτίσω το σπίτι,αποφεύγω να του δείξω λεπτομερειακά τα σχέδια.Γιατί;Mα ξέρω καλά ότι οι περισσότεροι άνθρωποι ονειρεύονται ένα σπίτι σαν αυτόπου είχαν δει στην τηλεόραση... (γέλια)Eίναι τραγικά αρχιτεκτονήματα για σας όλα αυτά τα σπίτια που δείχνει ητηλεόραση σε σειρές όπως η Δυναστεία και το Nτάλας ή στη δική μας τηΛάμψη;Aστεία είναι... και φτιάχτηκαν από δυστυχείς αρχιτέκτονες για δυστυχείςανθρώπους. Eίναι οι σύγχρονες φυλακές... Eγώ, όταν τα βλέπω, νιώθω θλίψηκαι απελπισία. Nομίζω ότι μέσα σ' αυτά τα σπίτια υπάρχουν μόνο άρρωστοιάνθρωποι. Δεν ξέρω τι να πω... Eίναι πέρα από τη δυνατότητα σύλληψης τουμυαλού μου!Πώς θα χαρακτηρίζατε την ελληνική αρχιτεκτονική σήμερα;(γελάει) Eίναι σαν να μου ζητάτε να σας χαρακτηρίσω το σύγχρονο Pωμιό!Σας είναι δύσκολο; Φοβάστε μη σας παρεξηγήσουν;Tο σίγουρο είναι ότι δεν ξέρει πού της πάν' τα τέσσερα. Σας ικανοποιείαυτός ο χαρακτηρισμός;Eσάς σας καλύπτει; Δεν είναι λίγο γενικός; (γέλια)Έρχονται εδώ νέα παιδιά από το πολυτεχνείο... Eίναι τετραπέρατα... Aλλάαδιάβαστα.Tι θα προτείνατε να διαβάσει ένας νέος αρχιτέκτονας;(χαμογελάει) Kαταρχήν, Παπαδιαμάντη. Mετά Kαβάφη και Σολωμό. Πώς ναχτίσεις σπίτια αγνοώντας τον Σολωμό; Aυτά τα πράγματα, βέβαια, ταμαθαίνεις μόνος σου... Δεν σ' τα μαθαίνει το πολυτεχνείο... (γέλια) Kι εγώσπούδασα, αλλά δεν περιορίστηκα μόνο σ' αυτό. Γυρνούσα στους δρόμους,συνάντησα τη ζωή και μετρήθηκα μαζί της.Kάθε φορά που σας προκαλεί κάτι το ενδιαφέρον, προσπαθείτε να τοκατανοήσετε, να βρείτε την αιτία που σας προκαλεί το ενδιαφέρον ή τοαφήνετε να σας πάρει, να σας γοητεύσει και το κουβαλάτε μαζί σας;O Aριστοτέλης λέει ότι εμείς, οι αρχιτέκτονες, στεκόμαστε πάντα πάνω απόκάθε τεχνικό επειδή γνωρίζουμε για ποιο λόγο γίνεται το καθετί. Tο '68βρισκόμουν στο Πολυτεχνείο της Zυρίχης. Eίχαν τότε ξεφυτρώσει οι πρώτοικοινωνιολόγοι, οι οποίοι ισχυρίζονταν ότι το λάθος είναι πως δεν ρωτάμετον κόσμο πώς θέλει το σπίτι του. Γι' αυτό και τα είχαμε κάνει θάλασσα,κατά τη γνώμη τους. Για να αποδείξουν του λόγου το αληθές, βγήκαν με ταμαγνητόφωνα στους δρόμους κι άρχισαν να ρωτούν τον κόσμο για να μάθουν.?δικος κόπος. Ποιος ξέρει σήμερα να πει πώς θέλει το σπίτι του; Kανένας.(γέλια)H αυτογνωσία του σύγχρονου Έλληνα από πού ξεκινάει και πού σταματάει, κατάτη γνώμη σας;Tο σύγχρονο Έλληνα το μόνο που τον ενδιαφέρει είναι το αυτοκίνητο, ητηλεόραση, το ραδιόφωνο, να πηγαίνει στις ταβέρνες και τα μπαρ και ναφαντάζεται το σπίτι του σαν αυτά που βλέπει στα περιοδικά. Aπό μέσα τουδεν βγαίνει τίποτα πια.Kάποτε ήταν αλλιώς τα πράγματα;Kάποτε σ' αυτόν, τον τόπο οι άνθρωποι είχαν πράγματα μέσα τους που,βγάζοντάς τα στην επιφάνεια, δημιουργούσαν...Πέστε μου ένα δημιούργημα αυτών των ανθρώπων.Αυτό που αξίζει είναι η ανώνυμη αρχιτεκτονική. H λαϊκή ανώνυμηαρχιτεκτονική. Ήταν η πιο σωστή αρχιτεκτονική και η πιο ελληνική. Ότανήρθαν οι πρόσφυγες, έχτισαν τα σπίτια τους με το τίποτα... Yπήρχε όμως μιαομοιομορφία... H αυλή, το δωμάτιο και το υπόστεγο. Σοφή αρχιτεκτονική. Aνδείτε, αυτή είναι η αρχιτεκτονική των παλατιών στην Kνωσό και τη Φαιστό.Mια αρχιτεκτονική που συναντάμε στις Mυκήνες... Xωρίς να το ξέρουν, έκανανμια αρχιτεκτονική ελληνική. Θα ρωτήσετε πώς...Πώς;Tους ενέπνευσε το τοπίο. Tο υπόστεγο είναι αναγκαίο, κρατάει μακριά τοζεστό ήλιο το καλοκαίρι. O ίδιος ήλιος το χειμώνα χαμηλώνει και μπαίνεικαι ζεσταίνει το παγωμένο δωμάτιο.Kαι η αυλή;Στην Eλλάδα «ο βίος είναι υπαίθριος»... (χαμογελάει) Tο πιο σημαντικό απ'όλα όμως είναι η σύλληψη του υπόστεγου...Tο υπόστεγο έχει πια καταργηθεί. Σπάνια το συναντάμε...Eδώ κινδυνεύουμε να καταργηθούμε ως χώρα, ως πολιτισμός, το υπόστεγο μαςμάρανε;Γιατί όλη αυτή η κατάργηση; Όλη αυτή η έκπτωση;Ίσως γιατί έχουμε διαφθαρεί. Aυτό, βέβαια, δεν είναι μόνο ελληνικόσύμπτωμα. Mάλλον είναι παγκόσμιο. Σε μας όμως γίνεται πιο οδυνηρό γιατί,σχετικά με τους υπόλοιπους Eυρωπαίους, είμαστε πιο καλλιεργημένοι από τηφύση μας. Kουβαλάμε κάτι από τους αρχαίους μέσα μας και είμαστε καιMεσογειακοί.Eίναι σημαντικό που είμαστε Mεσογειακοί;H Mεσόγειος έκανε τον Πικάσο να μοιάζει θηρίο μπροστά στον Mατίς και τονKλέε. O Πικάσο ήταν Mεσόγειος...Aλλά δεν είχε έρθει ποτέ στην Eλλάδα...Nαι, το ξέρω. Φοβόταν να έρθει.Γιατί φοβόταν;Mήπως έβλεπε κάτι που δεν θα ήταν ικανός να πιάσει. Tελικά το βρήκε και τοέπιασε μέσα απ' άλλα μονοπάτια.Nιώθετε συγγένεια με τον Πικάσο;Mόνο με τον Σολωμό νιώθω συγγένεια.Γιατί τόσο απόλυτος;Eπιτρέψτε μου να είμαι απόλυτος. Aυτό με σώζει. Tουλάχιστον, να είμαιαπόλυτος στις συγγένειές μου.Γιατί ειδικά ο Σολωμός;Tα είχε πει όλα. «Mε λογισμό και μ' όνειρο», έλεγε στους στοχασμούς του.Kαι στο διάλογο με τον Σοφολογιώτατο έλεγε υπάρχουν δύο φλόγες: «Mια στοννου και μια στην καρδιά». Kαι παρακάτω μιλάει για «το κοινό και το κύριο»και για την «αληθινή ουσία». Aυτά είναι πράγματα που ισχύουν για κάθετέχνη.Ποια είναι η διαφορά του μυαλού από την ψυχή;H ψυχή είναι θάλασσα. το μυαλό κλειδαριά. Γι' αυτό, υπάρχουν συγγενικάμυαλά, οι ψυχές όλων των ανθρώπων είναι η ίδια απέραντη θάλασσα.Tα συγγενικά μυαλά, ό,τι κι αν γίνει, θα συναντηθούν σ' αυτήν τη ζωή;(χαμογελάει) O άνθρωπος πάει σε πράγματα που θέλει να έχει. Tελικά ψάχνειςστους άλλους στοιχεία που έχεις μέσα σου... Όταν τα βρίσκεις, νιώθεις έναμαζί τους. Aυτό είναι πολύ σημαντικό.Eίστε λάτρης της λαϊκής ανώνυμης αρχιτεκτονικής... Σας επηρέασε η λαϊκήανώνυμη αρχιτεκτονική και σε τι;Ποιος κάνει σήμερα σπίτια με υπόστεγο; Kανείς, όπως είπαμε... Mόνο εγώ έχωτρελαθεί και με κοροϊδεύουν. (γέλια) Tο 18ο αιώνα κάποιος αβάς Laugierέγραψε ένα βιβλίο για την αγροτική κατοικία, που τη θεωρούσε το πλέονχαρακτηριστικό δείγμα αρχιτεκτονικής. Bάζεις, λέει, τέσσερις κορμούςδέντρων σε τέσσερις γωνίες, λοξά ξύλα, για να φτιάξεις τη στέγη και τοσπίτι είναι έτοιμο. Δεν έχεις παρά να προσθέσεις κλαδιά ανάμεσα σταυποστυλώματα για να κάνεις τους τοίχους. Eδώ υπάρχει μια διαφορά ανάμεσαστα στοιχεία που φέρουν και στα στοιχεία που φέρουν! Tα στοιχεία πουφέρουν, τα υποστυλώματα και τα δοκάρια, πρέπει να φαίνονται στην πρόσοψη,αλλά και μέσα. Aλλιώς, δεν κάνεις αρχιτεκτονική. Kι εγώ αυτό το κάνωπαντού. Eίμαι άμεσα επηρεασμένος... O σκελετός του μπετόν αρμέ είναιπάντοτε ορατός στα δικά μου χτίσματα κι από μέσα, κι απ' έξω. Eπίσης,βλέπεις ότι κάθε φορά επαναλαμβάνεται το ίδιο κατασκευαστικό στοιχείο.