Κυριακή, 22 Σεπτεμβρίου 2013

ΣΤΟΠ στο Νεοναζισμό- Η δήλωση του Μητροπολίτη Σιατίστης και Σισανίου

Σκίτσο του Ηλία Μακρή από την ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 22.9.2013


Όταν η ΕΟΚΑ Β' έπαιρνε όπλα από την CIA και την Μοσάντ , ξεκινούσε δολοφονίες και ξεσπούσε ο εμφύλιος  στην Κύπρο, νόμιζε ότι εργαζόταν για την Ένωση , ενώ στην πραγματικότητα υπηρετούσε τα σχέδια της διχοτόμησης. Σήμερα η Χρυσή Αυγή ενώ διατείνεται ότι θέλει να σώσει τον ελληνισμό στρέφει τους Έλληνες εναντίον των Ελλήνων και τους φτωχούς εναντίον των φτωχών, προετοιμάζοντας  έτσι νέα δεινά, ενδεχομένως και νέα εθνική καταστροφή σαν αυτή του 1974. Ο λόγος της υβριστικός, συνωμοσιολογικός στερείται επιχειρημάτων και κυρίως αρνείται την αποδοχή του άλλου. Η απάντηση θα πρέπει να είναι σύνθετη: νομική και πολιτική. Να κατανοήσουμε μάλιστα ότι το κακό δεν θεραπεύεται με ένα χειρότερο κακό, ενώ όσοι ψήφιζαν τα κόμματα και τις νοοτροπίες που μας οδήγησαν στην καταστροφή, δεν πρόκειται να τα εκδικηθούν επιλέγοντας τους νεοναζί. Απλά θα περάσουν μόνοι τους τις αλυσίδες του σκλάβου γύρω από το λαιμό τους.

Ακολουθεί η δήλωση του Μητροπολίτη Σιατίστης και Σισανίου


Όταν την “Χρυσή Αυγή” την χαρακτήριζα «μαύρη νύκτα» δεν έψαχνα να βρω δύο λέξεις για να εντυπωσιάσω.
Χρησιμοποίησα δύο λέξεις με στόχο να αποδώσω με την μέγιστη δυνατή ακρίβεια αυτό που έβλεπα τότε με βάση την ιδεολογία, τις πρακτικές καθώς και την συνολική εμφάνιση του νεοναζιστικού μορφώματος, όσον αφορά την πραγματική ταυτότητα του και στάθηκα ιδιαίτερα απόλυτος και αυστηρός, όσον αφορά κάθε εναγκαλισμό της Χ.Α από χριστιανό η ιερωμένο.
Τότε κάποιοι θεώρησαν υπερβολικούς τους χαρακτηρισμούς μου, νομίζω πλέον ότι κανείς δεν εμφιβάλλει για την ακρίβεια των λέξων.
Πιθανώς όμως και αυτές ακόμη οι λέξεις σήμερα να υπολείπονται πλέον της αληθείας γιατί η δολοφονία, πρώτον εν ψυχρώ και δεύτερον κατόπιν εντολής, δεν παραπέμπει μόνο στην νύκτα, αλλά κυρίως στην κόλαση.
Υπάρχει κάτι που με τρομάζει πιο πολύ από το έγκλημα. Είναι ο τρόπος του εγκλήματος. Η ψυχρότητα της εκτέλεσης. Ούτε ένα δάγκωμα της ψυχής, ούτε ένας προβληματισμός της τελευταίας στιγμής, ούτε η παραμικρή νύξη της συνείδησης, ενός υποτιθέμενου φιλήσυχου πολίτη;
Ποια λοιπόν είναι η οργάνωση και πόσο κολασμένη είναι, που μπορεί να κάνει ένα «φιλήσυχο»πολίτη» σε αδίστακτο εγκληματία;
Το έγκλημα ήταν αποτέλεσμα μιας λεηλατημένης από κάθε αξία και ισοπεδωμένης ψυχής η ήταν καρπός ενός φόβου απέναντι σε εκείνους που τον διέταξαν να σκοτώσει;
Με την ύπαρξη τόσων ντοκουμέντων και μαρτυριών για τη σχέση του με την εγκληματική οργάνωση η προσπάθεια να παρουσιασθεί ότι έχει χαλαρή σχέση μήπως και αυτή είναι αποτέλεσμα μιας εντολής η και ενός φόβου για την δική του την ζωή;
Αλλά και η γελοία προσπάθεια των βουλευτών της Χ.Α να αποτινάξουν από πάνω τους και τον άνθρωπο και το έγκλημα δεν οδηγεί τον ταλαίπωρο και δυστυχή εγκληματία να καταλάβει ποια τύχη τον περιμένει και τον ίδιο;
Και τα ερωτήματα συνεχίζονται: Άργησε η πολιτική ηγεσία να αντιληφθεί τι είναι η Χρυσή Αυγή η σιώπησε εν γνώσει της, έχοντας άλλες σκέψεις στο πίσω μέρος του εγκεφάλου της;
Αν άργησε, τότε είναι επικίνδυνη για τον τόπο λόγω αδυναμίας και ανικανότητος να συλλάβει την κρισιμότητα των στιγμών και να αξιολογήσει τα δεδομένα.
Αν σιώπησε ένοχα γιατί νόμιζε ότι μπορεί να διαχειρισθεί το πρόβλημα, τότε θυσιάζει την πατρίδα στα πολιτικά της παιγνίδια.
Έπρεπε να φθάσουμε στο αίμα για να καταθέσει ο Υπουργός όσα κατέθεσε στον Εισαγγελέα του Αρείου; Αυτά δεν ήταν γνωστά; δεν ήταν δεδομένα; καθ’εαυτά δεν συνιστούσαν αδικήματα; είχαν αντιμετωπισθεί σαν αδικήματα;
Αυτά δεν έδειχναν ότι πρόκειται για εγκληματική οργάνωση; Τις ορδές των βαρβάρων δεν τις έβλεπαν; Τις εικόνες των σύγχρονων ΕΣ-ΕΣ που γυρνούσαν στους δρόμους για να τρομάξουν τους Έλληνες δεν τις είχαν δει;
Αυτές οι εμφανίσεις οι ομαδικές και ο τρόπος τους, δεν πιστοποιούσαν ότι πρόκειται για παραστρατιωτική οργάνωση.
Η διαφαινομένη αποφασιστικότητα του Υπουργού και της Πολιτείας θα έχει συνέχεια και συνέπεια η είναι ένα πυροτέχνημα λόγω του εκτάκτου των γεγονότων;
Βλέπετε δεν μας έχει πείσει η πολιτική ηγεσία ότι μπορούμε να της έχουμε εμπιστοσύνη.
Πόσες φορές ακούσαμε από υπεύθυνα, υποτίθεται, πολιτικά χείλη ότι  «το μαχαίρι θα φθάσει στο κόκκαλο», αλλά αυτό δεν ακούμπησε ούτε το δέρμα;
Το ακόμη θλιβερότερο. Η διχοστασία της πολιτικής ηγεσίας και η απουσία καθαρού πολιτικού λόγου, η αδυναμία συνεννόησης σε μια τόσο κρίσιμη ώρα, δείχνει μια πολιτική ηγεσία ανάξια της πατρίδος και των περιστάσεων.
Ευρισκόμενος αυτές τις ημέρες εις την πατρικήν οικίαν λόγω ασθενείας άκουσα τον αρχηγίσκο του ναζιστικού μορφώματος να μιλάει με τόση αηδία για το Κοινοβούλιο και για το πολίτευμα, με το γνωστό του χιτλερικό παραλήρημα.
Διερωτώμαι: Δεν τον άκουσε κανένας εισαγγελικός λειτουργός.
Δεν συνιστούν οι λόγοι του προσβολή του δημοκρατικού πολιτεύματος; Ποια αγωγή δίνει στα νέα παιδιά, τα οποία στερημένα ουσιαστικής παιδείας και από το σχολείο και από την οικογένεια γίνονται μα άμορφη μάζα από την οποία θα επιλέγονται οι αυριανοί εκτελεστές;
Δυο λόγια ακόμη γι’αυτούς που ψήφισαν τον Ναζισμό. Ίσως δεν ξέρατε. Ίσως παρασυρθήκατε; Τώρα καταλάβατε; Τώρα ξυπνήσατε; Τώρα δεν μπορείτε να επικαλείσθε ούτε την άγνοια, ούτε την διαμαρτυρία, ούτε την απόγνωση.
Μεγαλύτερη απόγνωση από το Ναζισμό δεν υπάρχει. Αλλοιώς ετοιμασθείτε να κλάψετε και το δικό σας το παιδί!
Γιατί ο Ναζισμός δεν έχει φίλους, έχει μόνον θύματα


Κυριακή, 15 Σεπτεμβρίου 2013

Η επικαιρότητα του κριτικού Γιάννη Αποστολάκη

ΡΗΞΗ φ.96,φ.97,φ.98.