Έτσι, το κτήριο, το χτίσμα έχει μια μουσικότητα, ένα μέτρο. Hαρχιτεκτονική είναι, για μένα, μουσική με τον τρόπο που όρισε τη μουσική οBαλερί. Tο μέτρο και η μουσικότητα της αρχιτεκτονικής διαλύθηκαν με τηνAναγέννηση. Δεν καταργήθηκε μεν ο ρυθμός, αλλά έγινε ψεύτικος, όπως έγινανόλα ψεύτικα στην Aναγέννηση.Φέρτε μου ένα παράδειγμα για να καταλάβω το ψέμα που έφερε η Aναγέννηση.(χαμογελάει) Πολλά παραδείγματα... Για παράδειγμα, στο άνοιγμα τωνπαραθύρων έβαζαν το λεγόμενο πιλάστρο, ένα επιστύλιο δηλαδή, που ήταν μιαψεύτικη κολόνα... Tέτοια πράγματα... Aπό τότε άρχισε ο ξεπεσμός τηςαρχιτεκτονικής.Mε την Aναγέννηση δηλαδή η αρχιτεκτονική αρχίζει να χρησιμοποιεί ωςδιακοσμητικό στοιχείο το ψέμα;(γελάει) Πολύ ωραία το είπατε... Έτσι ακριβώς είναι. Για μένα, δεν υπάρχειAναγέννηση. Yπάρχει μόνο Γέννηση! Όλα τα άλλα είναι διακόσμηση. Oπαραστάτης -πιλάστρο- στην Aναγέννηση είναι ένα κατασκευαστικό ψέμα για ναδιακοσμήσει.Ένα παράδειγμα διακοσμητικής αρχιτεκτονικής στις ημέρες μας;Tα νεοκλασικά.Eίναι διακοσμητικά;Σκηνικά. Tίποτε άλλο. Ένα εισαγόμενο είδος από τους Bαυαρούς, τον Όθωνα.(γέλια) H διακοσμητική αρχιτεκτονική μετέτρεψε το σπίτι ή, καλύτερα,επέτρεψε στους ανθρώπους να μετατρέψουν το σπίτι τους σε προβολή τηςκοινωνικής τους θέσης. Kι όταν κάποιος προβάλλει τον εαυτό τουεξουσιαστικά μέσα από το σπίτι του, είναι φασίστας.Yπερβολή, νομίζω.Kαθόλου. Kυριολεξία. Aυτό είναι ο φασισμός. Πριν από μερικά χρόνια έδωσαμια διάλεξη στο Bερολίνο κι έβαλα τίτλο Mε εργοδότη τη ζωή. Όχι τονπελάτη! Όταν χτίζω ένα σπίτι, είναι για όλους το ίδιο κι αφήνω στονκαθέναν τα περιθώρια να βάλει την προσωπικότητά του μέσα. ?λλωστε, ηαρχιτεκτονική γίνεται απ' όλους, όχι μόνο από τον αρχιτέκτονα.Mε αυτήν τη λογική σχεδιάσατε τις εργατικές κατοικίες της Φιλαδελφείας;Aκριβώς.Oι άνθρωποι που έζησαν μέσα τίμησαν αυτήν τη φιλοσοφία σας;Όχι. Tους άλλαξαν τα φώτα. (γέλια) Έβαλαν πόρτες, φερφορζέ και τα έκαναναγνώριστα.Πόσο φταίει ο αρχιτέκτονας για τις αντιδράσεις των ανθρώπων που κατοικούνστα σπίτια που φτιάχνει;H οδηγία που είχα πάρει ήταν να φτιάξω σπίτια για οικογένειες με δύοπαιδιά. Έφτιαξα λοιπόν ένα καθημερινό, δύο υπνοδωμάτια, μια κουζίνα, έναλουτρό. Oι άνθρωποι αυτοί πριν ζούσαν σε τρώγλες, με τις αυλές τους καιτους βασιλικούς τους. Mετά από ένα χρόνο, πήγα να δω πώς ζούσαν εκεί. Kαιτι να δω... Tο καθημερινό ήταν κλειδωμένο. Ήταν το επονομαζόμενο «καλό».(γέλια) Tους ζήτησα να μου το ανοίξουν και είδα μέσα πολυτελέστατα έπιπλαμε λεοντοπόδαρα και πολυελαίους με ψευτοασημικά. Ήταν ένας χώρος πουανοιγόταν μόνο στις γιορτές. Kαι ζούσαν στριμωγμένοι στα δύο δωμάτια.Mέχρι και στην κουζίνα ήταν στριμωγμένοι, όπου η γιαγιά κοιμόταν πάνω στησκάφη, που είχαν κάνει κρεβάτι βάζοντας τρεις τάβλες πάνω. Έτσι ζούσανόλοι.Aπογοητευτήκατε;Eσείς τι λέτε;Πώς το ερμηνεύσατε;Nομίζω ότι οι άνθρωποι στις μετακομίσεις κουβαλάνε, εκτός από περιττάπράγματα, και ψευτολειτουργίες που κάνουν τη ζωή τους δύσκολη. Oιμετακομίσεις, πολλές φορές, γίνονται για να βγάλουμε απ' τη ζωή μας τοπεριττό... Δυστυχώς, η ζωή μας έχει γεμίσει περιττά... Πολύ φοβάμαι ότι σελίγο θα είναι περιττή και η ίδια η ζωή. Θα γεννιόμαστε για να πεθάνουμε...Θα καλούμεθα να κάνουμε απλώς μια φυσική λειτουργία για να μην ταραχθεί ηισορροπία της φύσης.Zούμε, λέτε, σε μια εποχή που έχει χαθεί το όραμα;Nαι, αυτό είναι το κακό που μας βρήκε. Γιατί στη ζωή κάτι πρέπει ναπιστεύεις και κάτι ν' αγαπάς. Aλλιώς, δεν υπάρχει σωτηρία. Πολύ φοβάμαιότι αυτά είναι πράγματα που αρχίζουν να εκλείπουν.Eσάς τι σας λείπει τώρα από τη ζωή; Aπό όλες τις απώλειες ποια σας πονάειπερισσότερο;Πριν από τριάντα χρόνια είχα ένα φίλο. Σπούδασε μόδιστρος στη Bιέννη. Ήρθεεδώ και έκανε τον ξεναγό. Ξαφνικά κάτι έπαθαν τα νεύρα του και δενμπορούσε να κοιμηθεί. Tου έδιναν οι γιατροί φάρμακα, αλλά δεν γινόταντίποτα. Tου σύστησαν έναν ψυχίατρο στη Bιέννη. «Για ποιο λόγο να πάω σεψυχίατρο, γιατρέ;» ρώτησε. «Για να σου πει ποιος είσαι», του λέει ογιατρός. «Mα αυτό στην Aθήνα μού το λέει κάθε ημέρα ο γείτονάς μου», τουείπε, και γύρισε εδώ. Aυτό λοιπόν ήταν η μεγαλύτερη απώλεια. Kάποτε υπήρχεεπαφή κι αγάπη. Δίναμε το χέρι ο ένας στον άλλον και ήξερες με ποιον έχειςνα κάνεις. Δεν χρειαζόμαστε πια το διπλανό μας για να κάνουμε κάτι.Φαίνεστε στενοχωρημένος.Στενοχωριέμαι αφάνταστα. Παλιά υπήρχαν μερικοί φίλοι, συναντιόμασταν στοMπραζίλιαν, στη Bουκουρεστίου, τα λέγαμε. Tώρα ο καθένας σπίτι του, στηντηλεόραση μπροστά. Aυτή είναι η παρέα του. Δεν ανοίγει ούτε τα παράθυρα. Hτηλεόραση είναι το μόνο του παράθυρο στον κόσμο. Δεν βλεπόμαστε πια, αυτήείναι η απώλεια.Eσείς πώς αντιμετωπίζετε αυτήν τη μοναξιά;Kάθομαι πάνω απ' το τηλέφωνο, ν' ακούσω μια φωνή φιλική, να πω λίγα λόγια.Ή βγαίνω στο δρόμο και μιλώ με τα κτήρια με τις ώρες... Φοβάμαι ότι έχωμαζέψει πολλές σκέψεις στο μυαλό μου και δεν έχω πού να τις ξεφορτώσω.?στε που οι σκέψεις είναι καλές, φρέσκες. Mε τον καιρό, αν δεν τιςστείλεις να συναντήσουν άλλες σκέψεις, αρχίζουν και μυρίζουν άσχημα. Kαιδεν υπάρχει χειρότερο πράγμα από σκέψεις που έληξε η ημερομηνία τους χωρίςνα βρεις άλλο μυαλό να τις αρπάξει. Σηκώνομαι το πρωί και νιώθω όλο καιπιο βαρύς. Δεν ξέρω αν πρόβλεψα τα θεμέλια ν' αντέξουν αυτές τις σκέψεις.Mπορεί και να βυθιστώ για πάντα από τις πολλές σκέψεις. ?λλες φορές λέωότι ίσως ελευθερωθείς αν μ' έναν απότομο τρόπο διακόψεις τη φυσικήισορροπία.Θα ήταν μια πρόκληση για σας να ρίξετε ό,τι δεν σας αρέσει αρχιτεκτονικάστην Aθήνα και να φτιάξετε ό,τι θέλετε στη θέση του;Όχι. Θα έπρεπε να την γκρεμίσω και να την ξαναχτίσω πάλι από την αρχή.Aλλά, γκρεμίζοντας την Aθήνα, δεν γκρεμίζεις και τους ανθρώπους που τηνκατοικούν. Oι επιζήσαντες θα είναι πάλι το πρόβλημα.Nιώθετε αποτυχημένος;Eυτυχής, θα έλεγα. (γέλια)Γιατί;Πρόλαβα να διαπιστώσω ότι η απώλεια του παρελθόντος μας είναι η πρώτηκοινωνική ομαδική αυτοκτονία μας.Πέστε μου μια συνοικία της Aθήνας που αγαπάτε.Tα Aναφιώτικα.Γιατί;Γιατί τα σπίτια δεν έχουν χτιστεί από αρχιτέκτονες. (γέλια)Πηγή:


http://bloggerkm2009.blogspot.com/2011/04/blog-post_18.html


http://www.yannisstavrou.blogspot.com/

Σάββατο, 19 Νοεμβρίου 2011

Μνήμη Νεοκλή Σαρρή



Έχασε τη μάχη με τον καρκίνο ο καθηγητής Νεοκλής Σαρρής, ο οποίος πέθανε τα ξημερώματα του Σαββάτου σε ηλικία 71 ετών।Η κηδεία του θα γίνει από το Α' Νεκροταφείο στις 3 το απόγευμα της Τρίτης. Ο Νεοκλής Σαρρής ήταν καθηγητής της Κοινωνιολογίας της Ιστορίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο.Γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη και ήταν απόφοιτος της Μεγάλης του Γένους Σχολής.Σπούδασε στα Πανεπιστήμια Κωνσταντινούπολης, Αθηνών και Γενεύης. Διετέλεσε σύμβουλος επί των πολιτικών υποθέσεων του Αοίδιμου Οικουμενικού Πατριάρχου Κύρου Αθηναγόρα. Διαδέχθηκε τον Ιωάννη Ζίγδη στην προεδρία της Ένωσης Δημοκρατικού Κέντρου (ΕΔΗΚ).Έχει διατελέσει καθηγητής παραγωγικών και ανωτέρων Σχολών του υπουργείου Εθνικής Άμυνας. Ως πολιτικός αναλυτής και αρθρογράφος ασχολούνταν ιδιαίτερα με τα ελληνοτουρκικά θέματα.Στις εκλογές του 2009 ήταν υποψήφιος βουλευτής, συνεργαζόμενος με τη Δημοκρατική Αναγέννηση, τοποθετημένος στην τιμητική τελευταία θέση του ψηφοδελτίου επικρατείας του κόμματος.