                               Α’
                
Η επικαιρότητα του κριτικού Γιάννη Αποστολάκη


Ο Γιάννης Αποστολάκης εμφανίζεται, το 1923, με το έργο του «Η ποίηση στη ζωή μας»[1], ενώ θα ακολουθήσουν και άλλα όπως το «Το κλέφτικο τραγούδι. Το πνεύμα και η τέχνη του ».
Ο λόγος του ήταν βέβαιο ότι δεν θα περνούσε απαρατήρητος, αλλά αντίθετα θα βρισκόταν στο επίκεντρο των πνευματικών συζητήσεων του ελληνικού μεσοπολέμου. Το γεγονός αυτό δεν οφείλεται στην χειμαρρώδη  αλλά προσεκτικά τεκμηριωμένη δημοτική γλώσσά  του, αλλά πώς ύψωσε το γνήσιο δημοτικό τραγούδι και την σολωμική ποίηση σε πρότυπο σχεδόν αξεπέραστο, που μοιραία  θα ήταν  ένα σκληρό και αλάνθαστο μέτρο για ότι επακολούθησε. Ότι έγραψε είχε βαρύτητα και για αυτό δεν περνά απαρατήρητο, καθώς προυποθέτει  την βαθιά και εξαντλητική γνώση της εξέλιξης του νέου ελληνισμού. Με γενναιότητα, ίσως και θράσος εκμηδενίζει, τον Παλαμά που τότε μεσουρανούσε, τον Βαλαωρίτη, τον Κρυστάλλη, τον Κάλβο, τον Καβάφη, τον Σικελιανό, τον Γρυπάρη, τον Μαλακάση. Ακολουθώντας το σολωμικό «να θεωρούμε ως εθνικό το αληθές »  ξεθεμελίωσε ότι διακρίθηκε και ότι αποτιμήθηκε ως σημαντικό, μετά το Σολωμό.
Μαζί του βάδισε ο Φώτος Πολίτης, συγγραφέας, κριτικός, μεταφραστής και υπεύθυνος για ένα διάστημα του Εθνικού Θεάτρου. Κατηγορήθηκαν ως φορείς ενός ελληνοκεντρισμού, που είχε προέλευση όχι εγχώρια αλλά από τον γερμανικό ιδεαλισμό. Δεν επικρίθηκαν τόσο για την βασιμότητα της κριτικής  τους, όσο για τον μονοδιάστατο χαρακτήρά της, δηλαδή ότι υπερτιμούσαν σε κάποιες περιπτώσεις τα αρνητικά και αδύνατα σημεία και παρέλειπαν να αναφερθούν  στα θετικά στοιχεία, ώστε ο αναγνώστης να σχημάτιζε λανθασμένο συμπέρασμα για το έργο και το συγγραφέα που έκριναν. Η πιο σοβαρή κατηγορία, που  διατύπωσαν εναντίον τους, ήταν  ότι επιχείρησαν να κλείσουν την ελληνική πνευματική ζωή  σε ένα σχήμα, που δεν έδιδε τις δυνατότητες για  πρωτότυπη δημιουργία και εξέλιξη . Διότι φυσικά δεν μπορούσε κάποιος να αμφισβητήσει την αξιοσύνη του δημοτικού τραγουδιού, ή του Σολωμού ή του Παπαδιαμάντη, αλλά θα μπορούσε  να ισχυριστεί ότι η εμμονή σε αυτούς και η άρνηση να πειραματιστούμε με νέα σχήματα και τρόπους, ελληνικά ή διεθνή, θα μας οδηγούσε σε μαρασμό.
Οι αντιδράσεις εναντίον του Αποστολάκη ήταν βέβαια ανάλογες της οξύτητας  των κειμένων του. Πολλοί αισθάνθηκαν θιγμένοι από τον λόγο και πρώτα βέβαια ο κύκλος γύρω από τον Παλαμά. Ο Κ.Βάρναλης θα επιτεθεί στις αντισοσιαλιστικές  απόψεις του. Αλλά το πιο αντιπροσωπευτικό δείγμα  για τις   συζητήσεις  που προκάλεσε, το βρίσκουμε  στο «Ελεύθερο Πνεύμα », του Γιώργου Θεοτοκά, που κυκλοφορεί το 1929 και αποτελεί το μανιφέστο της Γενιάς του  ’30. Το δεύτερο ειδικά κεφάλαιο με τον τίτλο «εθνικός χαρακτήρας και πνευματικός μιλιταρισμός», συνιστά μια προσπάθεια να αναιρεθούν, με τον τρόπο που αυτός τις κατανοεί και τις ερμηνεύει, οι απόψεις του Φ.Πολίτη και του Γ.Αποστολάκη. Στον κείμενο του Γ.Θεοτοκά, θα διατυπωθούν οι σημαντικότερες επικρίσεις εναντίον τους. Θα τους αποδώσει  την επιδίωξη  να κλείσουν τον νέο ελληνισμό σε ένα αποπετρωμένο σχήμα, που θα αρνείται πεισματικά κάθε επικοινωνία με την σύγχρονη πραγματικότητα, διεθνή ή εγχώρια. Βεβαίως ο Θεοτοκάς, που φιλοδοξεί με αυτόν τον τρόπο να σταθεί μακριά από την εθνικιστική ή μαρξιστική, όπως επισημαίνει, δογματική, μας προσφέρει ένα πλήθος σημαντικές πληροφορίες, όπως ότι με τον Γ.Αποστολάκη συνεργάστηκε το 1927, ο εκ των ιδρυτών του «Εκπαιδευτικού Ομίλου», Αλέξανδρος Δελμούζος.    
Μετά την παρέλευση αρκετών δεκαετιών, ο Γ.Αποστολάκης μας ενδιαφέρει, σήμερα, για το οξύ αισθητικό του κριτήριο, για την ειλικρινή και γνήσια προσπάθειά του να παρουσιάσει την σημασία του δημοτικού τραγουδιού  όπως και την αρτιότητα της ποίησης του Σολωμού. Το παράδειγμά του  είναι μια θετική διέξοδος, στην πλημμυρίδα μίας κριτικής, παραφουσκωμένης ίσως σε κάποιες περιπτώσεις από θεωρητικά ενδιαφέροντα, αλλά εντελώς άσφαιρης και κατευθυνόμενης, αλλά και μια σοβαρή απάντηση σε όσους επιχειρούν να συκοφαντήσουν την αξία και την σημασία του έθνους που ανθίσταται, δηλαδή των αρματολών    και των κλεφτών, μα και σε όσους προσπαθούν να υποβιβάσουν τα έργο του Σολωμού σε «στιχούργημα».
Σε αντίθεση, με τις κατηγορίες που σήκωσαν στοχαστές, όπως ο Γ.Θεοτοκάς, ο Αποστολάκης δεν χαρακτηρίζεται από φτηνό πατριωτισμό, ούτε επιδιώκει να υπάγει τα αισθητικά κριτήρια σε αυτόν.  Στοχεύει να μας παρουσιάσει τα δημοτικά τραγούδια, γνήσια, δίχως τις μεταγενέστερες λόγιες προσμίξεις. Επιπρόσθετα δεν χαρίζεται σε ποιητές, όπως ο Βαλαωρίτης ή ο Μαβίλης ή ο Κρυστάλλης, που  διακρίνονται από την επίκληση σε έναν θορυβώδη και ρητορικό ελληνοκεντρισμό και προσπαθούν να αντιγράψουν τα δημοτικά τραγούδια, αφού ούτε γνήσια πνοή διαθέτουν, ούτε ανταποκρίνονται στα αυστηρά του κριτήρια.
Βεβαίως παραμένει σημείο αμφιλεγόμενο, αφού για συγγραφείς όπως ο Ρένος Αποστολίδης είναι ο ακρογωνιαίος λίθος της κριτικής μας, αλλά για άλλους όπως ο Κ.Δημαράς «η ευαισθησία, η αισθητική πείρα και γενικά η κριτική ικανότητα του Αποστολάκη μένουν ανεκμετάλλευτες σ’ ένα μεγάλο μέρος του έργου του. Ανάλογα θα μπορούσαν να λεχθούν και για τις μελέτες του τις σχετικές με τον  Κάλβο και τον Βαλαωρίτη∙ ο κριτικός βλέπει σωστά αλλά κρίνει άδικα. Και θα μπορούσε να λεχθεί ότι από ένα έργο εντατικού μόχθου και εξηρμένου στοχασμού, μας έμεινε μόνο ένα υψηλό παράδειγμα ανθρώπου και η μνήμη μιας μεγάλης ηθικής προσωπικότητας, αν δίπλα στις εργασίες αυτές δεν υπήρχε και η συμβολή του Αποστολάκη στην μελέτη του δημοτικού τραγουδιού. Πρώτος ο Αποστολάκης αντίκρυσε το δημοτικό τραγούδι από την άποψη την καθαρά φιλολογική ∙ μελέτησε την αισθητική του και προώθησε, ή, ακριβέστερα, ανανέωσε την γνωριμία μας με αυτό. Από μια τέτοια γνώση του δημοτικού τραγουδιού ξεκινημένος έδωσε την κριτική του για τον Κρυστάλλη ».[2]    



                                        Β’ 
 Δ.Σολωμός : ο ανθρωπισμός σαν προϋπόθεση του πατριωτισμού 
                   
Ο Γ.Αποστολάκης εντοπίζει στην ποίηση και στην λογοτεχνία γενικότερα, το σημείο, όπου μπορούμε «να νιώσουμε, αν ένας λαός πορεύεται το σωστό δρόμο, αν ζητά και αν προσπαθεί να ζήση στον κόσμον απάνω σύμφωνα με τον προορισμό του ανθρώπου, που όλοι μας το μισοκαταλαβαίνουμε πως είναι κάτι πιο ψηλότερο και σπουδαιότερο πράμα παρά να μακραίνουμε μονάχα όπως – όπως μιαν ανώφελη ύπαρξη»[3].  Η απόφανση αυτή δεν παραμερίζει άλλες πλευρές καθώς συμπληρώνει πώς ο  «αληθινός πλούτος του ανθρώπου δε βρίσκεται στο ποσό του χρυσαφιού παρά στην αξιοσύνη και στην όρεξη για εργασία»[4].  Στην ποίηση και στην τέχνη, όπως και σε όλα τα κοινωνικά γεγονότα, κέντρο είναι ο άνθρωπος, ώστε «το μεγαλύτερο κεφάλαιο του πλούτου μας βρίσκεται στον διπλανό μας»[5]
Η πηγή της ποίησης βρίσκεται σε αυτό που ο αρχαίος λόγος κατ’ αρχήν ονόμασε «θαυμασμό», που όμως  εναρμονίζεται με ένα εσωτερικό γεγονός, την σιωπή. Καθώς γράφει :« η σιωπή πηγαίνει πάντα με τη συλλογή, με το θαυμασμό – απόδειξη το έργο του ίδιου του Σολωμού. Όταν στο εσωτερικό του ανθρώπου δε βασιλεύη σιωπή, τραγούδι δεν μπορεί ν’ ακουστή – απόδειξη το έργο του Παλαμά, που είναι  μόνο ξεφωνητό (πρβλ. «Μούσα Ιδέα σ’ αγάπησα» κ.τ.λ.). Στη σιωπηλή λατρεία της Τέχνης φανερώνεται γυμνή η Φύση και χορεύει. Κανένα σκέπασμα δεν έχει ριγμένο  απάνω της, γιατί αγνή είναι η λαχτάρα και μακρινή η αγάπη της Τέχνης, που έτσι την ανταμείβει η Φύση»[6].  Η ποίηση θα ανυψωθεί  στο «μεγάλο νόμο της ζωής, που ενεργεί και ρυθμίζει κάθε ζωή»[7], ενώ το «τραγούδι –αστραφτερό λουλούδι- λάμπει στα λόγια λίγων ανθρώπων, χρειάστηκαν πρώτα πολλές ζωές να τριφτούν και να γίνουν  το χώμα για ν’ ανθίση»[8].
Η επανάσταση του 1821 και ότι προηγήθηκε καθόρισε την νεοελληνική ποίηση, τουλάχιστον μέχρι τον καιρό που έγραψε ο Αποστολάκης. Διακρίνει τον ραγιά από τον γραικύλο. Ο πρώτος είχε δυνάμεις για να αντισταθεί , ο δεύτερος ολόψυχα παραδόθηκε: «Χάσανε λοιπόν οι ραγιάδες την πολιτεία, χάσανε κάθε τιμή και υπόληψη, χάσανε τον ελεύθερο κοινωνικό βίο , μ’ ένα λόγο χάσανε κάθε τιμή και υπόληψη, χάσανε τον ελεύθερο κοινωνικό βίο, μ’ ένα λόγο χάσανε όλο το εξωτερικό παρουσιαστικό του ανθρώπου. Τους τα πήρε ο Τούρκος. Όμως όλα δεν τα έχασαν. Κατόρθωσαν ν’ αποτραβηχτούν στα ενδότερα της ζωής κ’ εκεί να υψώσουν με τη θρησκεία πύργον άπαρτο για τον ξένο καταχτητή∙ απ’ όπου δυναμωμένοι χυθήκανε στα Εικοσιένα και ξαναπήραν ό,τι είχαν χάσει από τη ζωή τους. Οι ραγιάδες, μ’ όλον τον εξευτελισμό τους, είχαν στη ζωή τους κάτι ιερό και όσιο –απάτητο στον ξένο- κι αυτό στάθηκε και η δική τους και η δική μας σωτηρία. Οι graeculi όμως όχι. Όλα τα είχαν παραδώσει στον ξένο. Απ’ άκρη σ’ άκρη η ζωή τους ήταν άφραχτο χωράφι στα βάναυσα ποδάρια του άξεστου Ρωμάιου. Στον ιερώτερο τόπο, όπου οι πατέρες τους στεφάνωναν τον άξιο και λεύτερο άντρα, αυτοί εραίνανε τον εξευγενισμένο Ρωμαίο, όταν τους χάριζε τη λευτεριά. Οι  graeculi είναι το σίχαμα του ανθρώπου, γιατί ήταν θεληματικά όργανα σ’ όλες τις επιθυμίες του ξένου καταχτητή. Και τι δεν είναι έτοιμος στην εποχή μας ο νεωτεριστής να παραδώση, αν του χαμογελάση λίγο ο πολιτισμένος Ευρωπαίος; »[9]
Η ποιητική διαδρομή που ακολούθησε ο νέος ελληνισμός, μετά τα δημοτικά τραγούδια και τον Σολωμό, είναι ασυγχώρητο λάθος. Ο Παλαμάς, ο Πορφύρας,  ο Καλοσγούρος, ο Σούτσος  κατηγορούνται ότι γράφουν  χωρίς πρωτοτυπία ,πνοή ή εξαντλούνται σε φιλοσοφικές αερολογίες. Αλλά και ο Ροϊδης είναι «πολύ κατώτερος από τον Σολωμό, όχι γιατί ο ένας γράφει στίχους κι ο άλλος δε γράφει, παρά γιατί πίσω από το έργο του Ροϊδη  φανερώνεται ο άνθρωπος που γλήγορα λύγισε».[10] Ο Κάλβος επικρίνεται ότι γράφει χωρίς ψυχική εμπειρία και γι’ αυτό «δεν είναι άξιος ούτε τον «ιμάντα των υποδημάτων» του Σολωμού να λύση».[11]  Το έργο του Βαλαωρίτη όπως και του Κάλβου θεωρείται ως κατασκευή, που θέλει να τραγουδήσει την Ελληνική Επανάσταση με την διαφορά πως «ενώ ο Κάλβος μ’ εξωτερική αξιοπρέπεια πλησιάζει το αντικείμενό του ή καλύτερα δεν το πλησιάζει παρά μένει με την ετοιμασία και τα στολίδια που φόρεσε, το εναντίο ο Βαλαωρίτης γυμνός και αστόλιστος τραβά εμπρός »[12]. Το αποτέλεσμα είναι ότι ο Βαλαωρίτης δεν πείθει καθώς η καρδιά του είναι «γεμάτη απ’ άγονη αγάπη, όπως είναι και κάθε ανθρώπου, όταν αφοσιώνεται σε νεκρά πράγματα».[13]
Ο Σολωμός αναδεικνύεται ως ο κατεξοχήν, αν όχι ο μοναδικός  ποιητής.  Στην ποίηση του  και ιδιαίτερα στον «Ύμνο στην Ελευθερία» ο νέος ελληνισμός βρίσκει την δρόμο του για την αληθινή του ύπαρξη, δηλαδή την Ελευθερία. Γράφει ο Αποστολάκης με μεγάλη συγκίνηση : «Το Μάη στα 1823 σ’ ένα μήνα μέσα ο Σολωμός εσύνθετε σε ηλικία 25 χρονών τον περίφημο Ύμνο του στην Ελευθερία∙ χρονολογία σπουδαία για κάθε Έλληνα. Για πρώτη φορά εκεί μέσα παρουσιάζεται σ’ όλη τη λάμψη και τη δύναμη η καινούργια συνείδηση του Έλληνα, που τη θρέψανε και τη θεριέψανε τα αίματα κ’ οι αγώνες. Πρώτη φορά ύστερα από το μαρασμό τόσων αιώνων ο Έλληνας τολμάει να σηκωθή και να δείξη πως ζή. Η μεγαλύτερη χάρη του τραγουδιού είναι η ανδρική συνείδηση, που φανερώνει. Η συνείδηση, που ακούγεται εκεί μέσα δεν είναι του ανθρώπου, όταν θέλη να παίξη, να βολέψη την περίσταση, να κολακέψη τους ανώτερους του ή να παινέψη μερικά άτομα, παρά κάτι διαφορετικό και πρωτάκουστο. Πρώτη φορά ύστερα από τόσο μεγάλη σκλαβιά φανερώνεται ο Έλληνας να διαλέξη την τύχη του. Για πρώτη φορά σ’ αυτό το τραγούδι αναδεύει ο χαρακτηριστικός πόθος του ελεύθερου ανθρώπου , να μπορέση να δώση τον εαυτό του, να μπορέση ν’ αφοσιωθή. Η συγκέντρωση κ’ η αφοσίωση, που γυρεύει η Ελευθερία από τον άνθρωπο, είναι πια συντελεσμένη…Ο Ύμνος είναι το αναγάλιασμα του ανθρώπου, όταν τον αγγίξη η πνοή της λευτεριάς. Σ’ όλη τη λάμψη της φανερώνεται στο Σολωμό η λευτεριά. Βρίσκεται αντικρύ της ο ποιητής»[14]
Ο πατριωτισμός του Σολωμού συναντά τον άνθρωπο στην πληρότητά και στην οικουμενικότητά του: «Ο Σολωμός είναι πατριώτης, επειδή νιώθει κ’ αισθάνεται σαν άνθρωπος και δε μοιάζει τους άλλους ποιητές, που είναι πατριώτες, δεν καταφέρνουν  όμως να είναι άνθρωποι»[15].  Ο Αποστολάκης όμως θεωρεί  επιπλέον πώς ο Διάλογος του Σολωμού για την γλώσσα, σαν «το σημαντικώτερο για την πνευματική μόρφωση του Έθνους μας»[16]. Σε αυτόν φανερώνεται ο Σολωμός ως «ο πρώτος που μας έδωσε το καλό παράδειγμα κι’ όσο ξέρω εγώ, είναι ο μόνος, που φανερώνεται υπερασπιστής και στα λόγια και στα έργα της ζωντανής γλώσσας από βαθεία συναίσθηση της Αλήθειας»[17]. Στην δικαίωση της δημοτικής συναντούνται δύο αιτήματα. Το αίτημα της αποδοχής και της αναγνώρισης αυτού που φυσιολογικά υπάρχει  και το αίτημα να ικανοποιήσουμε την «λαχτάρα μας να γίνουμε ένα με το διπλανό μας»[18].
Ο Σολωμός μιλά για τους αγωνιστές του ΄21 ως ανθρώπους πραγματικούς, αληθινούς και όχι αποκυήματα  του ιδανισμού . Αλλά τελικά η λατρεία της Φύσης είναι αυτή που τον πλάθει ποιητή: «χωρίς αυτή θα ξέπεφτε, θα γινότανε ο βαρετός ρήτορας της αρετής κι όλων των άλλων αφηρημένων ιδεών, που έχουν την κατοικία τους στον υπεραισθητόν κόσμο»[19].
Στους «Ελεύθερους Πολιορκημένους» θα δούμε το κατ’ εξοχήν έργο του Σολωμού «όχι μονάχα γιατί το δούλεψε χρόνια και χρόνια, παρά γιατί ζήτησε σ’ αυτό μέσα να κλείση ό,τι ανώτερο έφτασε ο ίδιος ν’ αντικρίση στη ζωή του»[20].
Ολοκληρώνοντας το έργο του, ο  Αποστολάκης, επιγραμματικά γράφει ότι θεωρεί τον Σολωμό όχι τον κατεξοχήν, αλλά «τον μοναδικό ποιητή μας» καθώς στο έργου του «βρίσκουμε όλα τα αληθινά σημάδια της ποίησης, την παρουσία δηλαδή της μορφής, τον αδιάκοπο θαυμασμό, και την ιστορία μιάς ψυχής»[21] Την κρίση αυτή θα την συνοδεύσει  με την απαξίωση κάθε ποιητικού έργου, που είχε φανερωθεί μέχρι τις μέρες του, ειδικά δε του Παλαμά που με προκλητικό τρόπο σε μια υποσημείωση μάλιστα αναφέρει πως «ούτε την ποίηση του Παλαμά αξίζει να την πάρη κανείς στα σοβαρά»[22]. Ένας πιο κοντινός χρονικά σε μας στοχαστής, ο Ζήσιμος Λορετζάτος, που και αυτός ασχολήθηκε σοβαρά και επίμονα με τον Δ.Σολωμό, θα καταλήξει πως «σκαλίζοντας τα παλιά κιτάπια του ποιητικού μας λόγου –στη λογοτεχνία μας παλιό λέγεται καθετί που πλησιάζει τα εκατό χρόνια – δεν είδα να υπάρχει καλύτερος χάρτης από το Σολωμό»[23].