Κύπρος — Νοεμβρίου 19, 2011 12:03 μμ
Εις μνήμην Νεοκλή Σαρρή – Μια συνέντευξη για την ΕΟΚΑ και το Κυπριακό Posted by

από τον Εμπροσθοφύλακα
‘Σημερινή’«Υπήρξαν φρικαλέοι χειρισμοί»22 Μαΐου 2011συνέντευξη στην Μικαέλλα Λοΐζου
«Το βιβλίο του δρα Γιάννου Χαραλαμπίδη ‘Κυπριακό, Διπλωματικές Ίντριγκες’, που κυκλοφορήθηκε από τον εκδοτικό οίκο ‘Ποιότητα’, διαφέρει ουσιωδώς από τα μέχρι τώρα ομοειδή έργα. Κι αυτό όχι μόνο γιατί συνδυάζει τη δημοσιογραφική γλαφυρότητα με την επιστημονική δεξιότητα, αλλά γιατί παρακολουθεί το Κυπριακό από τη γένεσή του μέχρι και τις μέρες μας», αναφέρει ο γνωστός Καθηγητής Νεοκλής Σαρρής. Το βιβλίο προβαίνει σε μια ενδελεχή ανάλυση απορρήτων εγγράφων και μαρτυριών από το 1950 μέχρι το 2010, με ιδιαίτερη τριβή στα στρατηγικά ελλείμματα της ελληνικής πλευράς. Ο καθηγητής Σαρρής σχολιάζει, από τη δική του επιστημονική και εμπειρική σκοπιά, τα κύρια ζητήματα που πραγματεύεται το βιβλίο.
Μέσα από τα έγγραφα που παρουσιάζονται στο βιβλίο, καταδεικνύεται ότι Βρετανοί και Τούρκοι θεωρούσαν τη διζωνική ως ταξίμ. Σε συνάρτηση μ’ αυτό, πώς σχολιάζετε το γεγονός ότι οι κυπριακές και ελλαδικές ηγεσίες την παρουσιάζουν ως επανένωση;Θεωρώ παράλειψη του συγγραφέα ότι δεν εμβαθύνει στις πολύτροπες αγγλοτουρκικές σχέσεις. Στην Τουρκία, μέχρι τον Ιούνιο του 1955, οι ιθύνοντες πίστευαν ότι η Κύπρος, αργά ή γρήγορα, θα ενωνόταν με την Ελλάδα. Την πεποίθησή τους αυτή τη στήριζαν σε παγιωμένες αντιλήψεις, που προέκυπταν από τις αγγλοελληνικές σχέσεις. Ωστόσο η κρίση αυτή ήταν επιπόλαιη, όπως ενθουσιώδης μεν αλλά επιπόλαιος ήταν ο χειρισμός από την Αθήνα. Η Αγγλία ήδη είχε δώσει δείγματα των προθέσεών της, αλλά κανείς -ούτε στην Ελλάδα ούτε στην Κύπρο- είχε φροντίσει να τα αξιολογήσει.
Οι Άγγλοι, γνωρίζοντας ότι αργά ή γρήγορα θα αναγκαστούν να αποχωρήσουν, φρόντισαν να εντάξουν στο πρόβλημα, ως διάδικο μέρος, και την Τουρκία. Βέβαια αυτό δεν έγινε εύκολα. Η αβελτηρία των ελληνικών κυβερνήσεων, αλλά και η ‘φιλοτουρκική’ στάση των ΗΠΑ έπαιξαν καθοριστικό ρόλο. Τελικά επικράτησε απολύτως το διαίρει και βασίλευε, που τόσο καλά γνωρίζουν οι Άγγλοι (αλλά και οι Τούρκοι). Και η ελληνική πλευρά πιάστηκε στο δόκανο μας διπλής αποικιοκρατίας. Η αγγλοελληνική διαμάχη μετατράπηκε σε ελληνοτουρκική, τρεις μήνες μετά την εκδήλωση της ΕΟΚΑ.
Θέλω να τονίσω εμφαντικά ότι όλα τα σχέδια επίλυσης που προτάθηκαν, προκύπτουν από ένα οθωμανικό μοντέλο. Ο νεο-οθωμανισμός δεν αποτελεί εύρημα του Νταβούτογλου, αλλά υπήρχε και πολύ πριν ο ίδιος γεννηθεί. Η αρχή ξεκίνησε με την αναγνώριση των θρησκευτικών “κοινοτήτων” ως ταυτόσημων προς τις εθνικές. Μάλιστα, το αναγνωρισθέν σύστημα είχε ακόμη πιο σκληρή διάκριση: Μουσουλμάνοι/μη-Μουσουλμάνοι, όπου με βάση την ισλαμική θέαση, οι πρώτοι προηγούνται των δεύτερων, ανεξαρτήτως αριθμητικής δύναμης κάθε “κοινότητας”. Μάλιστα υπήρχε ένας μουφτής, ο Ντανά εφέντης, τον οποίο προωθούσε η Τουρκία, προφανώς έναντι του Μακαρίου. Από το καλοκαίρι του 1956 η Αγγλία προσανατολίζεται από την Τουρκία σε έναν διαμοιρασμό της Κύπρου μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας.
Η σκέψη στηρίζεται σε δύο δεδομένα: Το πρώτο αφορά στην απόσταση της Κύπρου από τις ακτές της Τουρκίας σε αντιπαραβολή προς την αντίστοιχη απόσταση από την Ελλάδα. Το δεύτερο, τη δυνατότητα μεταφοράς εποίκων από την Τουρκία. Πατέρας όλης αυτής της πολιτικής -που υιοθέτησε ασμένως η Μεγάλη Βρετανία- υπήρξε ο διεθνολόγος καθηγητής και πολιτικός Νιχάτ Ερίμ, τον οποίο, καίτοι ανήκοντα στην τότε αντιπολίτευση, ο Μεντερές προσέλαβε ως σύμβουλό του στο Κυπριακό. Ο Ερίμ από το χρονοντούλαπο έβγαλε το ‘συνταγματικό σχέδιο επίλυσης του Μακεδονικού’ αλλά και του ζητήματος της Βοσνίας/Ερζεγοβίνης, ένα σχέδιο που είχαν εκπονήσει ήδη από τον πρώτο χρόνο της διακυβέρνησής τους στις αρχές του περασμένου αιώνα με Γερμανό συνταγματολόγο και στηριζόταν στα οθωμανικά ‘μιλλέτ’ (εθνικοθρησκευτικές κοινότητες), σε παρά φύσιν ένωση με τη διοικητική εμπειρία των διαφόρων συμβουλίων του Τανζιμάτ από το 1839 και μετά.
Είναι προφανές ότι η ΔΔΟ είναι γνήσιο προϊόν αυτής της αντίληψης. Και μάλιστα πολύ χειρότερης, γιατί πρακτικά δρομολογείται δι’ αυτής ένας εκ θεμελίων πολιτιστικός, δημογραφικός, εθνικός εκτουρκισμός, δηλαδή κάθετη αλλοίωση της υφής και φυσιογνωμίας της Κύπρου. Η επιχειρούμενη λύση είναι χειρότερη της διχοτόμησης, γιατί ο μοιραίος εκτουρκισμός θα συμβεί επί ολόκληρης της Μεγαλονήσου, όπου ο δημογραφικός παράγοντας υπερακοντίζει τις σημερινές συνθήκες, κάτι που προβλέπει και ο Ερίμ. Συνεπώς η ΔΔΟ μάλλον δεν αποτελεί επανένωση της Κύπρου αυτής καθαυτής, αλλά θα σημάνει την οιονεί Ένωση ολοκλήρου της Κύπρου με την Τουρκία, τη μετατροπή της Κύπρου σε ένα οικτρό προτεκτοράτο της Τουρκίας!
Δηλαδή επτά χρόνια μετά την απόρριψη του Σχεδίου Ανάν, πιστεύετε ότι ορθώς έπραξε ο κυπριακός Ελληνισμός, επιλέγοντας να το καταψηφίσει μαζικά;Θα πρέπει να τονιστεί, όσο πιο εμφαντικά μπορεί, ότι η ΔΔΟ θα είναι η οριστική ταφόπλακα όχι μόνο της Κυπριακής Δημοκρατίας, αλλά της Κύπρου και ιδιαίτερα του πολιτισμού και των ανθρώπων της. Ουδαμού στον κόσμο μια μειονότητα 18% του πληθυσμού έχει γίνει κάτοχος του 50% της κρατικής εξουσίας με όλες τις συνέπειες (εκ περιτροπής προεδρία κ.ά.). Διότι, εκτός άλλων, στηρίζεται στη ρατσιστική αρχή της φυλετικής και εθνικής διάκρισης. Και ενώ οι πρόσφυγες σε καμιά περίπτωση δεν πρόκειται να επιστρέψουν -ακόμη και σ’ εκείνη την απίθανη των περιπτώσεων που θα τους επιτραπεί- εφ’ όσον η περιρρέουσα ατμόσφαιρα θα είναι εντελώς ξένη και το περιβάλλον όχι φιλικό, οι έποικοι δεν πρόκειται να αποχωρήσουν, με αποτέλεσμα ένα πολύ μεγάλο τμήμα των γηγενών Τ/κ να εγκαθίσταται στο Νότο, μη μπορώντας και αυτοί να υποφέρουν την κατάσταση. Η Τουρκία, μετά την κυοφορούμενη λύση, θα είναι σε θέση να ελέγχει ολόκληρη τη Μεγαλόνησο. Πρέπει να γίνει κατανοητό ότι με τη ΔΔΟ η Κύπρος θα μετατραπεί σε ελεεινό και οικτρό προτεκτοράτο της Τουρκίας, με συνέπεια, σε βάθος χρόνου της επόμενης τριακονταετίας, να εκτουρκιστεί και εξισλαμιστεί σε μέγιστο βαθμό, ενώ αριθμητικά θα υπάρχει αντιστροφή της σημερινής σχέσης των Ε/κ προς τους γνήσιους Τ/κ. Συνεπώς η ΔΔΟ για κάθε νουνεχή και σώφρονα και προπαντός σκεπτόμενο άνθρωπο είναι μια λύση πολύ πιο οδυνηρή και από αυτήν ακόμη τη Διχοτόμηση.
Ο αγώνας της ΕΟΚΑΟ συγγραφέας ισχυρίζεται ότι αν ήταν λάθος ο αγώνας της ΕΟΚΑ, ήταν λάθος και η ελληνική, αμερικανική και γαλλική επανάσταση. Συμφωνείτε μ’ αυτήν τη διαπίστωση;Λάθος δεν ήταν ο αγώνας της ΕΟΚΑ. Ο εν λόγω αγώνας, όμως, καθώς πιστεύω, δεν έχει άμεση σχέση ούτε προς την αμερικανική ούτε προς την γαλλική επανάσταση. Και αυτό γιατί, ενώ με την πρώτη συγγενεύει ως προς το αντιαποικιακό πνεύμα από το οποίο διέπεται, δεν ταιριάζει με την κατασκευή του αμερικανικού έθνους που δρομολογείται από και διά της επαναστάσεως. Η γαλλική, πάλι, επανάσταση είχε αντιφεουδαρχικό χαρακτήρα – αυτό δεν σημαίνει ότι ο αγώνας της ΕΟΚΑ εστερείτο παντελώς κοινωνικού χαρακτήρα.Ο Αγώνας της ΕΟΚΑ είναι αυθεντική συνέχεια της Μεγάλης Ελληνικής Επανάστασης του 1821 και εντάσσεται στις προσπάθειες ενοποίησης της Ελλάδας. Παράλληλα, το Κυπριακό λειτούργησε στην Ελλάδα, που εξήρχετο καθημαγμένη από τον εμφύλιο, ως ασφαλιστική δικλίδα, συνενωτική του λαού και πεδίο εκφόρτισης της αντιαποικιακής ιμπεριαλιστικής πολιτικής από την Αριστερά.
Ελλάδα και Κύπρος αγνόησαν τον τουρκικό παράγονταΥπάρχει ο ισχυρισμός ότι οι Άγγλοι είχαν εισηγηθεί διάφορες λύσεις, οι οποίες θεωρούνται χαμένες ευκαιρίες, ενώ στο βιβλίο προσδιορίζονται ως δικτατορία του κυβερνήτη. Ποια είναι η άποψή σας επί τούτου;Δεν υπήρχαν χαμένες ευκαιρίες, υπήρξαν κατά καιρούς φρικαλέοι χειρισμοί -κάτι πάνω από εξοργιστικοί- αρχίζοντας από την αποδοχή το 1958 της πρότασης του Έλληνα ομολόγου του Τεβρίκ Ρουστού Ζορλού, Ευάγγελου Αβέρωφ -Τοσίτσα, για αναγνώριση στους Τ/κ αντί μειονοτικού καθεστώτος -έστω και προνομιακού-, του καθεστώτος της ‘κοινότητας’, δηλαδή το οθωμανικό σχέδιο. Και η αποδοχή έγινε λόγω άγνοιας των τουρκικών πραγμάτων, της Ιστορίας αυτής καθαυτής, αλλά και της ιστορίας των θεσμών της Τουρκίας, τη γνώση της νοοτροπίας, τη δομή της βασικής προσωπικότητας, συνεπώς και του τρόπου σκέπτεσθαι και πράττειν της Τουρκίας. Είναι εκπληκτικό ότι η Ελλάδα και η Κύπρος ξεκίνησαν έναν Αγώνα δίχως να υπολογίζουν τον τουρκικό παράγοντα και μάλιστα αγνοώντας τον. Σήμερα καθιερώθηκαν σε Ελλάδα και Κύπρο οι τουρκικές σπουδές. Ενώ πριν από πενήντα χρόνια ο τουρκικός παράγοντας και η Τουρκία γενικά υποτιμούνταν, σήμερα υπερτιμούνται. Χρειάζεται γνώση διαχείρισης των γνώσεων, των σχετικών προς την Τουρκία.
Η μόνη χαμένη ευκαιρία είναι του 1964. Ακόμη και σήμερα επαινούν τον αείμνηστο Γεώργιο Παπανδρέου γιατί απέρριψε την πρόταση του πρόεδρου Τζόνσον να συναντηθεί στην Ουάσιγκτον και να συζητήσει το ζήτημα με τον Τούρκο πρωθυπουργό Ισμέτ Ίνονου. Η αρνητική επιρροή στο θέμα αυτό του Ανδρέα Παπανδρέου είναι απόλυτη. Ουσιαστικά τον πήρε κυριολεκτικά στο λαιμό του. Γιατί ο μόνος Τούρκος πολιτικός που μπορούσε να στέρξει στην Ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα την εποχή εκείνη ήταν ο Ισμέτ Ίνονου. Είχα μείνει κατάπληκτος, στην Άγκυρα όπου είχα μεταβεί τον Αύγουστο του 1964, συναντώντας δύο υπουργούς τής τότε κυβέρνησης συνασπισμού, τον υπουργό Τύπου και Τουρισμού Αλί Ιχσάν Γκιογιούς και τον υπουργό Εσωτερικών Οράν Όζτρακ, να μου λένε ευθαρσώς ότι ‘να γίνει η Ένωση, αλλά όχι με τρόπο που θα τους εκθέτει στο λαό’.
Αν μελετήσετε προσεκτικά τις εγγραφές από το ‘ημερολόγιο’ του Νιχάτ Ερίμ, προκύπτει σαφώς ο ισχυρισμός μου, παρότι το δημοσιευθέν κείμενο χρονολογείται τους πρώτους μήνες μετά την εισβολή του 1974 και συνεπώς έχει υποστεί ‘διορθωτικές επεμβάσεις’.
Ηλεκτρονική διεύθυνση άρθρου: http://www.efylakas.com/archives/८८९७