                                    Γ’
Η γέννηση του κλέφτικου τραγουδιού από το πνεύμα της αντίστασης

To 1950  κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Ι.Δ.Κολλάρου-Εστία το έργο του Γ.Αποστολάκη «Το κλέφτικο τραγούδι. Το πνεύμα και η τέχνη του». Θα το δημοσιεύσει και πάλι το περιοδικό Εποπτεία, σε συνέχειες, στα τεύχη 76-82, από τον Φεβρουάριο του 1983 μέχρι τον Σεπτέμβριο του 1983. 
Αποτελεί συνέχεια παλαιότερων μελετών του για το δημοτικό, αποσκοπώντας όπως γράφει  να «βγάζει από τη μέση τα ύποπτα τραγούδια και ανοίγει λεύτερο το δρόμο να γνωρίσουμε καθαρώτερα τέχνη και πνεύμα»[24]. Συγχρόνως είναι μια έμμεση κριτική των διανοητών του καιρού του, που δεν κατόρθωσαν «οι ίδιοι να γίνουν το κέντρο της ζωής και σκέψης, αχάλαστο από το χρόνο, με τη διαδοχή του από την ψυχή του δασκάλου στην ψυχή του μαθητή».[25] Στην ποίηση του δημοτικού τραγουδιού δεν ανακαλύπτει μόνο τον άξιο  λαϊκό ανώνυμο  τεχνίτη, που συχνά αναφέρεται και ανάγεται  στην ελληνική αρχαιότητα, μα και την πλούσια σε τρόπους καθημερινή ζωή . Καθώς επισημαίνει «χίλιες φορές καλύτερα, στριμωγμένος σε μιαν άκρη της γης, να ζήσω με τον πατέρα μου και το παιδί μου παρά να χαίρωμαι, στη φαντασία μου, τη ζωή μου με τον εκατοστό απόγονό μου. Χίλιες φορές καλύτερα να καταλαβαίνω τον εαυτό μου συνέχεια με όλο το βάρος του περασμένου παρά, με αδειανή καρδιά και με σβησμένη μνήμη, να φαντάζουμαι πως θα γεννήσω καινούργιο καιρό και θα είμαι πρωτοπόρος »[26].
Ο Αποστολάκης με εξαιρετική ευσυνειδησία θα παρουσιάσει και θα κρίνει εύστοχα και με χειρουργικό τρόπο θα λέγαμε τις διάφορες συλλογές όπως αυτή του Πολίτη, αλλά και τις διάφορες παραλλαγές ή και παραφθορές της σαν αυτές του Αραβαντινού και του Λάμπρου. Θα δείξει τεκμηριωμένα και με αναμφισβήτητο τρόπο που έγραφε ο λαϊκός τεχνίτης και που αυτοί που εμπνεύστηκαν  από αυτόν με συχνά τρόπο ατυχή.
Ο Αποστολάκης συμπεραίνει τελικά ότι στο κλέφτικο τραγούδι «ανεμίζεται λεύτερη  η ψυχή – θριαμβική σημαία, επειδή το στοιχείο δεν είναι εδώ κληρονομιά, κοινωνική παράδοση, συνήθεια παρά το ακρότατο και το πιο νωπό ξεχείλισμα της ψυχής, σ’ ειλικρίνεια και σ’ αβίαστη θέρμη παρόμοιο με τη γνήσια λυρική διάχυση. Βαθειά συγκίνηση θεμελιώνει τη σύλληψη του τραγουδιού και νομίζω να μη σφάλλω, σαν ειπώ ότι βρίσκεται λυρισμός στις ρίζες του, μόνο που η ψυχή δε σταματάει εδώ παρά ακράτητη ρίχνεται στην πράξη και ο θάνατος ή η νίκη σφραγίζει την ειλικρίνεια και την ορμή της. Η βεβαίωση αυτή με την πράξη, με τον κίνδυνο του θανάτου, αυτή ίσα  ίσα κάνει το κλέφτικο τραγούδι για πάντα το θεμέλιο της πνευματικής μας ζωής. Γιατί πως θα ήτανε αλλιώς τρόπος ν’ ανοίξη ο κόσμος της ψυχής και να δείξη το πλούτος του, αν μια φορά ο Νεοέλληνας δεν είχε περάσει αυτή τη δοκιμασία ζωής; Το κλέφτικο τραγούδι είναι η πνευματική έκφραση του σημαντικού αυτού γεγονότος της ιστορίας μας. Συνεπαρμένος ο δημοτικός ποιητής από το ζωντανό παράδειγμα, τόλμησε ν’ απλώση και να βαθύνη τον κόσμο της ψυχής. Αλλιώς δεν θα ήτανε τρόπος να τραβήξουμε πέρα από τη ρητορεία, από τη διδαχτική ποίηση και από την ιστορική ανάμνηση. Ενωμένη λοιπόν σφιχτά η δράση με το λυρισμό. Η πράξη στεριώνει την ψυχική συγκίνηση και η συγκίνηση θερμαίνει την κρύα πράξη ευθύς από την γέννησή της »[27].
Ο Αποστολάκης αντιπαραθέτει στην δημιουργική συγκίνηση του κλέφτικου τραγουδιού την πνευματική στειρότητα των διανοούμενων, του «μορφωμένου»  καθώς γράφει, που ξεχωρίζει ως «άσωτος της φαντασίας και εκλεχτικός του αισθήματος»[28]. Η θεμελιακή αξία του ανώνυμου δημοτικού ποιητή  είναι ότι μας έδωσε το κλειδί που άνοιξε τον κόσμο της ψυχής. Δίχως αυτόν  «θα έλειπε ο απέραντος ουρανός της φαντασίας και η καρδιά δε θα φανέρωνε αστείρευτο πλούτο. Έκαμε πράξη με θεμελιακή σημασία για την πνευματική ζωή μας ο ποιητής του κλέφτικου τραγουδιού: βοηθημένος από το ζωντανό παράδειγμα, από τον ήρωά του, μπόρεσε μονάχος του κι αυτός και σήκωσε στους ώμους του ολάκερή τη ζωή και, το σπουδαιότερο, βρήκε μέσα στο είναι του τις αξίες να τη ζυγίση και να την εκτιμήση. Κανείς άλλος ως τώρα παρεχτός από το Σολωμό δεν το έκαμε∙ έτσι μ’ όλη την πλημμύρα του εγχώριου λυρισμού, που μ’ άλλα πολλά ρευστά, καθαρά και μη, τη ρουφάει και την πίνει η υπομονετική γη, δεν υψώνεται στέρεο λυρικό εγώ άλλο από τον ποιητή του κλέφτικου τραγουδιού και από το Σολωμό»[29].   
Στον ήρωα του κλέφτικου τραγουδιού αποκτά μορφή και αδρά χαρακτηριστικά ο ελεύθερος άνθρωπος, εκείνος που επιλέγει την λευτεριά ως την αποκλειστική μορφή της ύπαρξής του : «η συνείδηση του λεύτερου ατόμου, του λεύτερου ανθρώπου, αυτή θεμελιώνει τον ήρωα του κλέφτικου τραγουδιού, αυτή τον ξεχωρίζει. Με όλο του το δίκιο λοιπόν θα ονόμαζε κανείς τα κλέφτικα τραγούδια τα πρώτα πνευματικά μνημεία της λευτεριάς. Χωρίς άλλο βέβαια ξαφνιάζει το παράξενο παρουσιαστικό του κλέφτικου τραγουδιού, η απροσποίητη αυτή κραυγή χαράς του ανθρώπου στο άναμμα και στο φούντωμα της ψυχής του με το πρώτο άγγισμα της λευτεριάς. Λόγος, αίσθημα, πράξη, όλα βρίσκονται σ’ ενέργεια για να προφτάσουν και να κλείσουν μέσα τους την πλημμύρα της ζωής, που ολοένα και ανεβαίνει ορμητικώτερη από τα βάθη. Το κλέφτικο τραγούδι δεν είναι ιστορία, ούτε αισθηματική επίδειξη, ούτε δραματική σκηνή παρά κάτι βαθύτερο και πρωταρχικότερο: είναι το ξύπνημα του ατόμου στην αμέτρητη δύναμη, που φωλιάζει μέσα του βαθύτερα από την καρδιά και το νού »[30]. Μάλιστα η αίσθηση  και η συνείδηση της ελευθερίας υποτάσσουν ακόμη και την ιστορία, την φυλή και την θρησκεία[31], παρότι τελικά «η συνείδηση της λευτεριάς που χαράζει στον κλέφτη, είχε στο μεταξύ δυναμώσει με καινούργια ψυχικά στοιχεία, με την ιστορία και με τη θρησκεία»[32]. Η διαφορά ανάμεσα στο Ακριτικό τραγούδι και στο Κλέφτικο είναι ότι ενώ το πρώτο θα μας ιστορήσει θαυμαστά περιστατικά στο δεύτερο θα έχουμε την δημιουργία του ελεύθερου ανθρώπου. Ο Αποστολάκης  θα ξεκαθαρίσει  ότι ενώ το δημοτικό τραγούδι, συνεχίζεται στο έργο του Σολωμού, κατόρθωμα του τελευταίου είναι η σύλληψη της Μορφής  της Ελευθερίας και η εξύμνηση όχι των εξαιρετικών και λιγοστών ατόμων  αλλά του ελεύθερου λαού[33].
Η οξύτατη πένα του Αποστολάκη ίσως να ήταν άδικη και άστοχη σε ένα  σημείο. Σε αντίθεση με την άποψη που με επιμονή και συγκρότηση υποστήριξε  και παρά τις πολλαπλές κρίσεις που ταλάνισαν τον νέο ελληνισμό και σε πολλές περιπτώσεις οδήγησαν στην παρακμή του, μετά τον Σολωμό, γράφτηκε στην γλώσσα μας εξαιρετική ποίηση. Ο Παλαμάς, ο Κάλβος, ο Σικελιανός, ο Καβάφης,  ο Ελύτης, ο Σεφέρης, ο Ρίτσος, ο Βρεττάκος  είναι κάποιοι από αυτούς  που τεκμηριώνουν την άποψη αυτή. Κοντά σ’ αυτούς υπάρχουν πολλοί άλλοι που μπορεί να θεωρηθούν ισάξιοι τους  ή ένα μέρος του έργου  θα πρέπει να μας απασχολεί επίμονα  και διαχρονικά. Ειπώθηκε ότι ο ελληνικός λαός και η ελληνική γλώσσα ευνοούν την ποίηση παρά τον θεωρητικό λόγο. Σε πείσμα αυτών που θέλουν να πρυτανεύσει ένα παρόν αντιποιητικό, όσο και να ξεχαστούν οι ηρωϊκές και τραγικές πλευρές του παρελθόντος μας, το έργο του Αποστολάκη  αποδεικνύει ότι η  αντίσταση του ελληνικού λαού, δηλαδή ο πόθος του για ελευθερία υπήρξε η κορυφαία προϋπόθεση  όχι μόνο των πιο σημαντικών του πολιτικών πράξεων αλλά και τής δημιουργίας πολιτισμού .


[1] Γιάννη Αποστολάκη, Η ποίηση στη ζωή μας, Βιβλιοπωλείον της Εστίας-Ιωάννου Δ.Κολλάρου ΑΕ,β’ έκδοση,χ.χ. Θα ήθελα να ευχαριστήσω τον φιλόλογο Παύλο Παρακεϋαίδη που μου δάνεισε το δυσεύρετο πλέον αυτό έργο.
[2] Κ.Δημαράς, Ιστορία της Νεοελληνικής λογοτεχνίας, εκδόσεις Γνώση, Αθήνα 2000, σελ.579-580.
[3] Γιάννη Αποστολάκη, Η ποίηση στη ζωή μας, Βιβλιοπωλείον της Εστίας-Ιωάννου Δ.Κολλάρου ΑΕ,β’ έκδοση,χ.χ.,σελ.7.
[4] ό.π. σελ.7.
[5] ό.π. σελ.8.
[6] ό.π. σελ.232.
[7] ό.π. σελ.42.
[8] ό.π. σελ.42.
[9] ό.π. σελ.34,35.
[10] ό.π. σελ.86.
[11] ό.π. σελ.91.
[12] ό.π. σελ.92.
[13] ό.π. σελ.93.
[14] ό.π. σελ.142,143.
[15] ό.π. σελ.146.
[16] ό.π. σελ.159.
[17] ό.π. σελ.159.
[18] ό.π. σελ.184.
[19] ό.π. σελ.235.
[20] ό.π. σελ.259.
[21] ό.π. σελ.271.
[22] ό.π. σελ.270.
[23] Ζ.Λορετζάτος, Μελέτες, Τόμος Α΄,Εκδόσεις Δόμος, Αθήνα 1994, σελ.23.
[24] Περιοδικό Εποπτεία, τεύχος 76,σελ.167.
[25] ό.π.σελ.168.
[26] ό.π.σελ.170.
[27] Περιοδικό Εποπτεία, τεύχος 81,σελ.637.
[28] ό.π.σελ.637.
[29] ό.π.σελ.637.

[30] Περιοδικό Εποπτεία, τεύχος 82,σελ.725.
[31] ό.π.σελ.726.
[32] ό.π.σελ.727.
[33] ό.π.σελ.732.  

Πέμπτη, 12 Σεπτεμβρίου 2013

Σωτήρη Δημόπουλου:Ουίλιαμ Νταλρίμπλ, «Ταξίδι στη σκιά του Βυζαντίου»

Ουίλιαμ Νταλρίμπλ, «Ταξίδι στη σκιά του Βυζαντίου» (εκδ. Ωκεανίδα, σελ. 635)