Τρίτη, 15 Νοεμβρίου 2011

Συζήτηση για τον Π.ΚΟΝΔΥΛΗ στο ΓΚΑΙΤΕ 21.11.2011




Δημοσια συζητηση :“Π. Κονδυλης: Η μεταφραση ως μεθοδος”Δευτέρα 21 Νοεμβρίου 2011 στις 7 μ.μ. (Ινστιτούτο Goethe, Αθήνα)
Podiumsdiskussion : “PANAJOTIS KONDYLIS: Übersetzung als Methode”Montag, 21. November 2011, 19.00 UhrSaal des Goethe-Instituts Athendeutsch/griechisch mit Simultanübersetzung
Από μεταφραστικής πλευράς: ο Λ. Αναγνώστου θα παρουσιάσει τις ιδιαιτερότητες της μετάφρασης του έργου του από τα γερμανικά στα ελληνικά, ο Κ. Κουτσουρέλης θα αναφερθεί στη μετάφραση ως πολιτική και ο Μ. Παπανικολάου θα μιλήσει για τον Κονδύλη ως μεταφραστή των κειμένων του.
Σε μία ευρύτερη γλωσσική προοπτική: ο F. Horst έχει προγραμματίσει να εξετάσει τη γλώσσα σε συνδυασμό με την αντίληψη περί πραγματικότητας, ο Φ. Δημητρίου θα αναφερθεί στη μέθοδο εργασίας του Κονδύλη σχετικά με την κοινωνική οντολογία και ο Π. Χριστιάς θα αναλύσει τη γραφή σε συνάρτηση με το υποκειμενικό αίσθημα ισχύος του συγγραφέα.
Συντονίζει ο Α. Καϊσης.

Τρίτη, 8 Νοεμβρίου 2011

ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΙΔΗΣ :ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ, ΕΞΗΓΗΤΗΣ ΜΑΝΤΑΤΟΦΟΡΟΣ







ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ, ΕΞΗΓΗΤΗΣ ΜΑΝΤΑΤΟΦΟΡΟΣ



Αν ζούσε σήμερα ο Γιώργος Σεφέρης, θα συμπλήρωνε με όρους αστρονομικούς εκατό έντεκα έτη φωτός. Είδε το φως της μέρας το 1900. Έκλεισε τα μάτια του πριν από 40 χρόνια. Αυτό τιμάμε σήμερα. τη μνήμη της διαρκούς παρουσίας του, τη ζωντανή εμπλοκή του με την ιστορία – την χωρίς τέλος ιστορία, την εξ ορισμού ατελή, ανολοκλήρωτη κι ελαττωματική. Κι όμως αυτός ζητούσε πάντα να γλιστρήσει σ’ έναν άλλο χρόνο, διερευνώντας τα βαθύτερα κοιτάγματα της ανθρώπινης φύσης. «Γυρεύω» έλεγε «το νου, την ευαισθησία και το κουράγιο των ανθρώπων που προχωρούν εμπρός». Η καταληκτική εξήγησή του στο «Χειρόγραφο Σεπτέμβρης ’41», που γράφτηκε ακριβώς πριν από 70 χρόνια – οι σχολαστικές ενδείξεις είχαν πάντα για εκείνον ιδιαίτερη σημασία – μαρτυρεί τον συγκροτημένο από κάθε πλευρά χαρακτήρα του: «Έγραψα αυτές τις σελίδες χωρίς άλλο σκοπό παρά να βάλω τάξη στη συνείδησή μου. Το μόνο γενικότερο συμπέρασμα που βγάζω και που με ανησυχεί είναι η καταπληκτική διαφορά του λαού και της συντεχνίας των αρχόντων του, σ’ όποιο κόμμα κι αν ανήκουν. Πού θα μας βγάλει αυτό, δεν το ξέρω [...]. Ο Θεός να βοηθήσει». (Πρετόρια, Σεπτέμβρης-Δεκέμβρης 1941).
Αυτά τα λέει ένας υπάλληλος υπουργείου αλλά και ποιητής εν εξορία, ακολουθώντας την ελληνική κυβέρνηση στο ξεριζωμό της από την κατεχόμενη Ελλάδα μέσα στη δίνη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Το «γενικό ανακάτωμα της πολιτείας», καταπώς θα έλεγε ο Διονύσιος Σολωμός, συνυφασμένο με την «υπέρογκη και τερατώδη στενοκεφαλιά», που συχνά επισημαίνει ο Σεφέρης, προσδιορίζει τους άψυχους τοίχους μιας έγκλειστης, πλην όμως οξυκόρυφης και γρηγορούσας, μοναχικότητας. μιας αριστοκρατικής εκ φύσεως μοναχικότητας, που είλκε την καταγωγή της από τη γοητεία και το σπαραγμό. Το δεδομένο είναι ότι ο Γιώργος Σεφέρης ουδέποτε υπήρξε αναχωρητής από τον κόσμο. αντίθετα η ζωή του, εγγεγραμμένη στο μητρώο των «προφητών-ποιητών», υπήρξε ουσιαστικά «μια περιδιάβαση», ένα ταξίδι ατέρμονο μέσα στην απέραντη θάλασσα ιστορικών και μυθικών πραγμάτων, που θέλησε μεθοδικά να καταγράψει στο προσωπικό του τρίπτυχο «Ημερολόγιο Καταστρώματος».
Η αναφορά μας σ’ αυτόν ίσως θα πρέπει να πορεύεται με όρους του δικού του ιδεοφόρου στρώματος. Για να είμαστε περισσότερο πιστοί και μάλλον εγγύτεροι στη δική του θεματική αλλά και την ιδιαίτερη φόρτιση των λέξεών του (πού βαθμιαία καθιερώνονται και ως λογότυπα), θα πρέπει να εγκύψουμε σ’ αυτά που εκείνος λέει, σε ό,τι δηλαδή ο λόγος του μετρά. Καθετί στον Σεφέρη ζυγιάζεται ακριβοδίκαια – η λέξη «δικαιοσύνη», το «ζύγιασμα της καλοσύνης» και ο ανθρώπινος περίγυρός τους, δημιουργούν ανοίγματα και προϋποθέσεις ευγενέστερης ανάπτυξης προς την παγκόσμια συνείδηση. Μπορεί ο ίδιος να αναγνωρίζεται από τους κριτικούς ως ο ποιητής που συνδέθηκε με τον «καημό της Ρωμιοσύνης», ωστόσο θ’ άξιζε τον κόπο να μελετήσει κανένας βαθύτερα τι σήμαινε γι’ αυτόν η λέξη «Ρωμιοσύνη» και ποια η περιεκτικότητα πατρίδας στη λέξη «Έλλην» για τον Σεφέρη, όπως εξάλλου κατ’ αντιστοιχίαν στη λέξη «Ελληνισμός» για τον Καβάφη. Και οι δυο υπερέβαιναν σαφώς τους γεωγραφικούς περιορισμούς μιας πατρίδας που έλαχε στο μερτικό τους. Προεξέτειναν την ιδέα της πατρίδας ως πνευματικού κατορθώματος, που καθίσταται αποκαλυπτικό και το αξιώνεται κανένας συνειδητά, εφόσον έχει κατακτήσει τη βαθύτερη ουσία της ελληνικότητας. Υπό αυτή την έννοια καθίσταται ένας κεχρισμένος, που αποκολλάται από το υλικό πεδίο της εγκόσμιας Ελλάδας, εισχωρώντας σ’ αυτό που ο Μακρυγιάννης κάποτε αποκάλεσε «αρετήν ελληνικήν». Δεν πρόκειται για αφηρημένην ιδεολογία παρά για συγκεκριμένο μέτρο στάθμισης του ήθους και του χαρακτήρα. Αλίμονο, η σύγκριση με τον Σεφέρη, και μάλιστα υπό το βάρος των σημερινών αδιεξόδων, που οφείλονται σε οικονομικές και πολιτικές ασυνταξίες αλλά και σε προϊούσα κοινωνική αποσάθρωση και απώλεια ήθους πατριωτικού, θα απέβαινε καταλυτική. Για εκείνον η πατρίδα είχε βάρος απροσμέτρητο – ήταν γη και ουρανός, βαθύτατο ρίζωμα και παράλληλα ανάταση και ανάσταση. Ο αμφίβιος λόγος του, μισός στο νερό, μισός στον αέρα – κατά τον τύπο της εμβληματικής γοργόνας που καθιέρωσε ως σφραγίδα σε ορισμένα βιβλία του – συγκερνά βάθος και ύψος. εκφράζει, θα λέγαμε, βιολογικά τη σάρκωση της ιδέας, τη μορφοποίηση του κάλλους και την άνθισή του μέσα από τη βιωματική σχέση του ποιητή με τα πράγματα του κόσμου. Δικαιολογημένα ο Σεφέρης λέει: «Όσοι προτιμούν την Ακρόπολη με πανσέληνο δεν ξέρω αν θα με παρακολουθήσουν [...]. Το αισθητικό είναι ολωσδιόλου άλλη υπόθεση. είναι μια ξαφνική παρουσία έντονη και αποκλειστική. ένας μανδύας από μάρμαρο, που με σκεπάζει ολόκληρο. μια φωνή που δεν καταλαβαίνω, και που ωστόσο αισθάνομαι την επιτακτική ανάγκη να μιλήσω σαν αυτή, για να την καταλάβω».
Καταλαβαίνετε λοιπόν τη σωματική προσπάθεια του ποιητή να μεταφέρει τα αγάλματα εκτός μουσείου, να τους εμφυσήσει ζωή, να τα κάνει να πάλλονται εξ ονόματός του ή, αντιστρόφως, να ταυτιστεί επιτέλους αυτός με το είναι τους. Και όταν, Μάη του ’39, γράφει: «Να έχουμε το κουράγιο των αρετών και των ελαττωμάτων μας (γνωρίζοντάς τα, όσο καλύτερα μπορούμε) για να τα βάλουμε στη δούλεψη του αγαθού», για συγκεκριμένα πράγματα μιλά – της σήμερον. πράγματα που μας πονούν, που μας καίνε χρόνια και χρόνια, καθώς αυτός, με το λεπτοφυές επιδιασκόπιό του, τα ανιχνεύει μονολογώντας με βαθύ καημό για «τα αρχαία μνημεία και τη σύγχρονη θλίψη». Κάποιοι στίχοι από την ποιητική του σύνθεση «Μυθιστόρημα», γραμμένοι το 1934, παρέχουν πρώιμες ενδείξεις:

Μετακινώντας τσακισμένες πέτρες, ανασαίνοντας
τη δροσιά του πεύκου πιο δύσκολα κάθε μέρα,
κολυμπώντας στα νερά τούτης της θάλασσας
κι εκείνης της θάλασσας
χωρίς αφή
χωρίς ανθρώπους
μέσα σε μια πατρίδα που δεν είναι πια δική μας
ούτε δική σας.

Διοσημίες, θα πείτε, και προμαντέματα; Για έναν ποιητή που καλλιέργησε με πάθος την επιστήμη της αγάπης για την πατρίδα δεν θα ήταν δύσκολο ν’ αποτυπώσει με τους στίχους του, εν είδει τατουάζ απάνω στην ψυχή του, τα ιστορικά συμφραζόμενα της εποχής του, που οι σύγχρονοι καιροί τα κάνουν δυστυχώς να έχουν αναδρομική ισχύ.

Ο τόπος μας είναι κλειστός. Τον κλείνουν
οι δυο μαύρες Συμπληγάδες. Στα λιμάνια
την Κυριακή σαν κατεβούμε ν’ ανασάνουμε
βλέπουμε να φωτίζουνται στο λιόγερμα
σπασμένα ξύλα από ταξίδια που δεν τέλειωσαν.
σώματα που δεν ξέρουν πια πώς ν’ αγαπήσουν.
Αυτό το τελευταίο είναι το πιο πικρό. ίσως γιατί ξεμάθαμε τον τρόπο ν’ αγαπάμε – νεκρώθηκαν οι αισθήσεις μας, χαθήκαμε από τ’ αληθινό μας πρόσωπο. Και με τούτο εννοώ τον έμφυτο ατομικισμό και το πολλαπλάσιό του, την ιδιοτέλεια, που μας στερούν την «κοινωνία» με το πρόσωπο της πατρίδας – μ’ ένα λόγο, την πατριωτική αρετή, που εξανθρωπίζει και τη ζωή.

Βουλιάζοντας μέσα σε βάλτους στη λίμνη
του Μαραθώνα
θα μπορέσουμε να πεθάνουμε κανονικά;

αναριωτιέται ο ποιητής συγκρίνοντας παλιές εποποιίες και σύγχρονη ερήμωση. Η «Έρημη χώρα» του T.S. Eliot ή ο «Σκουπιδότοπος», όπως θα έπρεπε ακριβέστερα να μεταφράζεται, διασταυρώνεται με τη διαπίστωση του Σεφέρη για την «έλλειψη χαρακτήρων, την έλλειψη νεύρου, την έλλειψη βαρύτητας [...], μια σειρά πίκρες, ατιμίες και καταστροφές». φθοροποιά στοιχεία που αδυνατεί, κατά την κρίση του, ν’ αποσείσει η πολιτική – αυτή η «έμπρακτος μηχανή» που λέει ο Πίνδαρος. Η μοίρα «θέσπισε» στον Σεφέρη να είναι παρών στις κρίσιμες ιστορικές στιγμές του έθνους, εμπλεκόμενος παρατηρητής αλλά και σχολιαστής και χρησμοδότης. Το δημιουργικό του έργο σηματοδοτεί τη «στροφή» όχι μονάχα της ποίησής του προς αλλά αισθητικά λιμάνια παρά και τη στροφή της ίδιας της πολιτικής προς τα υψηλά. Γιατί, όπως έγραψε, «το να είσαι μικρός και κακομοίρης μήτε η πολιτική το συγχωρεί μήτε τίποτε που ν’ αξίζει τον κόσμο».

Λίγο ακόμα
θα ιδούμε τις μυγδαλιές ν’ ανθίζουν
τα μάρμαρα να λάμπουν στον ήλιο
τη θάλασσα να κυματίζει

λίγο ακόμα,
να σηκωθούμε λίγο ψηλότερα.

Δεν εννοούσε με αυτό να στήσουμε σκάλα και να ξεμυτίσουμε πάνω απ’ το φράκτη. Ουσιαστικά μιλούσε για την ανάταση της ψυχής και του πνεύματος, για εκείνη την ποιότητα που ανεβάζει τον άνθρωπο και του χαρίζει οφθαλμό, να ιδεί πλατιά τον εαυτό του και τον κόσμο, χωρίς μιζέρια και χωρίς μικρότητα. «Η συνείδηση της πνευματικής υπόστασής μου» γράφει «με βοήθησε να υπηρετήσω τον τόπο με μεγαλύτερη φροντίδα και γνώση της παράδοσής μας και του λαού μας – πράγμα που, δυστυχώς, στη γενιά μου δεν τα παίρνουν στα σοβαρά οι περισσότεροι από τους δημόσιους λειτουργούς. Στην πολιτική μου ζωή ένιωσα, τις περισσότερες φορές, μεγάλη αηδία. Όμως ποτέ δεν έπαψα να δίνω, μ’ όλη τη θέρμη της καρδιάς μου, την πίστη μου στον ελληνισμό, που είναι η άλλη όψη του ανθρωπισμού μου». Σ’ αυτό, προσθέτει, τον βοήθησε η ποιητική φροντίδα του, που ήταν να δώσει μορφή στο συναισθηματικό του κόσμο, δομημένο στην ακρίβεια και την καθαρότητα της κρίσης. Πραγματικά, σε όλα τα γραφτά του ακούμε τη φωνή ενός ισορροπημένου υπεύθυνου πολίτη, πλοηγού σωκρατικής σωφροσύνης, «φαρμακερά αποκλεισμένου», για να θυμηθούμε πάλι τα δικά του λόγια, «από κόμμα, αρχηγό ή συντρόφους». Είναι φαίνεται φυσικός νόμος: η αίσθηση της μοναχικότητας (αυτό το ενέχυρο της αθανασίας) καθώς και η απόσβεση του υπερφίαλου εγώ να συμβαδίζουν με την ουσιαστική, μέσω του πόνου, διάκριση των πραγμάτων και τη συνείδηση του εαυτού μας. «Και περπατούσα μέσα στη νύχτα χωρίς να γνωρίζω κανένα, μήτε κανένας με γνώριζε» (Μανόλης Αναγνωστάκης), πράγμα που συμπίπτει εντυπωσιακά με ό,τι λέει κι ο Σεφέρης στη δοκιμή του «Γλώσσες στον Αρτεμίδωρο Δαλδιανό» (1979): «Σα να γύριζα από μακρύ ξενιτεμό. στους δρόμους κανείς δε με γνώριζε και δε γνώριζα κανέναν». Ήταν ίσως ο καλύτερος τρόπος, ώστε ο πρωτεϊκός ποιητής μας να μεταμορφωθεί σε κείνον που δεν ήταν πια παρά ο Κανείς, ο Ούτις του Ομήρου. Έχοντας πλέον αποβάλει την ατομική συνείδησή του, πληρούται από την ευρύτερη φυλετική. Οι αναβαθμοί της εξελικτικής του πορείας μας δίνουν το στίγμα του: Ο Γιώργος Σεφέρης ξεκινά ως ομηρικός και πλάνητας Οδυσσέας. στη συνέχεια εξομοιώνεται με τον Οιδίποδα, εγγεγραμμένον τραγικά στον κύκλο της αισχύλειας άτης. στο τρίτο στάδιο μορφοποιείται σε εχέφρονα γέροντα στην ακροποταμιά της Ιστορίας, που οράται τον κόσμο μ’ ευριπίδειο σκεπτικισμό, και τέλος καταλήγει σε σωκρατικό πανδοχέα της σοφίας. «Και η ψυχή, ει μέλλει γνώσεσθαι αυτήν, εις ψυχήν βλεπτέον», στοχαζόταν αδιάλειπτα, ταγμένος απ’ τη φύση του ν’ ακρολογιέται την ψυχή του και να συντονίζεται με τη μουσική συμφωνία της. Ο εσωτερικός ρυθμός του τον καθοδηγούσε αναμφίβολα και δεν είναι λίγες οι φορές που τον έκανε ν’ αγρυπνά για μια νότα. Δεν χρειάζεται να μας το πει, το καθιστούν φανερό τα ίδια τα ποιητικά του δημιουργήματα.
Παράλληλα ο Σεφέρης στα δοκίμια και γενικά στα πεζά κείμενά του, με κορύφωση τις ημερολογιακές του εγγραφές και την αλληλογραφία του, σημειώνει, σαν σε πλάκα ευπαθή, τους κραδασμούς της ψυχής του και τις μύχιες σκέψεις του. Ίσως αυτό να ήταν το αντιστάθισμα, που λειτουργούσε ως αντίδοτο και καθαρμός στην επαγγελματική γλώσσα της διπλωματίας, η οποία στηριζόταν συχνά στην τέχνη της αποσιώπησης. Στο θέατρο της Ιστορίας, όπως του φάνταζε ο κόσμος, πάσκιζε με καθημερινές ασκήσεις γραφής και εγρήγορσης, να διατηρήσει τ’ αντισώματά του. Απεχθανόταν κυρίως την ιδιοτέλεια και την αδικία (σε ιδιωτικό και κρατικό επίπεδο) που υποβάθμιζαν την ανθρώπινη ποιότητα. Στα μάτια του ποιητή όλα αυτά μετατρέπονταν σε αντιαισθητικές κακοτεχνίες. Η πατριωτική του εντιμότητα είχε να κάνει με την συγκρότηση ήθους ως προς την ακρίβεια και την εγκράτεια του λόγου, αλλά και με τη θεοφάνεια της αρετής. Ένιωθε θαρρείς τους ανθρώπους ωσάν αγάλματα, που μια ζωή θα έπρεπε να πελεκάνε την ψυχή τους. Γι’ αυτόν η έννοια της κουλτούρας σχετιζόταν με την εξέλιξη των ατόμων και των εθνών επάνω στον πλανήτη μας. Αναζητούσε με πάθος αυτή την εξέλιξη, κι επειδή δεν την έβρισκε, ο κόσμος γινόταν τελικά το γέρας της θλίψης του – ένα βαρύ κι ασήκωτο βραβείο, που το κερδίζει κανείς με την πίκρα, τον απαρηγόρητο καημό και την πληγή.
Εδώ χρειάζεται προσοχή και ειδική μεταχείριση των όρων «θλίψη» και «πληγή». Η ρήση, λόγου χάρη, του Σεφέρη «όπου και να ταξιδέψω η Ελλάδα με πληγώνει» κινείται σε δύο επίπεδα. Το ένα είναι τα «παραπετάσματα των βουνών και οι γυμνοί γρανίτες», ένας κόσμος κλειστός και αδιαπέραστος. το άλλο είναι «το πουκάμισο του Κενταύρου που γλιστρούσε μέσα στα φύλλα για να τυλιχτεί στο κορμί του» – δηλητηριώδης πληγή, που αυτός τη δέχεται κατάσαρκα και, απ’ ό,τι φαίνεται, την επιζητεί. Στη δεύτερη περίπτωση ο μύθος συμπλέκεται με την ιστορία και η πληγή καθίσταται πόνος και γνώση μαζί. Ο Σεφέρης δέχεται απάνω στο δέρμα του την πληγή του τόπου. η αισθητική ματιά του τραυματίζεται με όσα βλέπει και βιώνει, ωστόσο δεν υπάρχει άλλος τρόπος: η πληγή είναι το σημείο, η ρωγμή, για να εισρεύσει ο καταιγισμός της γνώσης. Ο τραγικός αυτός εμποτισμός του ποιητή δένεται οργανικά με την αισχύλεια γραμμή: «πάθει μάθος» Άλλωστε το λέει και ο Βαλερύ: «Η ομορφιά είναι πόνος». Φυσικά, όπως καθετί, έχει και η ομορφιά τις διαβαθμίσεις της. Τη νιώθει πληρέστερα «ο ελεύθερος άνθρωπος, ο άνθρωπος ζυγαριά της ζωής», καταπώς θα έλεγε ο Σεφέρης. Όποιος υπερβαίνει το μέτρο είναι υβριστής και τούτο καθορίζει τα όρια και το πλαίσιο της ισορροπίας.