Ένα τραγικά επίκαιρο βιβλίο

«Σκοπός μου ήταν να ξεκινήσω από τον Άθω και να φτάσω μέχρι τα κοπτικά μοναστήρια της άνω Αιγύπτου, για να κάνω αυτό που άλλοι ταξιδιώτες, εκείνοι που θα ακολουθήσουν μετά από μένα, δεν θα μπορέσουν να κάνουν» (σελ. 39) Αυτά έγραφε ο Ουίλιαμ Νταλρίμπλ, πριν από σχεδόν δύο δεκαετίες, με προφητική διαίσθηση, που πήγαζε από τη διαύγεια των επιτόπιων διαπιστώσεών του. Εφοδιασμένος με εξαιρετικές σπουδές και ακατάβλητη αποφασιστικότητα, ο Σκωτσέζος περιηγητής, σε πολύ νεαρή ηλικία, επιχείρησε ένα ταξίδι στο χώρο και στο χρόνο, αψηφώντας τους υπαρκτούς κινδύνους, και πετυχαίνοντας το στόχο του. Να διασώσει, δηλαδή, στην παγκόσμια ιστορική μνήμη τα απομεινάρια του χριστιανικού κόσμου εκεί που υπήρξε, ακριβώς, η κοιτίδα του. Ένα ταξίδι στην Αντιόχεια, στην Έδεσσα, στο Τουρ Αμπντίν, στο Χαλέπι, στη Δαμασκό, στη Βηρυτό, στην Ιερουσαλήμ, στην Αλεξάνδρεια, στην έρημο της Άνω Αιγύπτου. Στους τόπους που γεννήθηκε και άνθισε ο μοναχισμός κι ο ασκητισμός, εκεί που συναντήθηκε η ανατολή με το ελληνικό πνεύμα. Ένα βιβλίο που θα έπρεπε να διαβάσουν σήμερα, όσοι στη Δύση, προχωρούν σε μια ακόμη αφροσύνη, απειλώντας να δώσουν, ταυτόχρονα, την χαριστική βολή στη χριστιανική παρουσία δύο χιλιάδων ετών. Και, πρωτίστως, να (ξανα)διαβάσουν οι Έλληνες. Όχι, όμως, ως νοσταλγικό αφήγημα ενός προικισμένου περιηγητή. Αλλά ως αφυπνιστική πρόκληση προς έναν λαό, που, πνευματικά ναρκωμένος, δεν αντιλαμβάνεται τις ευθύνες του απέναντι στην πολιτισμική του κληρονομιά.
Ο Νταλρίμπλ ξεκίνησε από το Άγιο Όρος με οδηγό το «Λειμωνάριο», που συνέγραψε ο μοναχός Ιωάννης Μόσχος, με τη συνοδεία του Σοφρωνίου τον σοφιστή, μετέπειτα πατριάρχη Ιεροσολύμων, και στο οποίο περιγράφει όσα είδε και έζησε κατά την περιήγησή του, που πραγματοποίησε μετά το 587. Σκοπός τους ήταν «να συλλέξουν τη σοφία των πατέρων της ερήμου –των σοφών και των μυστών της Ανατολής- πριν καταρρεύσει και χαθεί ο εύθραυστος κόσμος τους» (σελ. 26), όταν ακόμη «η Ανατολική Μεσόγειος εξακολουθούσε να είναι το πλουσιότερο, πολυπληθέστερο και πιο πολιτισμένο κομμάτι της Μεσογείου» (σελ. 33)
Το «Λειμωνάριο» ακολούθησε κι ο σύγχρονος περιηγητής και κατέγραψε ό,τι συνάντησε. Επεδίωξε δε, όσα αντίκρυσε να τα κατανοήσει με μια εσωτερική θέαση, εγγύτερα στον βυζαντινό άνθρωπο, κι όχι από τη σκοπιά του σύγχρονου δυτικού. Όπως γράφει με αφορμή το χώρο, κοντά στην Αντιόχεια, που ο Συμεών ο στυλίτης ασκήθηκε στην απόλυτη εγκράτεια: «μπροστά στη βάση ενός στύλου συνειδητοποιείς ότι εκείνο που είχε συγκινήσει τόσο βαθιά τις γενιές του παρελθόντος, σήμερα μπορείς ίσως να το κρυφοκοιτάξεις μόνο με τα μάτια της πίστης, ενώ την ίδια στιγμή ιδωμένο μέσα από το αδυσώπητο και στρεβλωτικό μικροσκόπιο του σκεπτικιστικού δυτικού ορθολογισμού, παραμένει κάτι ανεξήγητο και γελοίο» (σελ. 90). Η αλήθεια είναι ότι τελικά συνυπάρχουν κι οι δύο προσεγγίσεις. Προς ικανοποίησιν, ίσως, και του δυτικού αναγνώστη, ο οποίος συνεχίζει να έλκεται από ανεκδοτολογικές αφηγήσεις για την ανατολή.
Σημαντική είναι, όμως, και η συμβολή του βιβλίου στην καταγραφή και αποτύπωση της κατάστασης του χριστιανικού πληθυσμού, που ακόμη επιβίωνε τη δεκαετία του 1990 στις περιοχές που επισκέφθηκε. Κατάσταση που περιγράφεται με μελανά χρώματα, για έναν ολόκληρο κόσμο που χάνεται, έχοντας συνείδηση της επικείμενης απώλειάς του, αλλά που εντούτοις επιμένει, σε πείσμα όλων των δυνάμεων που επιδιώκουν την εξόντωσή του. Διότι οι άλλοτε ακμαίες χριστιανικές κοινότητες είτε βρίσκονταν υπό διωγμόν, ανοιχτό όπως στην Τουρκία ή κεκαλυμμένο όπως στο Ισραήλ και στην Αίγυπτο, είτε σε παρακμή με ραγδαίους ρυθμούς μετανάστευσης.
Εκκινώντας από την νότια, σήμερα Τουρκία, ο Νταλρίμπλ, διεπίστωσε με τι ταχύτητα και τι δόλια μεθοδικότητα εξαφανίζονται οι μαρτυρίες της χριστιανικής παρουσίας στη χώρα. Ναοί –αρμενικοί, ελληνικοί, συρορθόδοξοι- μετατρέπονται σε μουσουλμανικά τεμένη ή αφήνονται να καταλήξουν σε σωρούς ερειπίων. Η βάναυση επίθεση στην ιστορική μνήμη έρχεται να ολοκληρώσει την εξόντωση και εκδίωξη των χριστιανών μετά τις γενοκτονίες των πρώτων δεκαετιών του 20ού αιώνα. Χωρίς αναστολές, το τουρκικό κράτος εξαφανίζει ακόμη και τις πλάκες από τα νεκροταφεία με τα χριστιανικά, ιδιαίτερα αρμενικά, ονόματα. Ο συγγραφέας, βέβαια, δίνει μια εξιδανικευμένη εικόνα της οθωμανικής αυτοκρατορίας, επαναλαμβάνοντας τα κλισέ για τον πολυπολιτισμικό της χαρακτήρα. Πάντως επιλέγει να το χρησιμοποιήσει ώστε να ενταθεί η αντίθεση με την γενοκτονική πολιτική της κεμαλικής Τουρκίας.
Στην άλλοτε φημισμένη Αντιόχεια (Αντάκια), εκεί που πρωτοπήραν το όνομα τους οι Χριστιανοί, σήμερα τίποτε δεν θυμίζει τη τρίτη μεγαλύτερη πόλη του Βυζαντίου, και για ένα σύντομο διάστημα πρωτεύουσα του Ιουλιανού του Παραβάτη. Εκεί που αγόρευε ο Λιβάνιος, στη πόλη του Ιωάννη του Χρυσοστόμου και του Θεοδώρου Μοψουεστίας, εκεί που ο Θεόδωρος ο Ταρσεύς μελέτησε τις Γραφές «που αργότερα ερμήνευσε στους Αγγλοσάξονες, όταν εξελέγη έβδομος αρχιεπίσκοπος του Καντέρμπερι»  (σελ. 82) ή που έζησε ο Άγιος Συμεών ο Στυλίτης «μια χούφτα Χριστιανοί που έχουν απομείνει στην Αντιόχεια έχουν σοβαρότερα προβλήματα απ’ τα ερείπια ενός ξεχασμένου ερημίτη» (σελ. 87). Διακόσιες οικογένειες χριστιανών έχουν απομείνει, καθώς χιλιάδες άλλοι μετανάστευσαν εξ ανάγκης στη Συρία ή στη Δύση. « […]όπως συνέβη και με τους Έλληνες της Κωνσταντινούπολης, οι μόνοι που είχαν μείνει ήταν οι πιο φτωχοί κι οι πιο ηλικιωμένοι» (σελ. 92)   
Η ίδια εικόνα και στην Έδεσσα (Ούρφα), όπου βρισκόταν ένα από τα σπουδαιότερα πανεπιστήμια του Βυζαντίου κι οι αίθουσες διδασκαλίας ήταν τόπος γόνιμης ανταλλαγής ιδεών (σελ. 98).
Συνεχίζοντας το ταξίδι του ο Νταλρίμπλ, εισέρχεται στην περιοχή των Κούρδων, σε περίοδο έξαρσης του ένοπλου απελευθερωτικού αγώνα που διεξάγει το ΡΚΚ εναντίον του τουρκικού κράτους και των συνεργατών του. Και γι’ αυτό η πορεία του στα βουνά ήταν εξαιρετικά επικίνδυνη, με την κρατική ασφάλεια και το στρατό να τον ακολουθεί κατά πόδας. Και παντού, όπου είχαν απομείνει Χριστιανοί, το ίδιο κλίμα φόβου και τρομοκρατίας. Έως και πριν έναν αιώνα, εκεί ήκμαζε το θρησκευτικό κέντρο των συρορθόδοξων. Στα τέλη του 19ου αιώνα, σε αυτά τα μέρη διαβιούσαν ακόμη διακόσιες χιλιάδες συρορθόδοξοι. Το Πατριαρχείο τους βρισκόταν στο Ντερ ελ-Ζαφεράν, στην περιοχή Τουρ Αμπντίν, όπου σε «τριακόσια μοναστήρια συνέχιζε να τελείται η παλιά λειτουργία της Αντιόχειας σε αραμαϊκή γλώσσα» (σελ. 131). Μετά τους βίαιους εκτοπισμούς του πληθυσμού, ο Κεμάλ εκδίωξε, το 1924, και τον συρορθόδοξο Πατριάρχη, ο οποίος κατέφυγε στην Δαμασκό. Το 1978, το τουρκικό κράτος έκλεισε το αραμαϊκό σχολείο της μονής δίνοντας το τελειωτικό κτύπημα. Όταν γραφόταν το βιβλίο, στα μέσα της δεκαετίας του 1990, δεν είχαν απομείνει ούτε εννιακόσιοι συρορθόδοξοι και δεκαπέντε μοναχοί και μοναχές στις πέντε σωζόμενες Μονές! Την ίδια αντιμετώπιση είχαν και οι Ελληνο-ορθόδοξοι Σύριοι, όπως πληροφορείται ο συγγραφέας, κατά την επίσκεψή του στη περίφημη Μονή του Μαρ Γκάμπριελ, κτισμένη το 512 από τον αυτοκράτορα Αναστάσιο. Χαμένα σχεδόν τα ίχνη του λαμπρού της παρελθόντος και στη Νίσιβι (Νισιμπίν). Μια πόλη που στάθηκε άλλοτε πνευματικό κέντρο των Περσών χριστιανών και της νεστοριανής εκκλησίας, και με ένα λαμπρό πανεπιστήμιο, απ’ όπου «τα έργα του Αριστοτέλη και του Πλάτωνα ταξίδεψαν στην Κόρδοβα των Μαυριτανών, για να φτάσουν κάποτε στα νεότευκτα πανεπιστήμια της Μεσαιωνικής Ευρώπης» (σελ. 193). Σήμερα, δεκάδες χιλιάδες Νεστοριανοί έχουν εγκαταλείψει το Ιράκ, όπου σχεδόν δεν υπάρχει πλέον χριστιανικός πληθυσμός, προς δόξαν και πάλι της «ευφυούς» στρατηγικής της χριστιανικής δύσης. Όσοι δεν κατέφυγαν στην Ευρώπη και στην Αμερική, παρέμειναν στη Συρία.
Η Συρία, που όπως καταγράφεται στο οδοιπορικό του Νταλρίμπλ (Χαλέπι, Κύρρος, Σερζίλα, Χόμς –Έμεσα, πατρίδα του Ρωμανού του μελωδού-, μονή Σεϊντάια με εκκλησίασμα σχεδόν αποκλειστικά μουσουλμάνους[1], Δαμασκός) παρά την αυταρχικότητα του καθεστώτος (τότε) του Χαβέζ αλ Άσαντ, η ανοχή στις διάφορες θρησκευτικές κοινότητες ήταν η μεγαλύτερη σε όλη την εγγύς Ανατολή –μαζί με αυτή του Λιβάνου. Όπως είπε ο, τότε, συρορθόδοξος μητροπολίτης Χαλεπίου Γκρεγκόριο «αν δεν υπήρχε η Συρία, θα ‘μασταν τελειωμένοι. Πραγματικά. Είναι ένα άσυλο, ένα καταφύγιο για όλους τους Χριστιανούς∙ για τους Νεστοριανούς και τους Χαλδαίους, που εκδιώχθηκαν απ’ το Ιράκ, τους Συρορθόδοξους και τους Αρμένιους, που εκδιώχθηκαν απ’ την Τουρκία, ακόμη και για μερικούς Παλαιστίνιους Χριστιανούς που έφτασαν απ’ τους Αγίους Τόπους, διωγμένοι από τους Ισραηλινούς» (σελ. 211). Πράγματι, οι Χριστιανοί έπαιξαν πρωταγωνιστικό ρόλο τόσο στον αγώνα κατά της αποικιοκρατίας όσο και  στη συγκρότηση ενός κοσμικού κράτους. Αναφέρουμε για παράδειγμα τον Μισέλ Άφλακ, ιδρυτικό στέλεχος του Μπάαθ ή τον Φάρις αλ-Χούρι, που διετέλεσε πρωθυπουργός. Και η συνεργασία τους με τους Αλεβίτες –τους οποίους οι ακραίοι σουνίτες αποκαλούν υποτιμητικά νουσαϊρίτες, δηλαδή μικρούς χριστιανούς- που ανήκει η οικογένεια Άσαντ, έχει βαθιές ρίζες. Όπως θα το διατυπώσει ο καθηγητής Σαλίμπι, στη Βηρυτό, «οι Άραβες Χριστιανοί είναι που κάνουν τον αραβικό κόσμο ‘‘αραβικο’’ αντί για ‘‘μουσουλμανικό’’. […] Το γεγονός ότι οι περισσότεροι από τους θεμελιωτές του κοσμικού αραβικού εθνικισμού ήταν Χριστιανοί, δεν είναι μια απλή σύμπτωση». Τι επιδιώκουν, λοιπόν, σήμερα, όσοι συντάσσονται με τα παρακλάδια της Αλ-Κάιντα, τα μεσαιωνικά εμιράτα και την Τουρκία, εξυπηρετώντας(;) τις επιδιώξεις του Ισραήλ στην Μέση Ανατολή; Έχουν έστω και κατ’ ελάχιστον αναλογιστεί το ζοφερό τοπίο που θα ξεφυτρώσει από τις φλόγες των βομβών τους; Συνιστά τραγική ειρωνεία, το δίχως άλλο, ο ρόλος που αναλαμβάνουν οι σύγχρονοι απόγονοι των σταυροφόρων