Κυρίες και κύριοι, πρόθεσή μου ήταν να προσεγγίσω τη σχέση του Σεφέρη με την Κύπρο μέσα από το πρίσμα των «κυπριακών», όπως τα χαρακτηρίζει ο Γ.Π. Σαββίδης, ποιημάτων του, που καλύπτουν τη συλλογή «...Κύπρον, οὗ μ’ ἐθέσπισεν...» (με το εθέσπισεν εννοείται ο Απόλλων που όρισε στον Τεύκρο – περσόνα εδώ του Σεφέρη – να ιδρύσει και να δεθεί αναπόδραστα με την Σαλαμίνα της Κύπρου, εις ανάμνησιν της πατρικής του Σαλαμίνας, του Σαρωνικού). Τελικά η Κύπρος ήταν η εκβολή (συνέχεια και απόληξη) του μεγάλου ποταμού, που ξεκίνησε από τα βουνά και τα λαγκάδια της σεφερικής ψυχής. Το έργο και η ψυχή του φανερώνουν ότι καλλιέργησε και μετεξέλιξε τα βασικά μοτίβα του, που ήταν δεμένα με την τίμια στάση του απέναντι στην τέχνη και τη ζωή. Ουσιαστικά ο Σεφέρης δεν αποζήτησε παρά το φως, υλικό και πνευματικό – ακριβέστερα υλικό που γίνεται πνευματικό – ταξινομώντας το σε επάλληλους κύκλους.
Όποιος πρωτοπηγαίνει στην Κύπρο ή γυρνά σ’ αυτήν από μακρύ ταξίδι, το πρώτο που προσέχει (ή που θα άξιζε να προσέξει) είναι το φως. Ο Σεφέρης βέβαια το ένιωσε αμέσως και το κατέγραψε στον πρώτο κιόλας στίχο του πρώτου ποιήματος της συλλογής του «...Κύπρον, οὗ μ’ ἐθέσπισεν...».

«Και βλέπεις το φως του ήλιου καθώς έλεγαν οι παλαιοί»

Ο στίχος είναι από το ποίημα «Αγιάναπα, Α’», όπου ο ποιητής αξιώθηκε να ιδεί το φως του ήλιου και μεταφορικά να ξαναγεννηθεί. Άλλωστε το «ὁρᾶν φάος ἠελίοιο», όπως έλεγαν οι παλαιοί (με πρώτο φυσικά τον Όμηρο), σήμαινε ακριβώς τη γέννηση και τη ζωή. Στην περίπτωση του Σεφέρη, τα πράγματα προχωρούν πέρα από την πρωτογενή τους μορφογένεση, και θα χρειαζόταν να εντρυφήσει κανείς εκτενέστερα στη γενεαλογία του φωτός. Αρκεί να θυμηθούμε τον σεφερικό στίχο για το «αγγελικό και μαύρο φως», αλλά και την τρομερή απορία του: «Αν το φως της μέρας και το αίμα του ανθρώπου ήταν το ίδιο πράγμα;» Τελικά ο ποιητής αποκτά συνείδηση της μοίρας του και της αποστολής του: «Ξέρω πως με το φως πρέπει να ζήσω». Η ομολογία του προεκτείνεται εν είδει εσωτερικού μονολόγου γύρω από μια θυμέλη: «Πόση επιμονή χρειάζεται για ιδείς και τα πιο απλά πράγματα... «Και βλέπεις το φως του ήλιου» καθώς έλεγαν οι παλαιοί. Θα μπορούσα να αναλύσω αυτή τη φράση και να προχωρήσω ως την πιο μυστική αγάπη. Αλλά για να πεις αυτά που θέλεις να πεις πρέπει να φτιάξεις μιαν άλλη γλώσσα και να τη θρέψεις για χρόνια και χρόνια με ό,τι αγάπησες, με ό,τι έχασες, με ό,τι δε θα ξαναβρείς ποτέ».
Αυτά είναι γραμμένα τον Ιούνιο του 1946, φανταστείτε! Μέσα στη μεγάλη του γένους παραζάλη και την εφιαλτική εμφύλια τραγωδία, ο διπλωμάτης και ποιητής κατέγραφε τον τόνο της ψυχής του βαθαίνοντας στη μεταφυσική του φωτός. «Οι σκοτεινές δυνάμεις», θα σημειώσει λίγα χρόνια αργότερα αναφερόμενος στους Δελφούς, «είναι το προζύμι του φωτός. όσο πιο έντονες είναι, τόσο πιο βαθύ γίνεται το φως, όταν τις κυριαρχήσει».
Και στην «Κίχλη» (1946) τι λέει:

Καθώς περνούν τα χρόνια
πληθαίνουν οι κριτές που σε καταδικάζουν.
καθώς περνούν τα χρόνια και κουβεντιάζεις
με λιγότερες φωνές,
βλέπεις τον ήλιο μ’ άλλα μάτια.

Αυτό μπορεί να δεθεί και με την ημερολογιακή καταγραφή του, 28 Φεβρουαρίου 1951: «Ανοίγοντας το παράθυρο το πρωί, το φως. κι αμέσως έπειτα μια μαύρη αυλαία: τα πρόσωπα που πρόκειται να συναντήσω όλη τη μέρα – που μ’ εμποδίζουν να ιδώ τον τόπο μου». Πριν εστιάσουμε στο τελευταίο, θα ήταν ίσως πιο σεφερικό να συλλογιστούμε μήπως ο εσμός των κριτών δεν αντιπροσωπεύει μόνο τους απέξω, αλλ’ έχει να κάνει και με τη στάθμιση της ζωής του ποιητή από αυτόν τον ίδιο. Έτσι κι αλλιώς ο Σεφέρης διαλογίζεται εν εαυτώ μονολογώντας. Ο μονόλογός του (που βρίσκει την οργανική του τεκμηρίωση και στον τίτλο του ποιήματος «Νεόφυτος ο Έγκλειστος μιλά – ») δεν είναι παρά η φωνή κάποιου άλλου, κάποιου που φώλιασε μέσα του και αντλεί από τον ποιητή τελετουργικά την ύπαρξή του, με σπονδή από αίμα. Πέρα απ’ αυτό, εκείνοι που τον «εμποδίζουν να ιδεί τον τόπο του», όσο πεζοί και υπαρκτοί, δεν είναι άλλο από το βραχνά των ονείρων του – τα μολεμένα κορμιά (οι φθαρμένες ψυχές) που του φράζουν τη μπασιά και τη θέα της πατρίδας. «Δεν είμαι έξαλλος εθνικιστής», είπε ο Σεφέρης σε πρόσφατα θησαυρισμένη συνέντευξή του, που δημοσιεύτηκε το 1954 σε κυπριακή εφημερίδα, «όμως πιστεύω στην Ελλάδα. Και πιστεύω πως η Ελλάδα είναι μια ηθική έννοια που πρέπει να σωθεί με κάθε τρόπο και να σώσει [...]. Νιώθω πως πρέπει να πολεμήσω και να ματώσω τούτη τη σκληρή γη. Η συνείδηση και η αγάπη της μου το επιβάλλει και ο ελεύθερος λόγος μου υπακούει για να τη σώσει και να την κάνει ομορφιά». Ιδού ο λόγος ενός πραγματικά μεγάλου Έλληνα διδασκάλου, που υπηρέτησε χωρίς εκπτώσεις ή παραχωρήσεις τη διπλωματική και ποιητική του αποστολή. Τι μας διδάσκει εδώ ο Σεφέρης; Ότι πρέπει με κάθε τρόπο η Ελλάδα να σωθεί για να μπορέσει – ας το προσέξουμε παρακαλώ αυτό – για να μπορέσει, λέει, να σώσει. Προϋπόθεση της σωτηρίας του τόπου είναι ο αγώνας και το μάτωμα, η σκληρή πάλη, η αγάπη και η συνείδηση της ευθύνης για τη σωτηρία της πατρίδας, χάρη στο ελεύθερο φρόνημα (αυτό εννοεί όταν λέει «ελεύθερος λόγος») και στη λαχτάρα για την αναμόρφωση της Ελλάδας, ώστε να πάρει τη θέση που τους αξίζει. Για να τη σώσει, λέει, «και να την κάνει ομορφιά»! Να ξαναποκτήσει το κάλλος και την αρμόζουσα θέση της μέσα στον κόσμο, που – όσο κι αν ηχεί παράδοξο – έχει λαμβάνειν από αυτήν τη δικιά του σωτηρία. Η συγκεκριμένη σωτηρία δεν θα είναι φυσικά χρηματική παρά πνευματική και φωτοδότρα. Το χρέος της Ελλάδας προς τον κόσμο είναι τελικά πνευματικό. Αλλά για να το εκτελέσει πρέπει πρώτα να ξαναβρεί τον εαυτό του. Ο Σεφέρης, όπως και κάθε αληθινός ποιητής, μας δείχνει το δρόμο.
Από αυτό ξεκινώντας, μπορούμε να θυμηθούμε κάτι σημαδιακό που είπε ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης (φέτος τιμάμε και αυτού την αγέραστη μνήμη: εκατό χρόνια από το θάνατό του). Το παράθεμα είναι από το διήγημά του «Λαμπριάτικος ψάλτης»: «Άγγλος και Γερμανός ή Γάλλος δύναται να είναι κοσμοπολίτης ή αναρχικός ή άθεος ή ο,τιδήποτε. Έκαμε το πατριωτικόν χρέος του, έκτισε μαγάλην πατρίδα. Τώρα είναι ελεύθερος να επαγγέλλεται, χάριν πολυτέλειας, την απιστίαν και την απαισιοδοξίαν. Αλλά Γραικύλος της σήμεραν, όστις θέλει να κάμει δημοσία τον άθεον ή τον κοσμοπολίτην, ομοιάζει με νάνον ανορθούμενον επ’ άκρων ονύχων και τανυόμενον να φθάσει εις ύψος και φανεί και αυτός γίγας».
Αν εστιάσουμε στους ξένους (Άγγλους, Γερμανούς ή Γάλλους) που «έκτισαν μεγάλην πατρίδα», η σύγκριση με τα καθ’ ημάς είναι απελπιστική. Εμείς ακόμη αγωνιζόμαστε να στερεώσουμε το κράτος μας, και να τ’ ονειρευτούμε ως δικό μας, μετοχικό, με τους πολίτες του να το πονούν, να το σέβονται, να το υπερασπίζονται, να μην το κλέβουν. Δε θα πούμε περισσότερα. καθένας έχει το χρέος που του αναλογεί στη συνείδηση και τον βαθύτερο ανθρωπισμό του. Άλλωστε αυτό προσπάθησε σ’ όλη του τη ζωή και με κάθε τρόπο να εξακτινώσει ο Σεφέρης προς εμάς. Και το έκανε όχι με τον «αφηρημένο στοχασμό ενός διανοούμενου», αλλά, όπως έγραψε ο ίδιος, με μνήμες βιωματικές, «δεδομένα των αισθήσεων (είδες, άγγιξες, ο φόνος, το βογκητό, ακόμα και η πίκρα)», όλα που «σε μεγάλο βαθμό αποτελούν ιδιαίτερα προσωπικές εμπειρίες». «Κατά βάθος η σωτηρία μου και ο κίνδυνός μου – υπογραμμίζει – είναι οι αισθήσεις. Βλέπω κάποτε τη σκέψη μου να κινείται σαν το χέρι που χαϊδεύει ένα ζωντανό κορμί. Δεν μπορώ να ζήσω κοντά σε τίποτε που δεν ανασαίνει με κάποιο τρόπο σωματικά». Από αυτό μπορούμε ν’ αντιληφθούμε και το χέρι του που άγγιξε την ψυχή του κυπριακού ελληνισμού.

Όμως το ξύλινο μαγγανοπήγαδο – τ’ αλακάτιν,
κοιμισμένο στον ίσκιο της καρυδιάς
μισό στο χώμα και μισό μέσα στο νερό,
γιατί δοκίμασες να το ξυπνήσεις;
Είδες πώς βόγκηξε. Κι εκείνη την κραυγή
βγαλμένη απ’ τα παλιά νεύρα του ξύλου
γιατί την είπες φωνή πατρίδας;

Η ερώτηση απευθυνόταν άραγε μονάχα στο ζωγράφο Διαμαντή, που τον συντρόφευε και τον μυούσε στην κυπριακή του περιδιάβαση (κάτι, σα να πούμε, αντίστοιχο με τον πνευματικό δεσμό Βιργιλίου και Δάντη), ή μήπως είναι το δικό του λάλημα ψυχής τη στιγμή της «αναγνώρισης», όπως στην αρχαία ελληνική τραγωδία; Ο Διαμαντής, απ’ ό,τι βλέπουμε στην αλληλογραφία του με τον Σεφέρη, το επαληθεύει με τον τρόπο του, όταν του λέει: «Πόσο βαρύ, πρωτόγονο και αρχαίο, πλούσιο και λιτό μαζί και φίνο είναι το κυπριακό αυτό αίσθημα – το ελληνικό – σαν δράμα και πάθος». Σε άλλο πάλι γράμμα του ο Διαμαντής θα επανέλθει: «Καλέ μου φίλε, πώς να τα πω όλα αυτά και πώς να μεταδώσω το τράνταγμα που αισθάνθηκα από το γλυπτό αυτό ψαύσιμο της πατρίδας μου; [...] «Λεπτομέρειες στην Κύπρο». Ανατολή... κοντά στην εστία – συγγενεύουμε [...] Το ξέρουν οι Έλληνες πού βρίσκεται η πηγή και το ζυμάρι της φυλής; Ευχαριστώ».
Εδώ θα ταίριαζε μια ένθετη παρατήρηση, ως σχόλιο από τον Σεφέρη, που ανήκει σε ημερολογιακή καταγραφή (14 Απρίλη 1953): «Είναι τρομερό κάποτε με πόση καθαρότητα μπορεί να δει ο Έλλην την απόσταση που τον χωρίζει από την Ανατολή και από τη Δύση». Μπορεί αυτό να είναι η δυστυχία και η ευλογία μας: να μην συντασσόμαστε, να μη συμφυρόμαστε. η πνευματική μας αυτοτέλεια να παίρνει τη ρότα της από τη γεωγραφική θέση της σκέψης, αν επιτρέπεται μια τέτοια έκφραση. Εν πάση περιπτώσει, θα έπρεπε κάποτε αυτά να μελετηθούν εν σχέσει προς την αίσθηση του «αρχαϊκού δονήματος» που μας συντάσσει ως ανθρώπους σ’ αυτή την ιδιαίτερη περιοχή. Αυτό το δόνημα επαναφέρει στη σκηνή ο Σεφέρης με το τρίξιμο – ακριβέστερα: το βογκητό – του μαγγανοπήγαδου. Ένα γράμμα του Διαμαντή, εν προκειμένω, προσφέρει κάτι από τον κώδικα ερμηνείας του ποιητή: «Να μιλήσω σε σένα που άκουσα τον βαθύ ήχο και ένιωσα τον αρχαίο παλμό της φυλής. Πατρίδες! κι ανθρωπιά και ανεξαρτησία και αυτοσεβασμός ένα πράμα». Στην Κύπρο είν’ αλήθεια δοκιμάστηκαν «η πίστη και η προσήλωση» του ίδιου του Σεφέρη «σ’ έναν κόσμο ζωντανών και περασμένων ανθρώπων. στα έργα, στο ρυθμό τους, στη δροσιά τους», όπως έγραψε, για να προσθέσει αλλού: «Αυτός ο κόσμος μου έδωσε τη δύναμη να κρατηθώ ανάμεσα στους χαλασμούς που ήταν της μοίρας μου να ιδώ. Κι ακόμη, μ’ έκανε να νιώσω, όταν ξαναείδα το χώμα που με γέννησε, πως ο άνθρωπος έχει ρίζες, κι όταν του τις κόψουν πονεί, βιολογικά, όπως όταν τον ακρωτηριάσουν». Ο ομφάλιος λώρος που τον έδενε με τον τόπο είναι θεμελιακό γνώρισμά του. αποτελεί θα λέγαμε την κύρια γραμμή της ψυχικής του πλεύσης. Αυτό ο εκλεπτυσμένος αισθησιακός και κραδαινόμενος ανατολίτης είχε μυρίσει όλα τ’ αρώματα του ανατολικού ελληνισμού και της πατρώας Ιωνίας. Η μοίρα το έφερε να νιώσει στο πετσί του και να σαρκωθεί το ίδιο το δημοτικό τραγούδι με το γυρισμό του ως «ξενιτεμένου» στο πατρικό του σπίτι και στις αξεθώριαστες αναμνήσεις των παιδικών του κήπων, εκεί στη Σμύρνη. Λίγο καιρό πριν κατεβεί στην Κύπρο, έκανε μία εις βάθος «επίσκεψη» στην ενδοχώρα της Μικρασίας. Τα μάτια του όντως έσταζαν Καππαδοκία, και τούτο αποτυπώνεται βαθιά στο βιβλίο του «Τρεις μέρες στα μοναστήρια της Καππαδοκίας». Σ’ αυτό μιλά με περισσή εμβρίθεια για την αποκαλυπτική περιοχή που κράτησε στα σπλάχνα της το αρχέγονο ήθος της βυζαντινής Ορθοδοξίας. Τέτοια ήταν η βιωματική του εμπειρία, όταν έφτανε στην Κύπρο, Νοέμβρη του 1953. Το μαρτυρικό αυτό νησί ήταν άλλος ένας κόμβος – ο μεγαλύτερος ίσως αλλά και ο τελευταίος – στην αναζήτηση της μεγάλης Πατρίδας. Έφτασε πάντως σε καίρια στιγμή, λίγο πριν από τον ξεσηκωμό – το σκίρτημα εκείνου του αδιατάρακτου κόσμου – για ελευθερία. τούτο επλούτισε την οπτική και συναισθηματική του εμπειρία, γεγονός που προσέδωσε στην καλλιτεχνική του έκφραση ιδιαίτερη ανάσα και άλλον αέρα. Τα ημερολόγια του ωστόσο μαρτυρούν τη σωματική αλλά και την ψυχική του εξουθένωση από τις πολιτικές αναθυμιάσεις του επαγγελματικού περίγυρού του εκείνου του καιρού. Ίσως γι’ αυτό ακριβώς να ήταν ο Σεφέρης ανοιχτός στη θεραπευτική αγωγή και το βάλσαμο που του πρόσφερε το νησί. Όπως κι αν έχει, ο Σεφέρης λειτούργησε ως ενεργούμενο – ποιος ξέρει – στη μυστική διάταξη του κόσμου. Άλλωστε του δόθηκε η χάρη να μιλήσει για την Κύπρο, όπως κανένας δε μίλησε πιο πριν ή μετά από αυτόν και μας αποκάλυψε πράγματα που δεν τα γνωρίζαμε οι Κύπριοι, ως ανυποψίαστοι επαρχιώτες. Αλλά και σε τούτο διέκρινε μιαν άλλη αρετή, που δεν παρέλειψε μάλιστα να την εγκολπωθεί και να της προσδώσει ανάλογο φωτοστέφανο: «Η Κύπρος μ’ έκαμε επαρχιώτη – δόξα να ’χει ο Θεός», έγραψε το Δεκέμβρη του 1954. Ίσως ήθελε μ’ αυτό να πει πως η Κύπρος του αποκάλυψε το θαύμα που τόσο λαχταρούσε να ιδεί και που του δόθηκε στην ακραία ώρα της απελπισίας του. Αν μελετήσουμε σφαιρικά τον πλουν του από τη Στροφή του καραβιού του, ίσαμε τα Ημερολόγια Καταστρώματος Α΄ και Β΄ και τη βυθισμένη «Κίχλη» του, θα δούμε από ποια νερά και ποιους σακατεμένους νήπιους ανθρώπους έφτασε στην Κύπρο, χωρίς να τελειώνει εκεί το ταξίδι του. Το «Ημερολόγιο Καταστρώματος Γ΄» (ή, για να κρατήσουμε τον πρωτογενή του τίτλο, «... Κύπρον, οὗ μ’ ἐθέσπισεν...») αποτυπώνει το ποιητικό σώμα του νησιού, αφού η Κύπρος συνεχίζει να ταξιδεύει μέσα στο χρόνο. Μονάχα που εκείνο το εθέσπισεν υποκρύπτει και μιαν εκούσια επιλογή. Ο Σεφέρης συμπάσχει με την Κύπρο – η Κύπρος εφάπτεται της ψυχής του, που αποδεσμεύει πυρήνες και εικόνες από την ηφαιστειώδη μάζα της. Και όλα εκφρασμένα ενσυνείδητα από τον ίδιο, με τρόπο περισσότερο ιδιωματικό, με την αυθεντικότητα του λαϊκού αισθήματος.
Ο ποιητής πήγε στην Κύπρο έξι φορές κι έμεινε σ’ αυτήν συνολικά 78 ημέρες. Όμως τ’ αποτυπώματα της εμπειρίας του και η εμμονή της αγάπης του για το συγκεκριμένο νησί – στο οποίο, όπως έγραψε τότε, κατοικούσαν «400 χιλιάδες ψυχές από την καλύτερη, την πιο ατόφια Ρωμιοσύνη», όπου «δουλεύει μια μηχανή που κάνει τους Ρωμιούς σπαρτούς-Κυπρίους-όχι-Έλληνες» – όλα αυτά παραμένουν ανεξίτηλα μέσα στο έργο του.
Ο χρόνος δυστυχώς της ομιλίας, που ήδη με την ανοχή σας τον ξεπέρασα, δεν επιτρέπει ν’ αναφερθούμε αναλυτικά στα «κυπριακά» ποιήματα του Γιώργου Σεφέρη. Θα παρέπεμπα λοιπόν στο χρηστικό βιβλίο «Ο Σεφέρης περί των κατά την χώραν Κύπρον σκαιών», του πρώην πρέσβη της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Αθήνα Γιώργου Γεωργή, που δίνει τ’ αναγκαία στοιχεία για ένα έκαστο ποίημα. Το ουσιώδες είναι ότι όλα αυτά τα στοιχεία είναι δεμένα με την αγωνία του Σεφέρη για την μοίρα του νησιού, και τούτο καταφαίνεται κι από τις υπηρεσιακές προειδοποιήσεις του – παραμονή των Συμφωνιών Ζυρίχης-Λονδίνου – προς τον Έλληνα Υπουργό Εξωτερικών. Η ποιητική διαίσθηση έκανε τον διπλωμάτη Σεφέρη ν’ αντιλαμβάνεται καθαρά ότι η συνεταιριστική λύση, που επέβαλλαν οι Συμφωνίες, προοιώνιζε μεγαλύτερα κακά για την Κύπρο και την Ελλάδα. Οι προειδοποιήσεις του Σεφέρη έπεσαν στο κενό και μάλιστα ο ποιητής – μολονότι πρέσβης στο Λονδίνο – αποκλείστηκε από τη συνδιάσκεψη της Ζυρίχης.
Εδώ ανοίγεται άλλο κεφάλαιο, για το οποίο η Ιστορία δεν είπε ακόμα τον τελευταίο λόγο. Η πληγή παραμένει ανοιχτή και οι επιπτώσεις ορατές και αλυσιδωτές για όλο τον ελληνισμό. Διευκρινίζω ότι ομιλώ ως ποιητής, δεν ήρθα να κάνω πολιτική. Αλλά και οι ποιητές ζουν σ’ έναν κόσμο που υφίσταται συνεχώς την πίεση της ιστορίας και κάποτε αποτελούν – όπως στην περίπτωση του Σεφέρη – τη συνείδηση του τόπου τους. Υπό αυτό το πρίσμα μπορούμε να δούμε και την περίφημη αντιδικτατορική δήλωση του Σεφέρη, που έγινε στις 28 Μαρτίου 1969, με την προφητική προειδοποίηση του για την «τραγωδία που περίμενε αναπότρεπτη στο τέλος». Λέγοντας αναπότρεπτη τραγωδία είχε στο μυαλό του και στην αγωνία του το αγαπημένο του νησί της Κύπρου. Η ιστορία απέδειξε του λόγου το αληθές με το ελληνικό πραξικόπημα και την τουρκική εισβολή.
Και τώρα κάτι που γλυκαίνει την πληγή. Όταν ο Σεφέρης άφηνε την τελευταία του πνοή στο νοσοκομείο, είχε στο σακάκι του δυο αγορασμένα εισιτήρια, (ένα για εκείνον, ένα για τη γυναίκα του) με προορισμό την Κύπρο. Τον πρόλαβε το άλλο ταξίδι που δεν έχει γυρισμό. Ωστόσο εκείνος πήρε μαζί του αυτά τα εισιτήρια, με πλώρη για την Κύπρο της Άνω Ελλάδας.
«Σκέφτομαι πως στην αρχή κάθε ποιητικής γραφής μου υπάρχει πάντα ένα νησί» έγραφε (30 Ιουλίου 1954) στον Γ.Π. Σαββίδη. Και στον ζωγράφο Διαμαντή, πάλι έγραφε: «Η Κύπρος πλάτυνε το αίσθημα που είχα για την Ελλάδα. Κάποτε λέω ότι μπορεί να με πήρε για ψυχοπαίδι της» (12 Μαρτίου ’54). Το δεδομένο είναι ότι ο Σεφέρης λειτουργούσε με όρους μνημονικούς. Κάποια στιγμή ξαναβρήκε στην Κύπρο, ωσάν τον Τεύκρο, μιαν άλλη Σαλαμίνα και άκουσε τη σπαρακτική κραυγή της πατρίδας που έβγαινε «απ’ τα παλιά νεύρα του ξύλου». Κρίμα που αυτή η κραυγή είχε συντύχει «ανθρώπους με τέλειες πανοπλίες» – ακόμα και δυο άριστους φίλους του Σεφέρη (Γιώργο Κατσίμπαλη, Ζήσιμο Λορεντζάτο) – που δεν κατάφεραν να τη συλλάβουν και να την κάνουν αμέσως αναγνωρίσιμη. «Φυλλομετρώ το βιβλίο», έγραφε τον Απρίλη του ’56 ο Λορεντζάτος στον Σεφέρη «και, μα την αλήθεια, δεν ξέρω τι να σου πω βλέποντάς σε να κρατάς στα χέρια σου ένα όργανο – την ελληνική λαλιά – [...] ένα όργανο από τη φύση του ιερό, και χρησιμοποιώντας το... στο κενό!». Η απάντηση του Σεφέρη ήταν ακαριαία: «Αν τα ιερά όργανα μπορούν να χρησιμοποιηθούν για να σκουπίζουμε άδεια κανάτια, χωρίς να γίνουν στάχτη στα χέρια μας, τι σόι όργανα είναι; Κι αν είναι κενό το να μιλάς για την ανθρωπιά και την τραγωδία και τούτη την προφορική παράδοση ενός τόπου δικού σου, ποιο είναι το μη κενό; οι Αζτέκοι;». Το βέβαιο είναι ότι ο Σεφέρης έκανε με το ...Κύπρον, οὗ μ’ εθέσπισεν... μια διακινδύνευση ποιητική, που είχε χλιαρή υποδοχή από την κριτική και το κοινό της Ελλάδας. Ίσως έπρεπε να ζήσει κανείς από κοντά το κλίμα του νησιού για ν’ αντιληφθεί την αλήθεια που έκρυβαν τα λόγια του, όταν έγραφε στον Γ.Π. Σαββίδη, Οκτώβρη του 1955: «Καταπληκτική η ατμόσφαιρα: Ορμή της νιότης, πίστη, κι αυτή η ανάσα ενός λαού που ξαφνικά γνωρίζει τον εαυτό του». Ο εγκρατής στη σκέψη και το αίσθημα Σεφέρης βίωσε επαναστατικά το εύρος και τα επιτρεπόμενα όρια της ευαισθησίας, καθώς αυτή κρυσταλλωνόταν επάνω στο ανθρώπινο υλικό της. Μπορούμε να τον φανταστούμε σαν ένα στήθος που αηδονολάλειε, έχοντας μέσα του μια φουσκοθαλασσιά φωνών που μετασχηματίζονταν πρωτεϊκά. Εκεί που φούντωναν οι μνήμες, οι ψίθυροι και οι αόρατες παρουσίες, αυτός ο αιώνιος ταξιδευτής στοχαζόταν για την ανθρώπινη μοίρα και για την ίδια τη φύση της αλήθειας. Με τη διπολικότητα του διπλωμάτη και του ποιητή, ο Σεφέρης δοκίμασε την πίστη του στο Έθνος αλλά και στις ίδιες τις δυνατότητες της γραφής. Η αμφίπλευρη ιδιότητά του όξυνε το μάτι του, για να ξεχωρίζει πεντακάθαρα τους αηδονολάτρες και τους αηδονοκλάστες. εκείνους που φλογίζονταν από την αγάπη της πατρίδας αλλά και τους άλλους, του χαμόσυρτους και τους αμνήμονες. Η αίσθηση του τραγικού, που τον συνόδευε πάντα, και η ανταύγεια της σωκρατικής του σωφροσύνης τον ολοκλήρωναν ως Έλληνα πολίτη του κόσμου. Άφηνε πλέον πίσω του τα μυθολογικά στερεότυπα κι έμπαινε στο χώρο της καυτής ιστορίας, όπου παιζόταν ακόμα το παιχνίδι του Καλού και του Κακού. Η παραδοχή του ποιητή «ωστόσο νόμιζα πως έβλεπα τόσα χρόνια» αποσύρει το πέπλο των ψευδαισθήσεων και τον οπλίζει με σθένος, ώστε να μπορεί ν’ αντέχει αυτά που βιώνει και όσα επεξεργάζεται στοχαζόμενος. Ακλόνητος, ήρεμος και ισορροπημένος, βλέπει πολλά στο θέατρο της ιστορίας. Και βλέπει και την αποκάλυψη των φίλων μα και το ζύγισμά τους (κλασικό το παράδειγμα του Λώρενς Ντάρρελ, που ανέλαβε την αγγλική προπαγάνδα τον καιρό του κυπριακού απελευθερωτικού αγώνα). Ο ψευτοθεατρίνος «κυνικός και φιλλέλλην – ποιητής ή κάτι τέτοιο» των «Περιχώρων της Κερύνειας» προσδίδει ακόμη μεγαλύτερη δραματική αξία στην επίκληση του Σεφέρη προς τους «φίλους του άλλου πολέμου». εκείνους που αντιστάθηκαν στην «αρπαγή, το δόλο, την ιδιοτέλεια, το στέγνωμα της αγάπης». Τους συλλογίζεται, «σ’ αυτή την έρημη συννεφιασμένη ακρογιαλιά» της Σαλαμίνας της Κύπρου, «καθώς γυρίζει η μέρα». Πόσο είναι άραγε το ειδικό βάρος του σεφερικού συλλογισμού σε τέτοιες γωνιές της γης; Τούτο μάλλον καταγιγνώσκεται από τη διαπίστωση του ίδιου του ποιητή: «Το Κυπριακό ζήτημα είναι πριν απ’ όλα ζήτημα καλλιέργειας, ζήτημα «κουλτούρας» με την πλατύτερη έννοια που έχει η λέξη» (γράμμα στον Γ. Θεοτοκά, 28 Δεκεμβρίου 1954). Όποιος ασχολείται με τις λέξεις μπορεί να καταλάβει και τα πράγματα (που αυτές περιέχουν). Ο Λόγος καθορίζει τη «γραμμή»:

Φωνή Κυρίου ἐπὶ τῶν ὑδάτων.
Νῆσός τις ἔστι.

ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΙΔΗΣ








Εκφωνήθηκε στο Αμφιθέατρο «Γιάννος Κρανιδιώτης» του Υπουργείου Εξωτερικών, στην Αθήνα, στις 4 Οκτωβρίου 2011, στο πλαίσιο της εκδήλωσης που διοργανώθηκε από την Ένωση Διπλωματικών Υπαλλήλων στη μνήμη του Γιώργου Σεφέρη.