Το οδοιπορικό του ταξιδιού «στη σκιά του Βυζαντίου» συνεχίζεται, μετά τη Συρία, στο Λίβανο. Εκεί, όπου η κυριότερη χριστιανική κοινότητα, οι Μαρωνίτες, έχουν την κύρια ευθύνη για τον πολυετή εμφύλιο, που σπαράσσει το πολύπαθο αυτό κράτος. Απόγονοι των οπαδών του μονοθελητισμού, που υποστήριξε ο αυτοκράτορας Ηράκλειος για να συμφιλιώσει ορθόδοξους και μονοφυσίτες και να ενώσει τη διχασμένη αυτοκρατορία, τελικά οδηγήθηκαν στην απομόνωση. Αιώνες αργότερα, ήλθαν σε επαφή με τους σταυροφόρους και συνδέθηκαν με τη Δύση. Τελικώς, το 1920, η Γαλλία δημιουργεί το κράτος του Μεγάλου Λιβάνου, ακριβώς γι’ αυτήν τη θρησκευτική μειονότητα. Η δράση όμως των οργανώσεων των Μαρωνιτών εναντίον των υπόλοιπων κατοίκων του Λιβάνου, αλλά ιδιαίτερα εναντίον των Παλαιστινίων προσφύγων, μουσουλμάνων και χριστιανών, μετά τις διώξεις του Ισραήλ, ήταν απάνθρωπη. Οι σφαγές στα στρατόπεδα Σάμπρα και Σατίλα από τους Φαλαγγίτες Μαρωνίτες, υπό την καθοδήγηση των Ισραηλινών, καταγράφεται ως ένα από τα επαχθέστερα εγκλήματα. Κι όμως μέσα από τους κόλπους των Μαρωνιτών είχε εμφανιστεί ένα από τα πιο ευαίσθητα πνεύματα της Μέσης Ανατολής, ο «μυστικός» ποιητής Χαλίλ Γκιμπράν…  
Τα όσα είδε έκαναν τον Νταλρίμπλ, να προσευχηθεί επάνω στο τάφο του Ιωάννη Μόσχου, στη μονή του Αγίου Θεοδοσίου, κοντά στη Βηθλεέμ, και για «τους τρομαγμένους Σύρους χριστιανούς του Μαρ Γκαμπριελ, τους Αρμένιους στο Χαλέπι και τους Παλαιστίνιους Χριστιανούς στο στρατόπεδο Μαρ Ελιάς» του Λιβάνου (σελ. 400).
Και στο Ισραήλ, η εικόνα για τον χριστιανικό πληθυσμό αποτυπώθηκε ως απελπιστική. Οι Παλαιστίνιοι Χριστιανοί απέμειναν, τη δεκαετία του 1990, μόλις 170 χιλιάδες ενώ οι πρόσφυγες ξεπερνούσαν τις 400 χιλιάδες! Στην παλιά πόλη της Ιερουσαλήμ, ενώ το 1922 ο πληθυσμός της ήταν σε ποσοστό πενήντα δύο τοις εκατό χριστιανικός έφθασαν να αποτελούν κάτι λιγότερο από το δυόμιση τοις εκατό. Το ισραηλινό κράτος μεροληπτεί απροκάλυπτα σε βάρος του χριστιανικού στοιχείου και των χριστιανικών μνημείων, ενώ φανατικοί εβραίοι χαρεντίμ, όπως και ακραίοι μουσουλμάνοι, καταστρέφουν χριστιανικά ιερά και βιαιοπραγούν εναντίον των χριστιανών. Όπως, λοιπόν, συμπεραίνει ο Νταλρίμπλ υπάρχει ο κίνδυνος «χωρίς τον ντόπιο χριστιανικό πληθυσμό, τα σημαντικότερα προσκυνήματα του χριστιανικού κόσμου [ν]α μετατραπούν σε απλά μουσειακά κομμάτια, που θα συντηρούνται μόνο για να ικανοποιούν την περιέργεια των τουριστών» (σελ. 441).
Το ταξίδι ολοκληρώνεται, όπως και αυτό του Ιωάννη Μόσχου πριν από περίπου 1400 χρόνια, στην Αίγυπτο: στην Αλεξάνδρεια, στη Μονή του Αγίου Αντωνίου, του ιδρυτή του χριστιανικού μοναχισμού, στην Όαση της Χάργκα, στην κοπτική νεκρόπολη της Μπαγκαουάτ. Κι εδώ, η άνοδος του ακραίου Ισλάμ, ιδιαίτερα στην άνω Αίγυπτο, εκδηλωνόταν με την ενίσχυση της Γκαμάα αλ-Ισλαμίγια και τις επιθέσεις της τελευταίας εναντίον των απεγνωσμένων κοπτών. Είναι συγκλονιστική η στάση των κοπτών ιερωμένων και κατοίκων, που αποφεύγουν να μιλήσουν από φόβο για τις εναντίον τους δολοφονικές επιθέσεις και τις ανατινάξεις των ναών τους. Όπως είπε ο γερο-κόπτης, στο προάστιο Έιν Σαμς του Καΐρου, εκεί όπου πρόσφατα όχλος ακραίων ισλαμιστών είχε επιτεθεί εναντίον της κοπτικής εκκλησίας, σκοτώνοντας και τραυματίζοντας άγνωστο αριθμό πιστών: «δεν θα μας κάνει καλό ν’ αρχίσουμε να διαλαλούμε τα προβλήματά μας. Οι Χριστιανοί της Ευρώπης δεν πρόκειται να βοηθήσουν. Κανείς δεν πρόκειται να μας βοηθήσει. Γι’ αυτό καθόμαστε ήσυχοι. Δεν έχουμε άλλη επιλογή∙ πρέπει να προσπαθήσουμε να συνυπάρξουμε» (σελ. 603).
Τα γεγονότα στην Αίγυπτο τα δύο τελευταία χρόνια, αποδεικνύουν το μέγεθος της νοσηρής ατμόσφαιρας που είχε για χρόνια καλλιεργηθεί, και που  τόσο παραστατικά κατέγραψε ο Νταλρίμπλ. Αποδεικνύουν επίσης την ολότελα λανθασμένη πολιτική της Δύσης, η οποία φέρει τεράστιες ευθύνες για την τραγική εικόνα της εγγύς ανατολής, το μαρτύριο του χριστιανικού στοιχείου, την ενδυνάμωση των ακραίων στοιχείων. Και, δυστυχώς, αυτά που συμβαίνουν στη Συρία και για τη Συρία, δεν μπορούν παρά να μας γεμίζουν απαισιοδοξία για το αύριο...


Σωτήρης Δημόπουλος   













[1] Καθώς γράφονται αυτές οι γραμμές δημοσιεύθηκε η επιστολή, κραυγή απελπισίας ορθότερα, των κατοίκων του χωριού Ma’loula, προς τα μέλη του αμερικανικού Κογκρέσου (05/09/2013 στο http://www.mondialisation.ca/syrie-message-des-habitants-de-maaloula-aux-respectables-membres-du-congres-americain/5348310). Σ’ αυτήν, αφού καταγγέλλεται η απρόκλητη επίθεση της «Αλ Νούσρα», του «Ελεύθερου Συριακού Στρατού» και των δυνάμεων του «Ισλαμικού Χαλιφάτου Ιράκ και του Λεβάντε», η λεηλασία των μονών και των εκκλησιών και η απειλή των χριστιανών κατοίκων του χωριού να αλλαξοπιστήσουν, κάνουν μια σύντομη αναφορά στο πλούσιο χριστιανικό παρελθόν της περιοχής τους, που με τη «συνδρομή» της δύσης, κινδυνεύει να μείνει μόνον παρελθόν.